Βρισκόμαστε στο 1973. Ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχίζει να φθείρει τις διεθνείς σχέσεις. Οι Μυστικές Υπηρεσίες της Βρετανίας (ή αλλιώς ΜΙ6 ή «Σέρκους») μοχθούν να μείνουν ένα βήμα μπροστά από τις ομόλογες ξένες υπηρεσίες και να κρατήσουν τη Βρετανία ασφαλή. Ο επικεφαλής του Σέρκους, γνωστός και ως Έλεγχος, παίρνει προσωπικά την απόφαση να στείλει τον αφοσιωμένο επιτελή Τζιμ Πριντό στην Ουγγαρία. Όταν, όμως, η αποστολή του Τζιμ θα πάρει δυσάρεστη τροπή και θα βαφτεί με αίμα, ο Έλεγχος αναγκάζεται να αποσυρθεί από το Σέρκους, μαζί με το δεξί του χέρι, τον Τζορτζ Σμάιλι, έναν επαγγελματία πράκτορα με οξυμένες αισθήσεις.

Σκηνοθεσία:

Tomas Alfredson

Κύριοι Ρόλοι:

Gary Oldman … George Smiley

Colin Firth … Bill Haydon

Tom Hardy … Ricki Tarr

Mark Strong … Jim Prideaux

Ciaran Hinds … Roy Bland

Benedict Cumberbatch … Peter Guillam

David Dencik … Toby Esterhase

Stephen Graham … Jerry Westerby

Simon McBurney … Oliver Lacon

John Hurt … Control

Toby Jones … Percy Alleline

Svetlana Khodchenkova … Irina

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Bridget O’Connor, Peter Straughan

Παραγωγή: Tim Bevan, Eric Fellner, Robyn Slovo

Μουσική: Alberto Iglesias

Φωτογραφία: Hoyte Van Hoytema

Μοντάζ: Dino Jonsater

Σκηνικά: Maria Djurkovic

Κοστούμια: Jacqueline Durran

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Tinker Tailor Soldier Spy

Ελληνικός Τίτλος: Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Tinker Tailor Soldier Spy του John le Carre.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου (Gary Oldman), διασκευασμένου σεναρίου και μουσικής.
  • Βραβείο Bafta καλύτερης βρετανικής ταινίας και σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Gary Oldman), μουσική, φωτογραφία, μοντάζ, σκηνικά, κοστούμια και ήχο.
  • Βραβείο σκηνικών και μουσικής στα Ευρωπαϊκά Βραβεία. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Gary Oldman) και φωτογραφία.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Ριμέικ της ομώνυμης μίνι τηλεοπτικής σειράς του 1979 (βασίζονται στο ίδιο βιβλίο), σκηνοθετημένης από τον John Irvin και με πρωταγωνιστή τον Alec Guinness.
  • Ο παραγωγός και συγγραφέας Peter Morgan (δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ) έγραψε μια πρώτη εκδοχή του σεναρίου κι ετοιμάζονταν να γράψει και το τελικό. Όμως, ένας θάνατος στην οικογένεια του τον έφερε πίσω, αλλά παραμένει στην ταινία ως παραγωγός.
  • Ralph Fiennes, Michael Fassbender, David Thewlis και Jared Harris ήταν υποψήφιοι για ρόλους στην ταινία.
  • Αυτή είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του σκηνοθέτη Tomas Alfredson.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το τελικό τραγούδι που ακούγεται στην ταινία, το La Mer με τον Julio Iglesias, επιλέχτηκε επειδή οι συντελεστές συμφωνούσαν ότι κάτι τέτοιο θα άκουγε όταν ήταν μόνος ο Τζορτζ Σμάιλι.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος 

