Ο Ηλίας επιστρέφει στο χωριό του έπειτα από 35 χρόνια στη Γερμανία, και αγοράζει ένα βενζινάδικο. Γνωρίζει τον Πέτρο, έναν νεαρό Αλβανό, τον οποίο σώζει από τους συνοριοφύλακες και τον προσλαμβάνει στη δουλειά του. Εκείνος όμως θα ερωτευτεί τη γυναίκα του Ηλία.

Σκηνοθεσία:

Βασίλης Δούβλης

Κύριοι Ρόλοι:

Άρτο Απαρτιάν … Ηλίας

Μαρία Σκουλά … Ελένη

Arthur Luzi … Πέτρος

Αλέξανδρος Μούκανος … Χρήστος

Ελισάβετ Ναζλίδου … Γεωργία

Κατερίνα Μαυρογιώργη … Αλεξάνδρα

Πυγμαλίων Δαδακαρίδης … Γιώργος

Κωνσταντίνος Λάγκος … Ηλίας (νέος)

Γιώργος Νάκος … Ντίνος

Χρήστος Νομικός … ανακριτής

Στέργιος Νένες … συνοριοφύλακας

Μιχάλης Μπίζιος … Παναγιώτης

Βασίλης Χρήστου … Γιάννης

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Βασίλης Δούβλης

Παραγωγή: Βασίλης Δούβλης, Κώστας Λαμπρόπουλος, Ιωάννα Σπηλιοπούλου, Ιουλία Σταυρίδου

Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής

Φωτογραφία: Κωστής Γκίκας

Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου

Σκηνικά: Ιουλία Σταυρίδου

Κοστούμια: Ιουλία Σταυρίδου

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Η Επιστροφή
  • Διεθνής Τίτλος: The Homecoming

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Παραλειπόμενα

  • Μετά από δύο ταινίες μικρού μήκους, ο Βασίλης Δούβλης σκηνοθετεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Η δεύτερη, το 18 (2021), θα έρθει 14 χρόνια αργότερα, ενώ μεσολάβησε και το ντοκιμαντέρ Στοργή στο Λαό (2013).
  • Μοναδική κινηματογραφική εμφάνιση του Artur Luzi, μαζί με τη μικρού μήκους ταινία Όχι Πια Έρωτες (2006) όπου συμμετείχε και εκεί η Ελισάβετ Ναζλίδου.
  • Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στα Ιωάννινα κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2006, με χρήση φιλμ Super 16mm.
  • Αφού πήρε πρώτα διανομή στην Ελλάδα, η ταινία προβλήθηκε σε μια σειρά διεθνών φεστιβάλ, μεταξύ αυτών και του Κάρλοβι Βάρι.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ακούγονται τα ηπειρώτικα τραγούδια Γενοβέφα, Ξενιτεμένο μου Πουλί, Ποταμιά, Τα Κλάματα, Παπαδιά, Δεν σ’ Έχω να Δουλεύεις, και Αλησμονώ και Χαίρομαι.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 28/3/2008

Πριν από είκοσι περίπου χρόνια ούτε που το φανταζόμασταν. Έκτοτε όμως ζούμε σε μια χώρα που είναι οικοδέσποινα μεταναστών, μια χώρα που ήθελε δεν ήθελε πρέπει να δείξει υπεροχή στον ανθρωπισμό της και συμπαράσταση στους ανθρώπους εκείνους που αναζητούν όχι μια θέση στον ήλιο, αλλά απλά μια θέση στο φως…

Η ελληνική κινηματογραφία έπιασε από πολύ νωρίς (Από το Χιόνι) την οδύσσεια των μεταναστών και βλέποντας πως οι συνθήκες δεν έχουν αλλάξει για αυτούς πολύ προς το καλύτερο επιμένει να τους «αγκαλιάζει». Η Επιστροφή είναι ένα καλό δείγμα πάνω στο φλέγον ζήτημα, που τ’ αγγίζει από μια σκοπιά που οι Έλληνες θα έπρεπε να έχουν πολύ καλά στη μνήμη τους. Ο έλληνας ήρωας της ταινίας του Δούβλη πέρασε 25 έτη ως μετανάστης στη Γερμανία. Δούλεψε σκληρά, γνώρισε την υπεροψία των Γερμανών («δεν έκανα ούτε έναν φίλο Γερμανό…», λέει), πέρασε μια μίζερη ζωή, για να επιστρέψει επιτέλους στον τόπο και δη αφεντικό. Μπροστά του θα βρεθεί ένας νεαρός Αλβανός, που και αυτός έχει τα δικά του όνειρα και μόνο σκληρή δουλειά, κυνήγημα και ρατσισμό μπροστά του.

