Η ιστορία του Ντάνυ και του αδερφού του, Οδυσσέα, 16 και 18 ετών, οι οποίοι μετά το θάνατο της αλβανής μητέρας τους, ξεκινούν ένα ταξίδι από την Κρήτη έως τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να βρουν τον έλληνα πατέρα τους, που τους εγκατέλειψε όταν ήταν ακόμη παιδιά. Ξένοι στην ίδια τους τη χώρα, είναι αποφασισμένοι να τον πείσουν να τους αναγνωρίσει, προκειμένου να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, αλλά και να συμμετάσχουν σε ένα τηλεοπτικό talent-show που θα τους εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Στη διαδρομή, θα έρθουν αντιμέτωποι με όσα τους ενώνουν, την αγριότητα της εφηβείας, ένα όνειρο που πρέπει πάσι θυσία να γίνει πραγματικότητα και μια Ελλάδα που αρνείται να τους ακολουθήσει.

Σκηνοθεσία:

Πάνος Χ. Κούτρας

Κύριοι Ρόλοι:

Κώστας Νικούλι … Ντάνυ

Νίκος Γκέλια … Οδυσσέας

Romanna Lobats … Μαρία-Σόνια

Γιάννης Στάνκογλου … Λευτέρης Χριστόπουλος

Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου … Βασιλική ‘Βιβή’ Χριστοπούλου

Άγγελος Παπαδημητρίου … Τάσος Περής

Patty Pravo … Patty Pravo

Ηλέκτρα Κούτρα … Αντιγόνη

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Πάνος Χ. Κούτρας, Παναγιώτης Ευαγγελίδης

Παραγωγή: Ελένη Κοσσυφίδου, Πάνος Χ. Κούτρας, Αλεξάνδρα Μπουσίου

Μουσική: Delaney Blue, Τζορτζ Μπετζούνης

Φωτογραφία: Helene Louvart, Σίμος Σαρκετζής

Μοντάζ: Γιώργος Λαμπρινός

Σκηνικά: Πηνελόπη Βαλτή

Κοστούμια: Βασίλης Μπαρμπαρίγος

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Xenia

Διεθνής Τίτλος: Xenia

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ξενία

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του φεστιβάλ Κανών.
  • Βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, δεύτερου αντρικού ρόλου (Άγγελος Παπαδημητρίου), μοντάζ και κοστουμιών στα βραβεία Ίρις. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Νίκος Γκέλια και Κώστας Νικούλι), δεύτερο αντρικό ρόλο (Γιάννης Στάνκογλου), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), μουσικής, σκηνικών, ήχου, ειδικών εφέ και μακιγιάζ.
  • Επίσημη πρόταση της Ελλάδας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Παραλειπόμενα

  • Ο σκηνοθέτης δεν παρέλαβε το βραβείο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ως διαμαρτυρία για τη μη ύπαρξη νόμου άμεσης ελληνοποίησης παιδιών μεταναστών δεύτερης γενιάς.

Άρθρο

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Νάνσυ Μιχαηλίδου

Έκδοση Κειμένου: 29/5/2014

Μια γλυκιά περιπέτεια δυο αδελφών, του Ντάνυ και του Οδυσσέα, 16 και 18 ετών, που μετά τον θάνατο της αλβανής μητέρας τους, αναζητούν τον έλληνα πατέρα τους που τους εγκατέλειψε όταν ήταν ακόμη παιδιά, με την ελπίδα ότι θα τους αναγνωρίσει και θα τους αποζημιώσει οικονομικά για όλα τα χρόνια της απουσίας του. Η ιστορία βρίσκει τον μεγαλύτερο αδερφό να προσπαθεί να επιβιώσει σε μια αφιλόξενη Αθήνα, όπου έχοντας για «διαβατήριο» το ελληνικό του όνομα (Οδυσσέας), καταφέρνει να βρει μια δουλειά σε ένα τοστάδικο της πόλης, αλλά και να περνάει απαρατήρητος από τις επιδρομές των ακροδεξιών ταγμάτων που κατά τις βραδινές ώρες θερίζουν τους δρόμους της πρωτεύουσας. Στον αντίποδα, ο ομοφυλόφιλος αδερφός του, ο Ντάνυ, με την εκκεντρική του παρουσία και το θράσος ενός έφηβου που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, αποδεικνύεται πιο ελεύθερο κι ασυμβίβαστο πνεύμα, καθώς μοιάζει ατρόμητος απέναντι σε όποιον μπει εμπόδιο στον δρόμο του και παρά το γεγονός ότι αποτελεί εύκολο στόχο ρατσισμού, μάχεται με τσαγανό, αψηφώντας τα μπλεξίματα που μπορεί να προκύψουν. Με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, το κατοικίδιό του και τα απαραίτητα γλειφιτζούρια του -δείγματα της παιδικότητας που δεν βιάζεται να αποχωριστεί- ταξιδεύει στην Αθήνα για να συναντήσει τον αδερφό του και να του μεταφέρει τα δυσάρεστα, αλλά κι ένα απρόσμενο νέο: ότι ο πατέρας τους ζει. Η συνάντηση των δυο αδελφών φέρνει αρχικά μια αμηχανία στη μεταξύ τους σχέση, καθώς η πληθωρική παρουσία του Ντάνυ φέρνει τον Οδυσσέα αντιμέτωπο με ό,τι ακριβώς προσπαθεί να αποφύγει τόσο καιρό: να μη γίνεται στόχος. Η έμφυτη όμως τάση του Ντάνυ να δημιουργεί προβλήματα όπου κι αν βρίσκεται, σε συνδυασμό με τον εφηβικό του ενθουσιασμό, παρασύρει τον Οδυσσέα ώστε να κυνηγήσει το όνειρό του και να θυμηθεί ή ακόμα και να ξαναζήσει δίπλα στον αδελφό του στιγμές βγαλμένες από την παιδική τους ηλικία.

Το συγγραφικό δίδυμο των Κούτρα-Ευαγγελίδη, πέρα από ένα καλογραμμένο σενάριο, ξέρει αν μη τι άλλο να χτίζει μοναδικούς χαρακτήρες. Όπως και στη Στρέλλα, έτσι και με τους εδώ του ήρωες, και κυρίως τον χαρακτήρα του Ντάνυ, έχει καταφέρει να σκιαγραφήσει μια αξιαγάπητη προσωπικότητα που θα αιχμαλωτίσει τον θεατή. Η επιλογή των Κώστα Νικούλι και Νίκο Γκέλια είναι απόλυτα εύστοχη, αποδεικνύοντας και πάλι την ικανότητα του σκηνοθέτη να επιλέγει πρωτοεμφανιζόμενα ταλέντα. Οι ρόλοι φαίνονται να είναι κομμένοι και ραμμένοι για τους δυο ηθοποιούς, τους οποίους ο φακός ακολουθεί στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Η συμμετοχή της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου και του αγνώριστου Γιάννη Στάνκογλου είναι μικρή αλλά καθοριστική, ενώ ο χαρακτήρας που υποδύεται ο «sui generis» Άγγελος Παπαδημητρίου, σε συνδυασμό με την «παρουσία» της Πάτι Πράβο προσθέτουν ως προς το φαντεζί στοιχείο, που αποτελεί αναγνωριστικό της δουλειάς του Κούτρα.

Το χιούμορ και η φαντασία συναντούν συχνά την πραγματικότητα, ακόμα και την πιο σκληρή, με τον σκηνοθέτη να απεικονίζει σκηνές από την άσχημη καθημερινότητα της σημερινής Αθήνας, καταφέρνοντας έτσι να συνδυάσει τους προβληματισμούς του για τη σύγχρονη Ελλάδα με την ιστορία των δυο εφήβων, τις μουσικές εμμονές του με την αδελφική αγάπη και τη φαντασία με την παιδικότητα που χάνεται. Παράλληλα, μας χαρίζει ποιητικές στιγμές, όπως μία παραμυθένια σκηνή, εμπνευσμένη από τη Νύχτα του Κυνηγού ή τις σκηνές μέσα στο εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο Xenia, που κάνουν τη σύγχρονη ελληνική οδύσσεια των δυο κεντρικών ηρώων -αλλά και των χιλιάδων ακόμη που ζουν ανάμεσά μας- να μοιάζει πιο ειρωνική από ποτέ.

Μια τρυφερή ταινία, που παρά τα σοβαρά θέματα που παραθέτει, βρίσκει τις ισορροπίες ανάμεσα στο κωμικό και το πραγματικό, με την αισιοδοξία και την ξεγνοιασιά της εφηβείας να κερδίζει στα σημεία τον θεατή, που δεν έχει παρά να την υποδεχτεί με φιλοxenia…

Βαθμολογία:


Κριτικός: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Έκδοση Κειμένου: 1/7/2014

Το «Xenia» του Πάνου Χ. Κούτρα είναι μια ταινία που το ελληνικό σινεμά έχει ανάγκη. Πρόκειται για κάτι που δε βλέπουμε συχνά, καθώς καταφέρνει να ξεφύγει εντελώς από το κύμα επιρροής του « Κυνόδοντα», αλλά και από τον γενικότερο πεσιμισμό που έχει κυριεύσει το ελληνικό σινεμά και να χαράξει μια καθαρά δική του πορεία. Χωρίς να έχει ποτέ την ανάγκη να δείξει εσωστρεφές ή ιδιαίτερα διανοούμενο, μα ούτε και να γίνει mainstream, αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει είναι ότι θέλει πραγματικά να αρέσει!

Όπως ο τίτλος «Xenia» («Ξενία» κι όχι «Ξένια», όπως μας διορθώνει κοροϊδευτικά η ίδια η ταινία!) αφενός αναφέρεται στα ομώνυμα εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία που παίζουν ρόλο στην ιστορία και αφετέρου αποτελεί ένα κοινωνικών προεκτάσεων λογοπαίγνιο, έτσι κατά κάποιο τρόπο και η ταινία: Εστιάζει τόσο στην ακριβή αποτύπωση μιας παρακμιακής ελληνικής πραγματικότητας όσο και στο τρυφερό road movie που αποτελεί τον κορμό της αφήγησης.

Έτσι, στο πρόσωπο των (όχι πάντα, αλλά ως γενική εντύπωση) εξαιρετικών νεαρών πρωταγωνιστών παρακολουθούμε δύο συμπαθέστατους και, κυρίως, ολοζώντανους χαρακτήρες, για τους οποίους το σενάριο ενδιαφέρεται, επιτέλους, πραγματικά και δεν τους τοποθετεί εκεί ως απλούς φορείς μηνυμάτων και αλληγοριών. Και οι Κώστας Νικούλι και Νίκος Γκέλια δεν μπορούν παρά να σε κερδίσουν, με αρκετά στιγμιότυπα της κυκλοθυμικής τους σχέσης να προσθέτουν πόντους εκπληκτικής ειλικρίνειας στο εγχείρημα. Highlight η σκηνή της «anime μονομαχίας» τους, που δεν υπήρχε στο σενάριο, αλλά προστέθηκε όντας αληθινό «παιχνίδι» των πρωταγωνιστών.

Φυσικά, οι δύο αυτοί ήρωες, που αισθάνονται περιθωριοποιημένοι και ξένοι στη χώρα που τους μεγάλωσε, ευνοούν απόλυτα και τον βαθύ κοινωνικό χρωματισμό όλης της ταινίας. Η πραγματικότητα της Ελλάδας του σήμερα -ο ρατσισμός, το (γενικότερο) μίσος, η περιθωριοποίηση (κι η προσπάθεια αποδοχής) σε πρώτο πλάνο, μα και οι άστεγοι κι ο φασισμός σε δεύτερο- σκιαγραφείται με ανατριχιαστική αμεσότητα και συνοδεύει ανελλιπώς τους πρωταγωνιστές στο ταξίδι τους. Αυτή η αμεσότητα προσδίδει πραγματική δύναμη στις κοινωνικές προεκτάσεις της ταινίας, με αξιοσημείωτο παράδειγμα την επίθεση φασιστοειδών στους δρόμους της Αθήνας. Το φιλμ καταφέρνει να θίξει με οξυδέρκεια ένα σωρό προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, πάντοτε ωστόσο σε τέλεια αρμονία με το κεντρικό στόρι και χωρίς ποτέ να επιβαρύνεται με μίσος και απαισιοδοξία η εντυπωσιακά εύθυμη αντιμετώπισή του από τον Κούτρα.

Μια ταινία τόσο κοινωνικά διεισδυτική και ταυτόχρονα τόσο απολαυστική στην παρακολούθησή της πρόκειται όχι μόνο για ένα σπουδαίο κατόρθωμα, αλλά και για κάτι που πραγματικά χρειάζεται αυτή τη στιγμή το σινεμά μας. Αντιπαραβάλλοντας τη σκληρότητα της ελληνικής πραγματικότητας με τρυφερότητα, χιούμορ και τον πολύχρωμο εσωτερικό κόσμο των νεαρών πρωταγωνιστών, ο Κούτρας δημιουργεί -επιτέλους- ένα φιλμ που θα αρέσει σε όλους. Ή τέλος πάντων σε όλους όσους θέλει να αρέσει…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.