Έκδοση Κειμένου: 8/2/2012

Τέλη δεκαετίας του 1970, εποχή ακόμη του ψυχρού πολέμου, στο περιβάλλον των μυστικών υπηρεσιών της Βρετανίας: ο Κοντρόλ (Τζον Χαρτ), επικεφαλής της ομάδας Circus, έχει βάσιμες ενδείξεις ότι στον κύκλο τους υπάρχει χρόνια ένας «τυφλοπόντικας», ένας διπλός πράκτορας δηλαδή που υπηρετεί τους Σοβιετικούς -κάτι που στην υπηρεσία θεωρείται από τους άλλους μια παράλογη εμμονή του. Στέλνει, λοιπόν, ανεπίσημα τον Τζον Πριντό (Μαρκ Στρονγκ) στην Βουδαπέστη να μάθει το όνομα του προδότη από έναν Ανατολικό, έχοντας κωδικοποιήσει τα ονόματα του Circus (τους ύποπτους) σύμφωνα με ένα παιδικό τραγουδάκι: Tinker, Tailor, Soldier, Poorman, Beggarman. Το μόνο που ζητάει από τον Πριντό είναι ένα όνομα. Η επιχείρηση αποτυγχάνει, ο Πριντό πυροβολείται και χάνονται τα ίχνη του. Ο άμεσος αντίκτυπος του φιάσκου είναι η εξαναγκασμένη παραίτηση του Κοντρόλ όπως και του υπαρχηγού του, Τζορτζ Σμάιλι (Γκάρι Όλντμαν). Ο Κοντρόλ παρακάτω πεθαίνει από καρδιακό επεισόδιο, ενώ κυβερνητικά στελέχη καλούν κρυφά τον συνταξιοδοτημένο Σμάιλι να ερευνήσει την υπόθεση εκτός πρωτοκόλλου.

Το νέο φιλμ του, σπουδαίου όπως σταδιακά αποδεικνύεται, Σουηδού σκηνοθέτη Τόμας Άλφρεντσον (Άσε το Κακό να Μπει) είναι τόσο ενδιαφέρον που αξίζει κανείς να το απολαύσει. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει να ξεπεραστεί ένα πρόβλημα που ξεκινάει από τη ίδια τη φύση της ιστορίας που βασίζεται σε ένα από τα πιο διάσημα βιβλία του Τζον λε Καρέ. Είναι τόσο φορτωμένη με πολλά πρόσωπα και πληροφορίες καθώς και με φλας-μπακ, που στην προσπάθεια παρακολούθησης της πλοκής, χάνεις την μαστοριά τη σκηνοθεσίας. Θα συνιστούσα, λοιπόν, στον υποψήφιο θεατή, αν δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, να κάνει μια προετοιμασία, ρίχνοντας μια ματιά π.χ. στην Wikipedia και σε δυο «οδηγίες» που παραθέτω αμέσως: ο βασικός ήρωας είναι ο Τζορτζ Σμάιλι, όπως άλλωστε σε αρκετά βιβλία του λε Καρέ. Όλες οι σκηνές στις οποίες εμφανίζεται ο Κοντρόλ, όπως και ο Πριντό στην Βουδαπέστη αλλά και το πρωτοχρονιάτικο πάρτι με όλους τους υπαλλήλους της υπηρεσίας, είναι φλας-μπακ.

Σε αντίθεση με τον Ιαν Φλέμινγκ, ο λε Καρέ, έχοντας διατελέσει κι ο ίδιος υπάλληλος στις MI5 και MI6, δεν ενδιαφέρεται για την κατασκοπική δράση ως κυνηγητά με σασπένς και τεχνολογία, αλλά για το δραματικό περιεχόμενο της κοινωνίας των κατασκόπων. Κι είναι όντως μια ιδιαίτερη κοινωνία που θυμίζει παλιές θρησκευτικές σέκτες. Κάποιος ξεκινάει αρχικά να υπηρετήσει μια πατρίδα και μια ιδεολογία αλλά στην πορεία εμπλέκεται σε μια αντίληψη της πραγματικότητας όπου όλα είναι πολλαπλώς φαινομενικά και η καθεκάστη «αλήθεια» δεν είναι παρά μια σχετική ερμηνεία. Η κάθε πληροφορία μπορεί να είναι δόλωμα και ο κάθε συνεργάτης ή αντίπαλος, ένας ηθοποιός, ένας μπλοφαδόρος. Εντέλει και η κάθε «υπόθεση», «επιχείρηση» συχνά είναι και αυτή ένα παιχνίδι που γεννιέται από τους ίδιους τους «κανόνες του όλου παιχνιδιού». Πάμπολλες υποθέσεις στην ιστορία είχαν να κάνουν περισσότερο με τα «ποιος ξέρει, ποιος ξέρει ότι ξέρω, ποιος ξέρει ότι ξέρω ότι ξέρει» παρά το αν έγινε μια νέα ανακάλυψη από τους αντιπάλους ή κάποιες πολεμικές ασκήσεις. Μια διαρκής διαταραχή ενός «ηλεκτρομαγνητικού» ψυχολογικού πεδίου.

Μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, ένας πράκτορας μπορεί να χάσει το έρμα του και να παρασυρθεί από ψυχολογικές παραμέτρους εκτός του αρχικού στόχου. Οι ομοιότητες μεταξύ των αντιπάλων κατασκόπων (σαν μια ενιαία κοινωνία ναρκομανών της ψυχολογικής έρευνας) μπορούν να γίνουν ισχυρότερες από τις αντιθέσει τους. Υπάρχει μια ιδιοφυής σκηνή (εκτός του βιβλίου, ιδέα των σεναριογράφων Μπρίτζετ Ο`Κόνορ και Πίτερ Στρόουν) στο πρωτοχρονιάτικο πάρτι όπου ένας Αϊ Βασίλης με μάσκα Λένιν δίνει το σύνθημα και όλοι οι Βρετανοί υπάλληλοι, όρθιοι, αρχίζουν να τραγουδούν τον σοβιετικό εθνικό ύμνο. Με θέρμη, με ζέση. Πίσω από το υποτιθέμενο χιούμορ, υπάρχει το δραματικό στοιχείο της μυθολογίας του αντίπαλου δέους που αξιώνει ανακλαστικά και το βρετανικό μεγαλείο. Συγκινείσαι με τον αντίπαλο γιατί μοιράζεσαι μαζί του μια μεγαλοσύνη.

Ο Άλφρεντσον, με υποβλητική μουσική υπόκρουση του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας (συνεργάτη του Αλμοδόβαρ), επιλέγει ευρείς και πολυδαίδαλους εσωτερικούς χώρους σε μουντά χρώματα, κινεί την κάμερά του μεθοδικά ανάμεσα σε τομείς και επίπεδα που αντιστοιχούν στα αφηρημένα εσωτερικά πεδία της σκέψης, με την σοφία του σιωπηλού κυνηγού όπως είναι ο κεντρικός ήρωας, ενώ κάθε λίγο εστιάζει και στέκεται σε λεπτομέρειες που χρωματίζουν την ψυχολογική κατάσταση της στιγμής ή υποδεικνύουν στοιχεία της πλοκής με λαθραίο τρόπο ακριβώς όπως οφείλουν να τα διαβάσουν και οι ήρωες –ενώ ταυτόχρονα δεν παραλείπει να ενσταλάζει δόσεις ανεπαίσθητου χιούμορ που ενισχύουν το δραματικό βάρος. Π.χ., καθώς ένας βοηθός του Σμάιλι φεύγει από τα γραφεία ενώ έχει κλέψει κάποια αρχεία, ακούει έναν συνάδελφο να ψιθυρίζει ένα τραγουδάκι που λίγο πριν έλεγαν κάποιοι που κανονικά δεν τους είχε ακούσει εκτός εάν…

Γενικότερα, είναι ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό αφήγημα μεγάλης πνοής, αντάξιο του βιβλίου, που καταφέρνει να αποδώσει το δράμα μιας ολόκληρης φαντασιακής θέσμισης των πραγμάτων (ήθη κι έθιμα), που αναπτύσσεται παρασιτικά πάνω στην φυσική αντιπαλότητα των εθνών και σπρώχνει τους χαρακτήρες άλλοτε σε κυνικές κι άλλοτε σε ρομαντικές διαφυγές. Ο προδότης στο τέλος θα πει μεταξύ άλλων ότι «ήταν και θέμα αισθητικής. Ο δυτικός κόσμος ασχήμυνε, δεν νομίζεις;». Αυτή η αναγωγή από το προφανές του ψυχρού πολέμου άμεσων συμφερόντων έως το άκρως λεπτοφυές μιας εσωτερικής πορείας της ψυχής, διατρέχει το έργο που μας παρέδωσε ο Άλφρεντσον. Όλοι οι πολλοί και πρωτοκλασάτοι ηθοποιοί (Κόλιν Φερθ, Κίραν Χάιντς, Τόμπι Τζόουνς, ο ανερχόμενος «Σέρλοκ» Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, ο Τομ Χάρντι, κ.α.) δίνουν το άριστο απαιτούμενο και ειδικά ο υποψήφιος για Όσκαρ Γκάρι Όλντμαν αξίζει διάκρισης.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 43 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

22 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.