Ολλανδία, 17ος αιώνας. Κατά την περίοδο της εθνικής μανίας με τις τουλίπες, ο Γιαν βαν Λους, ένας καλλιτέχνης, ερωτεύεται τη Σοφία, μια νεαρή και παντρεμένη γυναίκα, της οποίας έχει μισθωθεί από τον σύζυγο να ζωγραφίσει το πορτρέτο της. Οι δυο ερωτευμένοι νέοι επενδύουν στη δύσκολη αγορά της τουλίπας ώστε να χτίσουν ένα μέλλον μαζί.

Σκηνοθεσία:

Justin Chadwick

Κύριοι Ρόλοι:

Dane DeHaan … Jan van Loos

Alicia Vikander … Sophia Sandvoort

Christoph Waltz … Cornelis Sandvoort

Jack O’Connell … Willem Brok

Holliday Grainger … Maria

Judi Dench … η ηγουμένη

Zach Galifianakis … Gerrit

Matthew Morrison … Mattheus

Cara Delevingne … Annetje

Joanna Scanlan … Κα Overvalt

Tom Hollander … Δρ Sorgh

Kevin McKidd … Johan De Bye

David Harewood … Κος Prater

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Deborah Moggach, Tom Stoppard

Παραγωγή: Alison Owen, Harvey Weinstein

Μουσική: Danny Elfman

Φωτογραφία: Eigil Bryld

Μοντάζ: Rick Russell

Σκηνικά: Simon Elliott

Κοστούμια: Michael O’Connor

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Tulip Fever

Ελληνικός Τίτλος: Ο Πυρετός της Τουλίπας

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Tulip Fever της Deborah Moggach.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία ήταν στα πρόθυρα να ξεκινήσει γυρίσματα το 2004. Ένας ξαφνικός όμως φόρος της βρετανικής κυβέρνησης απογείωσε το μπάτζετ και η ταινία έκλεισε ρολά. Πρωταγωνιστές ήταν οι Jude Law, Keira Knightley ενώ ο John Madden ήταν σκηνοθέτης. Τα γυρίσματα με το νέο καστ και διαφορετική εταιρία παραγωγής επανήλθαν το 2014, οπότε και τελείωσαν. Αλλά ενώ έκανε δοκιμαστική προβολή τον Νοέμβρη του ’14, η έξοδο της ταινίας αναβλήθηκε για δύο χρόνια. Οι φήμες μιλούν ότι έγινε νέο μοντάζ, μια και ο παραγωγός Harvey Weinstein δεν ήταν ικανοποιημένος.
  • Αρχικός Βαν Λους ήταν ο Matthias Schoenaerts, αλλά αποχώρησε.
  • Μεγάλη αποτυχία στα ταμεία, με κέρδη μόλις 8,4 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ ο προϋπολογισμός ήταν στα 25.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 22/8/2017

Ένα πρότζεκτ που σκάλωσε σε μια δεκαετή αναβολή μέχρι να εκτελεστεί ενώ πήρε αλλά τρία χρόνια από την ολοκλήρωση των γυρισμάτων για να κυκλοφορήσει στις αίθουσες (πριν ακόμη βραβευθεί με Όσκαρ η πρωταγωνίστρια του για το “The Danish Girl”), το “Tulip Fever” καθιστά εμφανές το γεγονός ότι σαν παραγωγή διέπεται από πολλά προβλήματα που κατά πάσα πιθανότητα είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν είδε σύντομα το φως της κινηματογραφικής διανομής.

Ο Justin Chadwick, σκηνοθέτης με τηλεοπτική κυρίως προϋπηρεσία, δεν έχει δυστυχώς δώσει επαρκή διαπιστευτήρια για την αποτελεσματική αποπεράτωση μιας ταινίας εποχής, ίσα ίσα, όταν του δόθηκε η ευκαιρία με το “The Other Boleyn Girl” να αφηγηθεί τη σημαδιακή ιστορία της άκρως τραγικής φιγούρας της αγγλικής ιστορίας Anne Boleyn το αποτέλεσμα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια καλοφτιαγμένη σαπουνόπερα, με αμφισβητήσιμης ιστορικής ακρίβειας υπόνοιες για το χαρακτήρα της συγκεκριμένης γυναίκας που όμως εν μέρει οφείλονται και στη λογοτεχνική πηγή στην οποία βασίστηκε. Διασκευή βιβλίου αποτελεί και το συγκεκριμένο φιλμ, και παρόλο που δε σηκώνει στους ώμους του το ειδικό βάρος μιας αληθινής ιστορίας όπως αυτής της προαναφερθείσας ταινίας (αν κι εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας πραγματικής τάσης μιας παρελθούσας χρονικής περιόδου, σίγουρα όμως μικρότερης πολιτικοκοινωνικής σημασίας κι εμβέλειας από την Αγγλική Μεταρρύθμιση) καταφέρνει να αφήσει μια ακόμη πιο χλιαρή εντύπωση από την προηγούμενη κατάδυση του δημιουργού της στο είδος του δράματος εποχής. Ο Chadwick δε φαίνεται να έχει μάθει από τα λάθη του: όσο κυλάει το έργο και οι εξελίξεις ακολουθούν η μία την άλλη, στο βαθμό που η πλοκή καταντάει τραβηγμένη από τα μαλλιά από ένα σημείο κι έπειτα, τόσο πιο πολύ το συνολικό αποτέλεσμα θυμίζει κι εδώ μια σαπουνόπερα που έχει απλά το προνόμιο μιας όμορφης όψης χάρη στη φωτογραφία του («κεντάει» εδώ ο Eigil Bryld που είχε κάνει μια αξιομνημόνευτη δουλειά στο απολαυστικά θεοσκότεινο “In Bruges”). Κυρίως όμως και παρά τις προσπάθειες κάποιων ερμηνευτών, ιδιαίτερα της Vikander, είναι σχεδόν αδύνατο να επενδύσει κανείς το ενδιαφέρον του για όσα συμβαίνουν επί της οθόνης. Υπάρχει μια περίεργη ψυχρότητα και αποστασιοποίηση, κάτι που γίνεται ακόμη πιο προβληματικά αισθητό όταν έρχεται η ώρα να περιγραφούν καταστάσεις έρωτα και πάθους. Ειδικά μια υποπλοκή που αφορά την υπηρέτρια του σπιτικού του χαρακτήρα του Waltz (ο οποίος εδώ φαίνεται να τυποποιείται περισσότερο από ποτέ, κάτι που είναι κρίμα αν αναλογιστεί κανείς τις ημέρες του “Inglourious Basterds”) είναι ιδιαίτερα προχειρογραμμένη και αδιάφορη, όσο κι αν προσπαθεί το σενάριο του θρυλικού θεατράνθρωπου Tom Stoppard να της προσδώσει μια βαρύτητα αναβαθμίζοντας το δευτερεύοντα αυτό χαρακτήρα ως αφηγητή της ταινίας (χωρίς να είναι καν το πιο σημαίνον πρόσωπο της ιστορίας).

Η παραγωγή είναι αδιαμφισβήτητα άρτια, έστω κι αν με πονηρά τεχνάσματα (επιλογή κυρίως κλειστών χώρων για την εξέλιξη της δράσης) προσπαθεί να αποκρύψει ότι δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε κόστος, παρά τα πλουμιστά κοστούμια και το πελώριο καστ γεμάτο αναγνωρίσιμα ονόματα, που όμως δεν είναι πάντοτε ταιριαστά για τους ρόλους που καλούνται να υποδυθούν (το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι ο εντελώς εκτός κλίματος και ύφους Zach Galifianakis). Ύστερα από αρκετά άτσαλα γυρίσματα του σεναρίου έρχεται και με βεβιασμένο τρόπο η κατάληξη για να τα βάλει όλα με ασφάλεια και προβλεψιμότητα στη θέση τους κι έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό του θεατή ερωτήματα ως προς την αναγκαιότητα ύπαρξης του συγκεκριμένου πονήματος, πέραν της περιστασιακής καλλιέπειας των εικόνων και της απόλαυσης της παρακολούθησης μεγάλων ερμηνευτικών ονομάτων έστω και σε λιπόσαρκους σε ψυχοσύνθεση ρόλους. Δεν είναι προσβλητικά κακό, δεν αποφεύγει όμως το χαρακτηρισμό του ανιαρού και, τελικά, του ανούσιου.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.