Η Βιριδιάνα είναι μια δόκιμη καλόγρια που λίγο πριν δώσει τον όρκο της, πηγαίνει έπειτα από εντολή της ηγουμένης να επισκεφτεί τον θείο της, ο οποίος είχε αναλάβει και τη μόρφωσή της. Ο θείος της, ο Δον Ζέμε, ζει μόνος του σε μια έπαυλη καθώς έχασε τη γυναίκα του την ημέρα του γάμου τους. Με τη βοήθεια της υπηρέτριάς του, κάνει πρόταση γάμου στη Βιριδιάνα, αλλά εκείνη αρνείται. Επιστρέφοντας στο μοναστήρι, όμως, μαθαίνει ότι ο θείος της αυτοκτόνησε και της αφήνει το κτήμα.

Σκηνοθεσία:

Luis Bunuel

Κύριοι Ρόλοι:

Silvia Pinal … Viridiana

Francisco Rabal … Jorge

Fernando Rey … Δον Jaime

Jose Calvo … Δον Amalio

Margarita Lozano … Ramona

Jose Manuel Martin … ο κουτσός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Julio Alejandro, Luis Bunuel

Παραγωγή: Gustavo Alatriste

Μουσική: Gustavo Pittaluga

Φωτογραφία: Jose F. Aguayo

Μοντάζ: Pedro del Rey

Σκηνικά: Francisco Canet

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Viridiana
  • Ελληνικός Τίτλος: Βιριδιάνα

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Halma του Benito Perez Galdos.

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία, παρότι με χρήματα από το Μεξικό, ήταν η επιστροφή του δημιουργού στην Ισπανία μετά από την αυτοεξορία του στον εμφύλιο, αλλά συνοδεύτηκε από την απαγόρευση της προβολής στην χώρα του (που κράτησε μέχρι και τον θάνατο του δικτάτορα Φράνκο) και την αυστηρή αποκήρυξη από το Βατικανό. Οι αντιδράσεις, παρά ταύτα, ξεκίνησαν μετά τη βράβευση στις Κάνες, στις οποίες την ταινία έστειλαν οι ίδιες οι ισπανικές αρχές.
  • Το αρχικό φινάλε είχε αλλάξει μετά από απαίτηση της επιτροπής λογοκρισίας της Ισπανίας. Εκεί η Βιριδιάνα χτυπούσε την πόρτα του ξαδέλφου της, έμπαινε μέσα, και η πόρτα έκλεινε πίσω της.
  • Για την κλασική σκηνή του Μυστικού Δείπνου, οι ηθοποιοί που έπαιζαν τους επαίτες δεν αρκούσαν, και επιστρατεύτηκαν τρία μέλη του συνεργείου.
  • Σε ψηφοφορία του 2016 ανάμεσα σε 350 ισπανούς εμπειρογνώμονες του χώρου, η ταινία ψηφίστηκε ως η σπουδαιότερη ισπανική όλων των εποχών με 227 ψήφους. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και ψηφοφορία του 1996.

Κριτικός: Σοφία Γουργουλιάνη

Έκδοση Κειμένου: 15/4/2020

Κι αν με ένα κλείσιμο των ματιών τα χρυσά κουτάλια και τα σκάφη του βασιλιά ανήκαν στον άστεγο, κι ο βασιλιάς κοιμόταν ξαφνικά σε ένα παγκάκι στην Κάνιγγος; Ο Μπουνιουέλ, ενδεχομένως, να μην επισκέφτηκε ποτέ την πλατεία Κάνιγγος στις 7 το πρωί, έζησε όμως την εποχή του Φράνκο και με τη «Βιριδιάνα» του επιρρίπτει ευθύνες σε ένα σύστημα που τρέφεται αιώνια από καταπιεστές και καταπιεσμένους, από βασιλιάδες που χορηγούν παντεσπάνια  για αντίδοτα κι από «κατώτερους» με μοναδική σωτηρία το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Σε μια ταινία -βαθιά- πολιτική, ο Μπουνιουέλ αφηγείται την ιστορία μιας μοναχής σε μια επίσκεψη στον θείο της, που -μετά το θάνατο του- μετατρέπεται σε παντοτινή αρμένικη βίζιτα. Η νεαρή και πανέμορφη μοναχή εγκαθίσταται στο πολυτελές σπίτι και αποφασίζει να περιθάλψει εντός του άστεγους της ευρύτερης περιοχής. Κι αν η αφήγηση σας μοιάζει με παιδικό παραμύθι ή με μεξικάνικο σίριαλ με κακούς γαιοκτήμονες και όμορφες πλην αγαθές γυναίκες, στο σύμπαν του  Μπουνιουέλ ποτέ δεν έζησε κανείς καλά κι εμείς, πάντα, ζούμε χειρότερα, ενώ αποδομεί -για άλλη μία φορά- μοναδικά και σχεδόν χαιρέκακα το μουχλιασμένο μελόδραμα.

Κι αν η θεματολογία του Μπουνιουέλ μοιάζει να κινείται εμμονικά γύρω από τον απόλυτο διασυρμό της αστικής τάξης, την καταδίκη της υποκρισίας της καθολικής εκκλησίας και την ανάδειξη της ίδιας της πίστης σε όπιο για τους αφελείς, διαθέτει ένα μαγικό ραβδί που μετατρέπει τις ταινίες του σε εμπειρία θέασης μοναδική, που δεν λέει να ξεθωριάσει ούτε με το πέρασμα μιας  εξηκονταετίας.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 23/5/2025

Το 1961, η «Viridiana» του Λουίς Μπουνιουέλ δεν ήταν απλά μια κινηματογραφική επιστροφή στην Ισπανία μετά από δεκαετίες εξορίας. Ήταν μια τελετουργική, σχεδόν προφητική, εισβολή, μια εκδίκηση του οραματιστή που είχε χαρτογραφήσει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Μετά το ωμό ντοκιμαντέρ «Γη Χωρίς Ψωμί» (1931), η «Viridiana» σηματοδότησε την επανένωσή του με μια πατρίδα που τον γέννησε, τον εξόρισε και, με την επιστροφή του, τον καταδίκασε εκ νέου σε λογοκρισία, μίσος και διώξεις. Αργότερα θα ακολουθούσε η «Tristana» (1970), ολοκληρώνοντας μια τριάδα αριστουργημάτων όπου ο Μπουνιουέλ εκφράζεται με ένταση, βία και πάθος που μοιάζουν να πηγάζουν από τα σπλάχνα της ίδιας της ισπανικής γης.

Ανάμεσα στη «Viridiana» και την «Tristana» πλέκονται υπόγειες συγγένειες, σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που σφυρηλάτησε η μπουνιουελική ιδιοφυΐα. Κομβική φιγούρα και στις δύο ταινίες ο Φερνάντο Ρέι, το alter ego του σκηνοθέτη, ενσαρκώνει τον ηλικιωμένο, μισάνθρωπο αστό, φορέα μιας ελευθεριακής, σχεδόν αναρχικής ηθικής, παγιδευμένο στην εμμονική του προσήλωση σε μια νεαρή γυναίκα, της οποίας είναι κηδεμόνας. Μέσα από τον Ρέι, ο Μπουνιουέλ εξερευνά τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανδρικής εξουσίας και επιθυμίας, αναδεικνύοντας τη διαβρωτική δύναμη της σεξουαλικής παρόρμησης και της ιδιοκτησιακής μανίας.

Η αφήγηση της «Viridiana» διαρθρώνεται σε δύο μέρη, σαν πράξεις μιας αρχαίας τραγωδίας. Η πρώτη πράξη ξεκινά με την πρόσκληση του Δον Χάιμε (Φερνάντο Ρέι), ενός εύπορου, γηραιού γαιοκτήμονα, βυθισμένου στην απομόνωση της τεράστιας περιουσίας του, προς την ανιψιά του, Βιριδιάνα. Η Σίλβια Πινάλ, σε μια ερμηνεία υποδειγματικής λιτότητας και εσωτερικής έντασης, υποδύεται τη νεαρή δόκιμη μοναχή, έτοιμη να αφιερώσει τη ζωή της στον Θεό. Η Βιριδιάνα δέχεται, σχεδόν εξαναγκασμένη από την ηγουμένη (Ροσίτα Γιάρθα), να επισκεφθεί τον θείο της, έναν άνδρα που πλήρωσε τις σπουδές της αλλά της είναι σχεδόν άγνωστος. Κατά την άφιξή της, η Βιριδιάνα εισέρχεται σε έναν κόσμο φαινομενικής τάξης, όπου όμως υποβόσκει η διαφθορά. Ο Δον Χάιμε, οι σιωπηλοί υπηρέτες -ο Μόντσο (Φρανσίσκο Ρενέ), η δουλική Ραμόνα (Μαργαρίτα Λοζάνο) με την κόρη της, τη μικρή Ρίτα (Τερέσα Ραμπάλ), ένα κοριτσάκι εμμονικά δεμένο με το σχοινάκι της- συνθέτουν ένα σύμπαν όπου η αθωότητα και η φθορά συνυπάρχουν επικίνδυνα. Σύντομα, οι ανομολόγητες επιθυμίες του Δον Χάιμε αποκρυσταλλώνονται: την πείθει να φορέσει το νυφικό της αποθανούσας συζύγου του, στην οποία η Βιριδιάνα μοιάζει εκπληκτικά. Ένα νοσηρό παιχνίδι ταυτίσεων και αιμομικτικών φαντασιώσεων ξεκινά, με αποκορύφωμα την πρόταση γάμου. Λίγο πριν την αναχώρησή της, με τη συνέργεια της Ραμόνα, ο Δον Χάιμε τη ναρκώνει, σχεδιάζοντας τον βιασμό της. Το επόμενο πρωί, ψεύδεται ότι την κακοποίησε, ενώ στην πραγματικότητα, η δειλία τον είχε κυριεύσει.

Η Βιριδιάνα, συντετριμμένη από την υποτιθέμενη βεβήλωση, τον απορρίπτει. Εκείνος, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να την κρατήσει, καταστρέφοντας την πίστη της, αποτυγχάνει. Η αυτοκτονία του, με το σχοινάκι της Ρίτα -ένα σύμβολο αθωότητας που μετατρέπεται σε όργανο θανάτου- κλείνει την πρώτη πράξη. Η δεύτερη πράξη βρίσκει τη Βιριδιάνα να εγκαταλείπει το μοναστικό ιδεώδες, και τον Χόρχε (Φρανσίσκο Ραμπάλ), νόθο γιο του Δον Χάιμε και συγκληρονόμο, να εισβάλλει στη σκηνή.

Η Βιριδιάνα, σε μια πράξη μεταμέλειας ή ίσως μιας νέας, στρεβλής μορφής πίστης, μετατρέπει την έπαυλη σε καταφύγιο για τους ζητιάνους και τους απόκληρους της περιοχής. Ο Χόρχε, πρακτικός και κυνικός, μαζί με την αργεντινή φίλη του, Λουσία (Βικτόρια Ζίνι), εγκαθίσταται με σκοπό την «εξυγίανση» της περιουσίας. Η Λουσία, διαισθανόμενη την έλξη του Χόρχε για τη Βιριδιάνα, αποχωρεί. Η ίδια η Βιριδιάνα, τυφλωμένη από έναν ιδεαλιστικό φιλανθρωπισμό, αγνοεί τις υπόγειες ερωτικές τάσεις.

Η απουσία των κληρονόμων γίνεται το έναυσμα για την έκρηξη. Οι απόκληροι, αυτοί τους οποίους η Βιριδιάνα περιέθαλψε, εισβάλλουν στο αρχοντικό, στήνοντας ένα όργιο ασέβειας και καταστροφής, μια βλάσφημη παρωδία της ίδιας της ιδέας της ευγνωμοσύνης, φτάνοντας ακόμα και σε απόπειρα βιασμού της γυναίκας που τους ευεργέτησε.

Ο Μπουνιουέλ διαποτίζει την ταινία με μια διαβρωτική ειρωνεία, αιχμηρή κοινωνική κριτική με μαρξιστικές αποχρώσεις και μια αμείλικτη εικονοκλασία. Από το σαρκαστικό «Αλληλούια» του Χέντελ που ντύνει τους τίτλους αρχής, μέχρι την ανατριχιαστική παρωδία του «Μυστικού Δείπνου», με τους άστεγους να ποζάρουν ως Απόστολοι και έναν τυφλό να παίρνει τη θέση του Χριστού, ο σκηνοθέτης δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Πλούσιοι και φτωχοί, πιστοί και ασεβείς, όλοι παρουσιάζονται ως όψεις μιας κοινωνίας που αναπαράγει αενάως τη σήψη της.

Το φινάλε είναι αινιγματικό και πολυσήμαντο: ο Χόρχε φέρνει το ηλεκτρικό ρεύμα, σύμβολο εκσυγχρονισμού και ίσως μιας νέας, πιο ωμής μορφής εξουσίας. Η Βιριδιάνα αντικρίζει το σπασμένο της είδωλο στον καθρέφτη, ελευθερώνει τα μαλλιά της -μια πράξη απελευθέρωσης. Η Ρίτα τρυπιέται με το αγκάθινο στεφάνι, σύμβολο μαρτυρίου και πίστης, και το πετά στη φωτιά, μια πράξη αποκήρυξης. Τελικά, η Βιριδιάνα κάθεται, σχεδόν υποταγμένη, να παίξει χαρτιά με τον Χόρχε και τη Ραμόνα, σε μια σκηνή που υποβάλλει την ιδέα ενός ανομολόγητου «ménage à trois».

Η Βιριδιάνα μετατοπίζεται από μια παθητική, σχεδόν ναρκισσιστική αγνότητα σε μια οδυνηρή, ενεργητική αναζήτηση πνευματικότητας, που όμως συντρίβεται πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ο Χόρχε, από την άλλη, συνδυάζει το μίσος για τον πατέρα του με μια ακατέργαστη ορμή κυριαρχίας, ακόμα και πάνω στη Βιριδιάνα. Εκείνος ενσαρκώνει τον άγριο, άθεο καπιταλισμό · εκείνη, την άκαρπη, σχεδόν παιδική πίστη που λειτουργεί μηχανικά, απάνθρωπα. Το μήνυμα του Μπουνιουέλ είναι σαφές, σχεδόν αφοριστικό: χωρίς αξιοπρέπεια, η φιλανθρωπία -είτε θρησκευτική είτε κρατική- είναι κενή περιεχομένου, ένα προσωρινό μπάλωμα που αφήνει ανέγγιχτη την ουσία της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ο Μπουνιουέλ, πιστός στη σουρεαλιστική του νεότητα και στην ακατάβλητη δίψα του για παράβαση, καταφέρνει με τη «Viridiana» ένα ισχυρό πλήγμα στον κοινωνικό κομφορμισμό, διασκεδάζοντας με την υποκρισία και την ηθική νωθρότητα της καθολικής, επαρχιακής αστικής τάξης της Ισπανίας. Ενορχηστρώνει με μαεστρία φετιχιστικές συμπεριφορές, ονειρικές φαντασιώσεις, διαστροφές και βλάσφημες τελετουργίες. Η ομορφιά της ταινίας έγκειται στον φαινομενικό κλασικισμό της αφήγησής, ο οποίος διαρκώς υπονομεύεται από διανοητικές εικόνες-σοκ και ένα μοντάζ που εισάγει το παράδοξο και τη νεωτερικότητα.

Ανάμεσα στις σκηνές που χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη, ξεχωρίζει το βλάσφημο συμπόσιο των ζητιάνων, η παρωδία του Μυστικού Δείπνου που μετατρέπει την ιερότητα σε γκροτέσκα φάρσα. Αλλά και οι σκηνές όπου ο Δον Χάιμε, σε μια νεκρόφιλη έκσταση, αναγκάζει την ανιψιά του να φορέσει το νυφικό της νεκρής συζύγου -αντήχηση του «Vertigo» του Χίτσκοκ- και η επακόλουθη απόπειρα βιασμού, αποτελούν κορυφώσεις της μπουνιουελικής τόλμης.

Ακόμη και σήμερα, η «Viridiana» διατηρεί ακέραια την προκλητική της δύναμη. Δεν είναι μια ταινία που προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή καθησυχαστικά ηθικά διδάγματα. Αντιθέτως, είναι ένα έργο τέχνης που σπέρνει ερωτήματα, ανατρέπει βεβαιότητες και ωθεί τον θεατή σε μια άβολη, αλλά γόνιμη ενδοσκόπηση. Ο Μπουνιουέλ, με την ιδιοφυή του σκηνοθεσία και το ανυπότακτο πνεύμα του, μας καλεί να αναλογιστούμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής, τις αντιφάσεις της πίστης και την αιώνια πάλη μεταξύ ιδεαλισμού και μιας αδυσώπητης πραγματικότητας. Μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή πνευματικότητα ίσως δεν βρίσκεται στην τυφλή προσκόλληση σε δόγματα και τελετουργίες, αλλά στην ειλικρινή αναζήτηση, στην κριτική σκέψη και στην αποδοχή της αμφισημίας που είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η «Viridiana» είναι, εντέλει, ένας ύμνος στην ελευθερία της σκέψης και μια ατρόμητη εξερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης αντοχής και της πίστης, σε έναν κόσμο που συχνά φαντάζει αφιλόξενος, παράλογος, σχεδόν μπουνιουελικός. Ο υπόγειος ερωτισμός, ο θειώδης και προκλητικός χαρακτήρα της ταινίας δεν παύουν να εκπλήσσουν. Κατανοεί κανείς το τεράστιο σκάνδαλο που προκάλεσε η βράβευσή της με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες: ο επικεφαλής της ισπανικής κινηματογραφίας απολύθηκε, η ταινία απαγορεύτηκε στην Ισπανία μέχρι τον θάνατο του Φράνκο και αφορίστηκε από το Βατικανό. Για άλλη μία φορά, ο Μπουνιουέλ υπερέβη τον νατουραλισμό και τις κινηματογραφικές συμβάσεις, αφήνοντας τα όνειρα, την ελευθερία και τη φαντασία να θριαμβεύσουν, ακόμα κι αν αυτός ο θρίαμβος είναι πικρός, αμφίσημος και βαθιά ανησυχητικός. Η «Viridiana» παραμένει ένα έργο που θα συνεχίσει να συζητείται, να αναλύεται και να προκαλεί, ακριβώς επειδή αγγίζει, με τρόπο σχεδόν βίαιο, τις πιο ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης συνείδησης.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *