Ένας έφηβος αυτόπτης μάρτυρας μιας δολοφονίας καταδιώκεται από δύο επαγγελματίες δολοφόνους στην άγρια φύση της Μοντάνα, έχοντας στο πλάι του μια ειδικό επιβίωσης που έχει ως σκοπό την προστασία του, υπό την απειλή μιας καταστροφικής δασικής πυρκαγιάς.

Σκηνοθεσία:

Taylor Sheridan

Κύριοι Ρόλοι:

Angelina Jolie … Hannah Faber

Finn Little … Connor Casserly

Nicholas Hoult … Patrick Blackwell

Aidan Gillen … Jack Blackwell

Jon Bernthal … σερίφης Ethan Sawyer

Medina Senghore … Allison Sawyer

Tyler Perry … αστυνομικός Arthur Phillip

Jake Weber … Owen Casserly

James Jordan … Ben

Tory Kittles … Ryan

Laura Niemi … Maggie

Lora Martinez-Cunningham … Tina

Dylan Kenin … Justin

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Michael Koryta, Charles Leavitt, Taylor Sheridan

Παραγωγή: Garrett Basch, Aaron L. Gilbert, Taylor Sheridan, Kevin Turen, Steven Zaillian

Μουσική: Brian Tyler

Φωτογραφία: Ben Richardson

Μοντάζ: Chad Galster

Σκηνικά: Neil Spisak

Κοστούμια: Kari Perkins

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Those Who Wish Me Dead
  • Ελληνικός Τίτλος: Αυτοί που Εύχονται τον Θάνατο μου

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Those Who Wish Me Dead του Michael Koryta.

Παραλειπόμενα

  • Ταυτόχρονη έξοδο στις αίθουσες και στο HBO Max.
  • Ο Taylor Sheridan είχε προσληφθεί αρχικά για να επανεκτιμήσει το σενάριο. Όταν, άγνωστο ποιος, έφυγε από τη θέση του σκηνοθέτη, ο Sheridan είπε στο στούντιο ότι αν έπειθε την Angelina Jolie να πρωταγωνιστήσει, θα το σκηνοθετούσε κιόλας. Η απάντηση του στούντιο ήταν θετική, αν και δεν πίστευαν ότι θα έπειθε τη σταρ.
  • Ο Nicolas Cage ήταν υποψήφιος για κάποιον ρόλο.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 16/5/2021

Μάλλον του ζήτησαν αρκετά του Taylor Sheridan, και δεν ήταν δυνατόν να ανταπεξέλθει στο έπακρον. Ακόμα όμως κι έτσι, η ταινία του είναι καλοστεκούμενη, δίνοντας τα «απαραίτητα» σε κάποιον που θέλει ανθρώπινου πρόσημου δράση δίχως αυτά που υποβιβάζουν το είδος συχνότατα στην κατηγορία «κατευθείαν για το DVD»…

Το πλέον αξιοζήλευτο στο νέο-γουέστερν του Sheridan είναι πως σέβεται τους χαρακτήρες του, ακόμα κι αν δεν μπαίνει στη διαδικασία να τους αναλύσει όπως θα τους έπρεπε. Για αυτό το τελευταίο, όμως, σίγουρα ήθελε περισσότερο φιλμικό χρόνο, και μια διαφορετική προσέγγιση από ένα σενάριο που βιάζεται δίχως λόγο. Έχοντας ελάχιστα σημεία σωματικής δράσης, θα μπορούσε να αναζητήσει κενά που θα ανέβαζαν την αγωνία και τον θριλερικό τόνο, ψυχογραφώντας μαζί και τους ήρωες διαμέσου των δύσκολων στιγμών τους. Επιστρέφοντας όμως στα περί σεβασμού, αυτοί οι ήρωες πράττουν με φυσικότητα επί όσων τους συμβαίνουν, ενώ ούτε οι μεν ούτε οι δε κάνουν τα αδικαιολόγητα λάθη που θα μας εκνεύριζαν. Αυτό είναι κάτι που είχαμε πρώτα προσέξει στον Φυγά του Andrew Davis (με εξαίρεση εκεί το φινάλε), όπου διώκτης και διωκόμενος δεν υποπίπταν σε λάθος κινήσεις προς όφελος του γρήγορου σε ρυθμούς σεναρίου και κυρίως προς ευκολία αυτού που το υπογράφει. Αν αυτό το θέλετε και σε ποδοσφαιρικούς όρους, υπάρχουν και γκολ που η άμυνα έπραξε το καλύτερο που γίνονταν… αλλά λόγω ικανότητας των επιθετικών το έφαγε.

Η Χάνα της Angelina Jolie είναι μεν αυτή που παίρνει το αστέρι του πρωταγωνιστή (έχοντας το πλάι της κι έναν φιλότιμο νεαρό Finn Little), αλλά μονάχα τα μάτια των φαν θα πέσουν πάνω της. Κι αυτό επειδή οι δύο χαρακτήρες που σε κερδίζουν και μοιάζουν σαν να έχουν αποκοπεί από καλύτερη ταινία είναι οι δύο διώκτες (Aidan Gillen και Nicholas Hoult). Αυτοί είναι και οι πιο ατόφιοι ήρωες από σινεμά του Peckinpah: απόλυτα και ασυναίσθητα τομάρια, αλλά ταυτόχρονα άψογοι επαγγελματίες στα όρια του ανθρωπίνως δυνατού. Ίσως η τόλμη να επικεντρώνονταν απάνω τους η ταινία, να μας έδινε κάτι αληθινά δυνατό. Θετικές και οι παρουσίες του ζεύγους των Jon Bernthal, Medina Senghore, παίρνοντας ενεργότατο ρόλο στην πλοκή, και ανοίγοντας τη δράση όσο πλατύτερα γίνεται.

Καλή η λογική του Sheridan, ωραία τοποθετημένοι οι χαρακτήρες, μη αδιάφοροι οι διάλογοι, αλλά τελειώνοντας θα μείνετε με μια αίσθηση ότι δεν χορτάσατε σινεμά. Όλα κυλούν πολύ γρήγορα, ακόμα κι αν δεν έχουμε αστραπιαίο μοντάζ ή φαντεζί καταστάσεις, που την κάθε μία φάση της ταινίας τη γεύεσαι «τόσο όσο». Ιδίως το φινάλε που είχε και το συν της ταινίας καταστροφής, θα έπρεπε να τραβιέται περισσότερο από μια μη χορταστική μονομαχία κι ένα μικρό στιγμιότυπο. Ήταν και η ευκαιρία του φιλμ να κλείσει το μάτι προς τα μπλομπάστερ, αλλά την προσπέρασε δίχως να σε γεμίσει κι από οτιδήποτε άλλο. Συνοψίζοντας, για να μη μακρηγορούμε, καθόλου κακό, αλλά σίγουρα λίγο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

20 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.