Η ταινία όμως πάει παρακάτω και προσπαθεί, ή καλύτερα τολμάει, να δώσει απάντηση στο γιατί ο Έλληνας δεν έγινε εγκληματίας στη Γερμανία, αντίθετα με τον Αλβανό στη χώρα μας. Χωρίς να χρειάζεται να αναπτυχτεί πολύ, καταλαβαίνουμε πως οι συνθήκες που συνάντησαν έλληνες και αλβανοί μετανάστες στους αντίστοιχους τόπους ήταν πολύ διαφορετικές. Οι δικοί μας πατριώτες πήγαν συστημένοι εκεί και βρήκαν κατευθείαν άδεια παραμονής και δουλειά, συναντώντας μάλιστα μια οργανωμένη κοινωνία. Αντίθετα ο βόρειος γείτονας μας ήρθε εδώ με το στίγμα του παράνομου και του τυχοδιώκτη, έρμαιο των ορέξεων κάθε εκμεταλλευτή ή ρατσιστή συμπατριώτη μας και ενός κράτους που δεν έκανε τίποτα για τη σωστή υποδοχή του. Χωρίς να πιάνει ο Δούβλης μία ακραία περίπτωση κακομεταχείρισης από έλληνα αφεντικό σε ξένο εργάτη, εμείς πρέπει να δέσουμε τα κομμάτια και να μπούμε στην λογική του ανθρώπου που δεν έχει χώρο στον ήλιο.

Η Επιστροφή ως ταινία από την άλλη είναι και ένα ορθά δομημένο δράμα που καταλήγει σε τραγωδία. Είναι τόσο απλή η διάθεση του σκηνοθέτη της, αλλά και άτολμη η προσέγγιση του, που μοιάζει να έχει βγει από είδηση του δελτίου των οχτώ. Δεν υπάρχει το παραπάνω που θα απογειώσει το δράμα και θα μας κάνει να σοκαριστούμε με την τελική τραγωδία, αλλά αυτή η οικία αίσθηση που θα νιώσουμε με την ιστορία είναι αρκετή για να μην απογοητεύσει έναν ορθά σκεφτόμενο Έλληνα.

Γενικότερα, ο Βασίλης Δούβλης μάς παρουσιάζει μια ιστορία βγαλμένη από τις πρόσφατες μνήμες του ελληνικού λαού. Τη διανθίζει με έναν κρυφό διδακτισμό, ώστε να μην γίνεται εκνευριστικός, και την μπολιάζει με μία προσωπική τραγωδία ώστε να μη νιώσει ο θεατής ματαιότητα στο εγχείρημα. Το αποτέλεσμα είναι μια ορθή ταινία, με επιβολή ενός μέσου αφηγηματικού ρυθμού, που ταιριάζει και με το επαρχιακό-ερημικό σκηνικό. Όμως η ταινία περιλαμβάνει και ένα άνομο πάθος και θέλει να καταλήξει σε κάτι δυναμικό, και εκεί είναι που παρουσιάζεται το πρόβλημα. Της λείπει το πάθος, το νεύρο, κάτι που θα κάνει πιο ξεκάθαρο το δράμα και τα μηνύματα-προθέσεις του σκηνοθέτη. Δεν αργεί να κερδίσει τον θεατή, αλλά δεν κάνει και το παραπάνω να τον τραντάξει στη συνέχεια. Σε αυτό βέβαια το κάπως νωχελικό κλίμα ενσωματώνονται με ακρίβεια οι πολύ καλές παρουσίες των τριών πρωταγωνιστών. Δεν είναι μονάχα οι μετρημένες τους ερμηνείες, είναι και τα πρόσωπα τους που κρίνονται ιδανικά για την περίσταση. Σε γενικές γραμμές, εύχομαι να μη σας απογοήτευσα κάπου, γιατί είναι μια ταινία που αξίζει προσοχής και στήριξης.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

5 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *