Τεχεράνη, 1988. Ο Σιντέχ είναι μια γυναίκα με πολλά στον νου της. Βρισκόμαστε στις τελευταίες ημέρες του πολέμου Ιράν-Ιράκ και ο στρατός κάλεσε τον άντρα της να πάει στο μέτωπο. Την ίδια ώρα, μαθαίνει ότι η κυβέρνηση δεν την αφήνει να συνεχίσει τις σπουδές της, λόγω του ακτιβιστικού της παρελθόντος. Επιπρόσθετα με αυτά, οι διαφορές των πεθερικών τη βρίσκουν μπλεγμένη σε μια κατάσταση χάους. Αλλά όλα έρχονται τελευταία, όταν μια υπερφυσική δύναμη φαίνεται να καταλαμβάνει την κόρη της. Την ίδια ώρα που το σπίτι τους απειλείται από τις βόμβες του πολέμου, η Σιντέχ μάχεται ανάμεσα στον εφιάλτη και την πραγματικότητα, ολομόναχη καθώς οι γείτονες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους.

Σκηνοθεσία:

Babak Anvari

Κύριοι Ρόλοι:

Narges Rashidi … Shideh

Avin Manshadi … Dorsa

Bobby Naderi … Iraj

Ray Haratian … Κος Ebrahimi

Arash Marandi … Δρ Reza

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Babak Anvari

Παραγωγή: Emily Leo, Oliver Roskill, Lucan Toh

Μουσική: Gavin Cullen, Will McGillivray

Φωτογραφία: Kit Fraser

Μοντάζ: Chris Barwell

Σκηνικά: Nasser Zoubi

Κοστούμια: Phaedra Dahdaleh

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Under the Shadow
  • Ελληνικός Τίτλος: Στη Σκιά του Φόβου

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο Bafta καλύτερου βρετανικού ντεμπούτου. Υποψήφιο για καλύτερη βρετανική ταινία.
  • Επίσημη πρόταση της Μεγάλης Βρετανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Παραλειπόμενα

  • Κινηματογραφικό ντεμπούτο για τον ιρανο-βρετανό Babak Anvari στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία.
  • Η ιστορία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις παιδικές αναμνήσεις του Anvari από τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Ήταν περίπου στην ηλικία της μικρής Ντόρσα, όταν το 1988 οι βομβαρδισμοί ανάγκασαν την οικογένειά του να εγκαταλείψει την Τεχεράνη.
  • Το σενάριο αναπτύχθηκε επί περίπου τρία χρόνια: ο Anvari έγραψε τις πρώτες εκδοχές και συνέχισε να το επεξεργάζεται για έναν ακόμη χρόνο μαζί με τους παραγωγούς μετά την ένταξη της Wigwam Films στο εγχείρημα.
  • Ο Anvari επέμενε να γυριστεί η ταινία στα φαρσί, παρότι αρκετοί παραγωγοί θεωρούσαν ότι αυτό θα έκανε το φιλμ σχεδόν αδύνατο να δημιουργηθεί ως μια βρετανική παραγωγή. Η Wigwam Films ήταν από τις πρώτες εταιρείες που δέχτηκαν εξαρχής την επιλογή του.
  • Η ταινία δεν μπορούσε πρακτικά να γυριστεί στο Ιράν, καθώς οι περιορισμοί δεν επέτρεπαν, μεταξύ άλλων, να κινηματογραφείται μια γυναίκα στο σπίτι της χωρίς μαντίλα. Ο Anvari όμως θεωρούσε κάτι τέτοιο εντελώς αναληθοφανές για την ιστορία του. Τα γυρίσματα έτσι πραγματοποιήθηκαν στην Ιορδανία, με το Αμμάν να “υποδύεται” την Τεχεράνη του 1980. Για την ανασύσταση της τότε Τεχεράνης, ο σκηνοθέτης συγκέντρωσε παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και αναζητούσε ξεχωριστά την εμφάνιση αντικειμένων της εποχής, από τηλέφωνα και αυτοκίνητα μέχρι τσαγιέρες, ρούχα και πινακίδες κυκλοφορίας.
  • Τα γυρίσματα διήρκεσαν μόλις 21 ημέρες, γεγονός που έκανε ιδιαίτερα απαιτητική την παραγωγή για έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη.
  • Ο ήχος του ραγισμένου ταβανιού και ο άνεμος αποτελούν επαναλαμβανόμενα ηχητικά μοτίβα, καθώς στην παράδοση των Τζιν θεωρείται ότι τα πνεύματα μπορούν να ταξιδεύουν με τον άνεμο.
  • Ανάμεσα στις βασικές κινηματογραφικές επιρροές του Anvari ήταν το Μωρό της Ρόζμαρι και το Αποστροφή του Roman Polanski, ενώ αναφέρει γενικότερα ως επιρροές και το ισπανικό Ορφανοτροφείο και άλλες χτίζουν την ένταση πάνω σε υπαινικτικό τρόμο.
  • Η μικρή Avin Manshadi, που υποδύεται την Ντόρσα, βρέθηκε μέσω της ιρανικής κοινότητας και σχετικών οργανώσεων στο Λονδίνο. Ο Anvari εντυπωσιάστηκε από την πρώτη της κιόλας ακρόαση.

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 2/11/2016

Τεχεράνη 1988, λίγο πριν το τέλος του πολυετούς πολέμου Ιράν-Ιράκ, κι ενώ το Ιράκ βομβαρδίζει την πόλη. Το καθεστώς αποκλείει τη Σιντέ από τις σπουδές της στην ιατρική, επειδή την περίοδο της επανάστασης συμμετείχε ως φοιτήτρια σε αριστερή οργάνωση, κάτι που την κάνει λίγο πικρόχολη με τον γιατρό άντρα της. Όταν τον επιστρατεύουν να ασκήσει το καθήκον του σε εμπόλεμη ζώνη, εκείνος παροτρύνει τη Σιντέ να φύγει με τη μικρή τους κόρη Ντόρσα και να πάνε για προστασία στα πεθερικά. Εκείνη αρνείται τη «μικροαστική λύση», σταδιακά η πολεμική ένταση κλιμακώνεται, ένα πύραυλος τρυπάει τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας τους χωρίς να εκραγεί, η μικρή Ντόρσα αναζητά τη χαμένη κούκλα της, ενώ η ίδια, ένα αγόρι φίλος της και μια γειτόνισσα πιστεύουν στην ύπαρξη ενός τζίνι-δαίμονα που τους τριγυρίζει με κακό σκοπό και μάλιστα θέλει την κούκλα ως βουντού-εργαλείο.

Γεννημένος στο Ιράν και ζώντας στην Αγγλία, ο Μπαμπάκ Ανβαρί γράφει και σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, με αγγλική εταιρία και συμπαραγωγή από το Κατάρ και την Ιορδανία -τα γυρίσματα στο Αμάν. Αν συνυπολογίσουμε το καλιφορνέζικο «Ένα Κορίτσι Γυρίζει Σπίτι Μόνο του τη Νύχτα» (2014) της Άνα Λίλι Αμιρπούρ (θέμα: γυναίκα βαμπίρ στο Ιράν), μοιάζει σαν οι εμιγκρέδες ιρανοί καλλιτέχνες να θέλουν να χρησιμοποιήσουν τους κώδικες της ταινίας τρόμου σαν μια αλληγορία για το αυστηρό θεοκρατικό καθεστώς της πατρίδας τους. Ωστόσο, και πολύ σωστά, ο Ανβαρί αποφεύγει οποιαδήποτε άμεση καταγγελία και αφήνει τα κοινωνικά θέματα να ζυμωθούν ελεύθερα στον νου του θεατή, από την ίδια την κατάσταση των πραγμάτων, με τη μεταφυσική να λειτουργεί ως πολυσήμαντη αλληγορία. Όπως και στις ταινίες του Φαραντί, έχουμε να κάνουμε με μικρομεσαίους αστούς, ρεαλιστές, καθόλου θρήσκους, που κρυφά καταναλώνουν δυτική κουλτούρα. Η Σιντέ διαθέτει βίντεο (οι γείτονες να μην το δουν) με κασέτες από αερόμπικ της Τζέιν Φόντα μέχρι pop-rock βιντεοκλίπ, είναι αυστηρή με τις δεισιδαιμονίες της κόρης της, διπλωματική με τη σπιτονοικοκυρά της πολυκατοικίας, αρχικά ψύχραιμη. Σταδιακά, καθώς οι βομβαρδισμοί γίνονται όλο και πιο απειλητικοί, με τους σύνοικους να φεύγουν και τις σκηνές μεταφυσικού σοκ να πληθαίνουν, η Σιντέ θα παρασυρθεί από τον πανικό και θα χρειαστεί χρόνο να ανασυντάξει το οικοδόμημα της λογικής.

Ο Ανβαρί χειρίζεται τους κανόνες του μεταφυσικού θρίλερ διακριτικά, υπαινικτικά, όσο πρέπει για να βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μεταξύ κινηματογραφικής φαντασίας και πνευματικής διαταραχής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Πολύ έξυπνα, ευφάνταστα, η απόκοσμη οντότητα όταν σπάνια εκδηλώνεται, φαίνεται περισσότερο από στροβιλισμούς που κάνουν υφάσματα που παραπέμπουν σε ρόμπες, τσαντόρ κ.λπ., δηλαδή σημεία της ισλαμικής πατριαρχικής καταστολής -άλλωστε τα υποκείμενα του δράματος είναι γυναίκες. Γενικά, ο σκηνοθέτης παίζει δεξιοτεχνικά με τα σημεία. Π.χ. το κομμάτι της κούκλας που απομένει και τα φύλλα του βιβλίου-δώρου του πατέρα της που ξεφυλλίζονται απ` τον αέρα παραπέμπουν περισσότερο στην αβάσταχτη δυσκινησία του όλου κοινωνικού προβλήματος, παρά στο κλασικό κλείσιμο του ματιού (τύπου: όχι, δεν τελειώσαμε…) των θρίλερ τρόμου. Μια αβάσταχτη δυσκινησία, όπως εκφράστηκε και με το αυτοκίνητο που δεν έπαιρνε μπρος στο «Τι Απέγινε η Έλι».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *