Ο ειρηνοδίκης ενός απομονωμένου οικισμού στα σύνορα μιας αυτοκρατορίας αποβλέπει μόνο σε μια ήρεμη απόσυρση. Όλα αλλάζουν με την άφιξη του συνταγματάρχη της αστυνομίας Τζολ, που έχει ως αποστολή να επιβλέψει τις δραστηριότητες των βαρβάρων στη μεθόριο, και το κατά πόσο απειλούν την αυτοκρατορία. Μετά από απάνθρωπες ανακρίσεις και πράξεις του συνταγματάρχη επί των βαρβάρων, ο ειρηνοδίκης αρχίζει να αμφισβητεί τον ρόλο του, αλλά και την πίστη του στις αρχές.

Σκηνοθεσία:

Ciro Guerra

Κύριοι Ρόλοι:

Mark Rylance … ο ειρηνοδίκης

Johnny Depp … συνταγματάρχης Joll

Robert Pattinson … αξιωματικός Mandel

Gana Bayarsaikhan … η κοπέλα

Greta Scacchi … Mai

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: J.M. Coetzee

Παραγωγή: Monika Bacardi, Michael Fitzgerald, Andrea Iervolino, Olga Segura

Μουσική: Giampiero Ambrosi

Φωτογραφία: Chris Menges

Μοντάζ: Jacopo Quadri

Σκηνικά: Crispian Sallis, Domenico Sica

Κοστούμια: Carlo Poggioli

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Τηλεόραση.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Waiting for the Barbarians

Ελληνικός Τίτλος: Περιμένοντας τους Βάρβαρους

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Waiting for the Barbarians του J.M. Coetzee.

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Αγγλόφωνο ντεμπούτο για τον κολομβιανό Ciro Guerra.
  • Όπως και στο βιβλίο, η αυτοκρατορία και ο τόπος δράσης είναι ανώνυμα και ακαθόριστα.
  • Ο τίτλος του μυθιστορήματος, άρα και της ταινίας, προέρχεται από το ποίημα Περιμένοντας τους Βάρβαρους του Καβάφη.
  • Τα κύρια γυρίσματα έγιναν στο Μαρόκο. Κάποια εσωτερικά έγιναν στην Ιταλία.
  • Ο Joe Alwyn είχε πάρει τον ρόλο υπολοχαγού, αλλά δεν βρίσκεται στο τελικό καστ.
  • Πρώτο σενάριο για τον J.M. Coetzee που έγινε ταινία, μια και ένα που είχε ήδη γράψει το 2014 για το έργο του, In the Heart of the Country, δεν μπήκε ποτέ σε παραγωγή.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Marco Beltrami και Buck Sanders συνεισφέρουν με τέσσερα μουσικά θέματα για τις τέσσερις εποχές του χρόνου, που αποτελούν και τα κεφάλαια του φιλμ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 16/8/2020

Εάν ο Ciro Guerra μπορούσε μαγικά να γυρίσει την ίδια ταινία κάπου στη δεκαετία του 1930, λογικά θα τη μνημονεύαμε ως αριστούργημα. Τα χρόνια όμως από τότε έχουν περάσει για τα καλά, και τα νοήματα έχουν ξεθωριάσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν χάσει την αξία τους, ούτε ότι δεν μπορούν να βρουν χρήση στον σύγχρονο κόσμο. Απλά είναι σαν να έχει ξεκινήσει ένα σχολικό έτος, και στην τελευταία της βδομάδα βάζεις τους μαθητές να μάθουν την αλφαβήτα…

Το βιβλίο του νομπελίστα J.M. Coetzee γράφτηκε το 1980 με το πέρας μιας έντονα πολιτικοποιημένης και ριζοσπαστικής δεκαετίας, κατά την οποία μαίνονταν ακόμα ο ιδεολογικός πόλεμος, ενώ ήταν πρόσφατο το ξέσπασμα επί αυτού ενάντια του ρατσισμού. Ήταν και μια εποχή που η ποίηση δεν είχε εξαντλήσει τις δυνάμεις της, και υπήρχαν πολλά αυτιά που επιθυμούσαν να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματα της. Όλος αυτός ο συνδυασμός έχει πια χαθεί πίσω από κομπιούτερ και αριθμούς, και οι κατακτήσεις που έχουν επιτευχθεί πάνω σε καίρια ζητήματα που αναπτύσσονται επί του βιβλίου, πλέον προσδοκούν το επόμενο και όχι το πρώτο βήμα. Αν κάποτε η ανθρωπότητα δυσκολεύονταν να αντιληφθεί ότι ο πολιτισμός δεν φαίνεται μονάχα στις κατακτήσεις, αλλά αντίθετα κουβαλάει και μια ευθύνη, μια κουλτούρα, στο σήμερα θαυμάζουμε και εντρυφούμε πάνω σε πολιτισμούς που μέχρι προχθές αποκαλούνταν ευθαρσώς βάρβαροι.

Έτσι, ενώ ο Ciro Guerra τα πράττει όλα ορθά, μπαίνει αυτόματα σε χρονοντούλαπο. Μπορείς να κρίνεις ακόμα και ως αθώα την αλήθεια που σου παρουσιάζει, ακόμα κι αν εμπεριέχει την ίδια ποίηση που στις προηγούμενες ταινίες του αρκούσε για να σε ταξιδέψει. Δεν μπορείς καν να του προσάψεις το συνηθισμένο μειονέκτημα που παρατηρείται σε έναν μη αγγλόφωνο δημιουργό κατά τη μετάβαση του στην αγγλική κουλτούρα. Κι αυτή τη τιθασεύει με εκείνα τα αξιομνημόνευτα πλάνα του, και τους αργούς ρυθμούς που ποτέ δεν γίνονται και κουραστικοί. Προσθέτεις και τη σιωπηλά επιβλητική παρουσία του Mark Rylance, και έχεις ένα λιτό διαμάντι σινεφιλισμού.

Αλίμονο, όμως, ο αυτοσκοπός εδώ δεν ήταν να έχουμε έναν βαριά σινεφιλικό Λόρενς της Αραβίας, αλλά έναν θεατή που θα σαστίσει στην τελική σκηνή που κάνει κατανοητό το ποιοι είναι οι βάρβαροι. Ένα όμορφο για τα μάτια πλάνο, αλλά ο θεατής συμμετέχει μονάχα οπτικά σε αυτό, μια και λόγω χρόνιας εκπαίδευσης έχει ως αυτονόητο από πολύ νωρίτερα το ποιος είναι ο βάρβαρος και ποιος όχι.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.