Μια επιθεωρήτρια της αστυνομίας στο Παρίσι, αστυνομικός με μεγάλη ηθική ακεραιότητα, ρομαντική εκ φύσεως και συγγραφέας στον ελεύθερο χρόνο της, ζει, φαινομενικά ήσυχα, με τον σύζυγό της, μετά τον θάνατό της αδερφής της. Όταν όμως αίφνης ανακαλύπτει τη διπλή ζωή του άντρα της, μεταστρέφεται και ανίκανη να διαχειριστεί το σοκ οδηγείται σε μέχρι πρότινος αδιανόητες για εκείνη πράξεις.

Σκηνοθεσία:

Jean-Paul Civeyrac

Κύριοι Ρόλοι:

Sophie Marceau … Juliane Verbeeck

Johan Heldenbergh … Hugo Verbeeck

Cristina Flutur … Virginia

Heloise Bousquet … Solene

Michael Erpelding … Nils

Ouassini Embarek … Sami

Christelle Cornil … Fabienne

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jean-Paul Civeyrac

Παραγωγή: Frederic Niedermayer

Μουσική: Valentin Silvestrov

Φωτογραφία: Pierre-Hubert Martin

Μοντάζ: Louise Narboni

Σκηνικά: Brigitte Brassart

Κοστούμια: Anne Rodrigues

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Une Femme de Notre Temps
  • Ελληνικός Τίτλος: Μια Γυναίκα
  • Διεθνής Τίτλος: A Woman

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη γαλλική ταινία για τη ρουμάνα Cristina Flutur, παρότι έχει ήδη εργαστεί σε αρκετές χώρες της Ευρώπης.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 26/2/2024

Ένα προσόν που έχει το φιλμ του Jean-Paul Civeyrac είναι ότι περιστρέφεται γύρω από μια ηρωίδα που είναι πραγματικά απρόβλεπτη κι έντονα συναισθηματική, κι επομένως δεν μπορεί να μπει σε βολικά καλούπια κινηματογραφικών δομών. Δυστυχώς είναι όμως μέρος μιας πλοκής με ελάχιστες ιδέες, που κάνει κύκλους και τελικά επιλέγει υπερβολικά ασφαλείς δρόμους για να ξεχωρίσει.

Μια από τις σωστές δημιουργικές αποφάσεις που λαμβάνονται αφορά το ότι το σενάριο αποφεύγει να γίνει υπερεπεξηγηματικό σχετικά με το παρελθόν της πρωταγωνίστριας, αφήνει σκόπιμα κενά για να τα γεμίσει ο εκάστοτε θεατής με αυτό που κρίνει ως σωστό για να προκύψει μια ολοκληρωμένη εικόνα. Γενικά σχηματίζεται ένα ευκρινές περίγραμμα από το οποίο μπορεί να βγάλει κανείς συμπεράσματα, ακόμη και αν δεν υπάρχει βάθος τέτοιο που να οδηγεί σε μια πραγματικά ουσιαστική ανάλυση. Το πραγματικό θέμα όμως είναι πως δεν πείθουν όλες οι στάσεις της διαδρομής. Κάποιες μεταστροφές του εν λόγω χαρακτήρα φαίνονται ιδιαίτερα αψυχολόγητες σε συνάρτηση με όσα προηγήθηκαν, μοιάζουν περισσότερο με αμηχανία εκ μέρους του Civeyrac για το πώς να λύσει έναν κόμπο που έμπλεξε πολύ. Και είναι κάπως προβληματικό πως το ενδιαφέρον του θεατή διατηρείται λόγω περιέργειας, όχι λόγω μιας δυνατής σύνδεσης με το πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της όλης δραματουργίας. Είναι όμως και σημεία της πλοκής που προκύπτουν βεβιασμένα και στηριζόμενα υπέρ το δέον στον παράγοντα της τύχης για να πείσουν, ειδικά από τη στιγμή που γίνεται ξεκάθαρο από την αρχή ότι δεν επιλέγεται η εμπορική οδός ως άποψη. Αλλά και η κλιμάκωση της ιστορίας, που μεταφέρει τη δράση ξεκάθαρα στα χωράφια ενός δραματικού θρίλερ, είναι ελαφρώς φαιδρή στο πώς στήνεται, και είναι κρίμα γιατί στην πραγματικότητα οι εσωτερικές διεργασίες μέσα από τις οποίες περνάει ο ρόλος της Marceau μόνο γελοίες δεν είναι. Δεν βοηθάει και το ότι σε μερικές κομβικές σκηνές η χρήση της μουσικής είναι πομπώδης σε βαθμό που αποσυντονίζει (με σύγχρονες κλασικές συνθέσεις του Valentyn Silvestrov μεταξύ άλλων). Το δε φινάλε εξηγείται εύκολα από ψυχολογικής σκοπιάς, αλλά δίνει ταυτόχρονα την εντύπωση μιας βολικής και κάπως δειλής κατακλείδας. Στο ενδιάμεσο έχει χαθεί υπερβολικά πολύς χρόνος για να στηθούν όλα τα πιόνια στη νοητή σκακιέρα μέχρι να ξεκινήσει το «παιχνίδι».

Η Sophie Marceau πάντως πετυχαίνει στο να σκιαγραφήσει ένα πρόσωπο γεμάτο αντιφάσεις με μια αντίστοιχα γεμάτη διακυμάνσεις ερμηνεία, που πηγαινοέρχεται από την ψυχρότητα στην οδύνη και που δεν δείχνει υπερβολική ούτε όταν φτάνει στα όρια γιατί στην πορεία γίνεται σαφές και ότι η ιστορία δεν αφορά ένα πρόσωπο που δρα απαραιτήτως ορθολογικά, τουλάχιστον έτσι όπως υπαγορεύουν τον χαρακτηρισμό αυτό πολυχρησιμοποιημένες συμβάσεις στο σινεμά. Και γενικά το φιλμ έχει χτιστεί έτσι ώστε να πλαισιώνει το συγκεκριμένο πορτρέτο δίνοντας πολύ λιγότερη βαρύτητα σε περιφερειακούς χαρακτήρες, ασχέτως αν ξεχωρίζουν κάποιοι ηθοποιοί περισσότερο από άλλους λόγω μεγαλύτερου ζήλου (ειδικά ο Michael Erpelding φέρνει στο κάδρο μια ισχυρή ένταση έστω για τα λίγα λεπτά που εμφανίζεται).

Δεν πρόκειται για μια εντελώς αδιάφορη δουλειά, υπάρχουν στοιχεία που αναγνωρίζονται ως θετικά και που αν επεξεργάζονταν ακόμη καλύτερα μπορεί να έβγαζαν σινεφίλ «λαβράκια», όμως στο τέλος τα υλικά δεν δένουν αρκετά αποτελεσματικά για να μιλήσει κάποιος για κάτι ανώτερο από ένα αναποφάσιστο ψυχογράφημα με καλές προθέσεις.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

7 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *