
Ένα ευκατάστατο ζευγάρι, η Άν και ο Τζορτζ, μαζί με τον μικρό τους γιο φτάνουν στο εξοχικό τους σπίτι για διακοπές. Η ηρεμία τους διακόπτεται όταν εμφανίζονται δύο ευγενικοί αλλά παράξενοι νεαροί, ο Πίτερ και ο Πολ. Σύντομα, η επίσκεψη παίρνει σκοτεινή τροπή: οι δύο νεαροί μετατρέπουν το σπίτι σε φυλακή και ξεκινούν ένα σαδιστικό «παιχνίδι» βίας και ψυχολογικού τρόμου με θύματα την οικογένεια.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Naomi Watts … Ann Farber
Tim Roth … George Farber
Devon Gearhart … George ‘Georgie’ Farber Jr.
Michael Pitt … Paul
Brady Corbet … Peter
Boyd Gaines … Fred
Siobhan Fallon Hogan … Betsy Thompson
Robert LuPone … Robert Thompson
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Michael Haneke
Παραγωγή: Christian Baute, Chris Coen, Hamish McAlpine, Hengameh Panahi, Andro Steinborn
Φωτογραφία: Darius Khondji
Μοντάζ: Monika Willi
Σκηνικά: Kevin Thompson
Κοστούμια: David C. Robinson
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Funny Games
- Ελληνικός Τίτλος: Funny Games
- Εναλλακτικός Τίτλος: Funny Games U.S.
- Εναλλακτικός Τίτλος: Παράξενα Παιχνίδια [επανέκδοσης]
Άμεσοι Σύνδεσμοι
- Παράξενα Παιχνίδια (1997)
Σεναριακή Πηγή
- Σενάριο: Παράξενα Παιχνίδια του Michael Haneke.
Παραλειπόμενα
- Ο Michael Haneke γυρίζει εκ νέου και σκηνή-προς-σκηνή την ταινία του από το 1997. και μπαίνει στη μικρή λίστα αυτών των σκηνοθετών που διασκεύασαν κινηματογραφικά τον εαυτό τους, και την ακόμα μικρότερη στον δυτικό κόσμο των δημιουργών ενός σκηνής-προς-σκηνής ριμέικ. Ο αυστριακός δημιουργός ήθελε και το φιλμ του 1997 να γυριστεί στις ΗΠΑ, και ήταν οικονομικοί οι λόγοι που του το είχαν αποτρέψει.
- Η σημαντικότερη μεν αλλαγή σε σχέση με το φιλμ του 1997 είναι η αγγλική γλώσσα και το αγγλόφωνο καστ, αλλά παρότι το φιλμ κυκλοφόρησε επί αυτού ευρέως και ως Funny Games U.S., οι ΗΠΑ είναι μόνο η επικεφαλής χώρα παραγωγής της ταινίας. Τη συνοδεύουν η Αυστρία, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία και η Ιταλία.
- Το φιλμ γυρίστηκε στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, αλλά χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια αντικείμενα του σπιτιού που υπήρχαν στην ταινία του 1997.
- Μόνη ταινία του Haneke που δεν έκανε πρεμιέρα στις Κάννες. Αντ’ αυτού προτιμήθηκε το φεστιβάλ του Λονδίνου και ακολούθως αυτό του Sundance.
- Στις ΗΠΑ κυκλοφόρησε από τη Warner Independent, και αρχικά σε περιορισμένη διανομή. Εκεί η ταινία εισέπραξε μόλις 1,2 εκατομμύρια δολάρια. Διεθνώς οι εισπράξεις περιορίστηκαν επίσης στα 8,2 και ενώ το μπάτζετ ήταν στα 15. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο Michael Haneke δεν γύρισε έκτοτε άλλη αγγλόφωνη ταινία.
Κριτικός: Σταύρος Γανωτής
Έκδοση Κειμένου: 23/3/2008
Με την επανέκδοση του Παράξενα Παιχνίδια του Michael Haneke, τίθεται εκ νέου ένα μεγάλο ηθικό δίλλημα πάνω στο τι εστί τέχνη. Η τέχνη είναι για να υπηρετεί τον άνθρωπο και τη λειτουργικότητα του μεγάλου συνόλου ή είναι μία έμψυχη οντότητα με δικές της ανάγκες και ηθική; Ο αστροναύτης που έκλεισε τον Hal στο 2001 του Kubrick, σκότωσε ή όχι;..
Το Funny Games U.S. καταρχήν δεν έχει λόγο ύπαρξης, εκτός του να αναγράψει τον δημιουργό του στο ολιγομελές πάνθεον αυτών που έχουν κάνει την ίδια ταινία δύο φορές (βλέπε Hitchcock και Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά). Η αρχική σκέψη είναι πως γεννήθηκε για να ικανοποιήσει τα μάτια των όποιων αδαών Αμερικανών που δεν θα έκαναν τον κόπο να ασχοληθούν με μια ταινία που μιλάει γερμανικά. Όμως ο Haneke παραμένει Haneke και τελικά αυτό προσδίδει αξία στο αντίγραφο και το απομακρύνει από την έννοια κακέκτυπο. Αλήθεια, αν ο Ντα Βίντσι ξαναζωγράφιζε την Τσοκόντα, δεν θα είχε και το αντίγραφο κάποια σημαντική αξία, εφόσον δεν έγινε από κάποιον πλαστογράφο;
Μοιραία οι παρατηρήσεις για την ταινία αφορούν παρατηρήσεις κάπως μπαγιάτικες, μια κι ανήκουν και στην κατά 1997 εκδοχή. Καταρχάς, παρότι τώρα εξελίσσεται στις ΗΠΑ, πάλι οι ήρωες είναι χωρισμένοι σε δύο-δύο και ένας. Η μάνα και το παιδί (κατάξανθοι) διεγείρουν το συναίσθημα του θεατή, που θέλει τη μάνα να ανησυχεί θανάσιμα για τη ζωή του σπλάχνου της. Ο πατέρας, λιγότερο ξανθός από όλους, είναι ο μπαλαντέρ, αυτός που μόνος του έπρεπε να σώσει την οικογένεια του, αφού συμβολίζει τη δύναμη. Οι δολοφόνοι είναι ομοίως ξανθοί (στο ενδιάμεσο των τριών άλλων) και ντυμένοι σχεδόν πανομοιότυπα, μακρινοί απόγονοι της συμμορίας του Κουρδιστού Πορτοκαλιού και σύμβολα μιας παρανοημένης γενιάς, χωρίς αξίες και ηθικές αναστολές. Η βία σπάνια φαίνεται, αφού τον σκηνοθέτη τον ενδιαφέρει να σοκάρει τη σκέψη και όχι το μάτι. Κυριότερο όπλο επιβολής της ταινίας πάνω στον θεατή είναι ο ρεαλισμός που αποπνέει κάθε σκηνή και η εφιαλτική υπόθεση ότι… «μπορεί να συμβεί και σε εμένα…».
Τι γίνεται όμως με το θέμα της ηθικής αυτής της ταινίας; Είναι αλήθεια πως είναι από τις σπάνιες φορές που ο κινηματογράφος μπορεί να αναπαράγει δολοφόνους, πόσο μάλλον όταν προβάλει την ατιμωρησία. Γι’ αυτό θεωρώ πως είναι από τις πιο ακατάλληλες για ανηλίκους παραγωγές στην ιστορία του σινεμά, αλλά και πως καλύτερα να την αγνοούσαν όσοι «ακούνε φωνές», απλά για να μην έχουμε τα χειρότερα! Αυτό όμως κάνει την ταινία κακή ή, ακόμα καλύτερα για τους πολέμιους της, απαγορεύσιμη; Φυσικά και όχι και αυτό είναι μια λογική άλλων μη νοσταλγικών μας εποχών, που πίστευαν πως η τέχνη πρέπει να υπηρετεί και ποτέ να υπηρετείται. Ο Haneke από τη στιγμή που πετυχαίνει δημιουργικά τους όποιους στόχους του και επιπλέον προκαλεί τη συζήτηση, έχει απλά θριαμβεύσει. Ας θυμηθούμε και την τέχνη του Μαγιακόφσκι που προκαλούσε με το τίποτα και ας συμμεριστούμε την εικαστική κριτική που τον θέλει μεγάλο. Και εν ολίγοις, μεγάλα παιδιά ήμαστε, ας μην θεωρούμε αρρώστια την εικονογράφηση του φόνου, αλλά τον φόνο αυτοπροσώπως. Ταινία είναι, όχι τηλεόραση που αναπαριστά την αληθινή βία (και σε αυτήν την περίπτωση πολύ κακώς) -άλλωστε σε αυτό εντοπίζεται το αληθινό μήνυμα του έργου.
Συνοπτικά, ο Michael Haneke δεν κάνει καμία δημιουργική χάρη στους Αμερικανούς και παράγει ένα πιστό αντίγραφο του Παράξενα Παιχνίδια, λογικά για όσους δεν έχουν καλή επαφή με τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Λέγοντας «δεν κάνει χάρη» εννοώ πως διατηρεί το σινεφιλικό του ύφος, πολύ μακριά από την πλαστική λογική των ΗΠΑ, και δεν ανανεώνει τη δημιουργία του, προσπαθώντας να πετύχει κάτι που ίσως να ήταν και καλύτερο από το πρώτο. Οι μόνες διαφορές είναι οι πρωταγωνιστές που όμως μεταμορφώνονται σε Αυστριακούς, τόσο σαν εικόνα όσο και σαν ερμηνευτική νοοτροπία. Η Naomi Watts είναι εξίσου καλή με την Susanne Lothar και ίσως μόνο το πρόσωπο, και μόνο αυτό, του Tim Roth δεν πείθει όσο του Ulrich Muhe. Χάνει από το ότι είναι απλά ένα πιστό αντίγραφο, χωρίς αναγκαιότητα ύπαρξης, αλλά κερδίζει από την αναπαραγωγή των ηθικών προβληματισμών που απορρέουν αυτής. Δείτε την αν δεν είστε ιδιαίτερα ευαίσθητος και κυρίως κουβεντιάστε την. Μην την αφήσετε μέσα σας, και περί αυτού, κάντε μου τη χάρη…
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 



