Ένας μεγιστάνας του πετρελαίου, φίλος της Μ, πέφτει θύμα βομβιστικής ενέργειας. Ο Τζέιμς Μποντ αναλαμβάνει να προστατεύσει την Ηλέκτρα, κόρη του θύματος και κληρονόμο αμύθητης περιουσίας, από τον σατανικό Ρενάρ, ο οποίος -φαινομενικά τουλάχιστον- έχει βάλει σκοπό να σαμποτάρει τα σχέδια για τη δημιουργία αγωγού πετρελαίου που θα τροφοδοτεί στο μέλλον όλες τις χώρες του κόσμου.

Σκηνοθεσία:

Michael Apted

Κύριοι Ρόλοι:

Pierce Brosnan … James Bond

Sophie Marceau … Elektra King

Robert Carlyle … Victor ‘Renard’ Zokas

Denise Richards … Δρ Christmas Jones

Robbie Coltrane … Valentin Zukovsky

Judi Dench … M

Desmond Llewelyn … Q

John Cleese … R

Michael Kitchen … Bill Tanner

Colin Salmon … Charles Robinson

Samantha Bond … Eve Moneypenny

Serena Scott Thomas … Δρ Molly Warmflash

Ulrich Thomsen … Sasha Davidov

Goldie … Bullion

Maria Grazia Cucinotta … Giulietta da Vinci

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Neal Purvis, Robert Wade, Bruce Feirstein

Στόρι: Neal Purvis, Robert Wade

Παραγωγή: Barbara Broccoli, Michael G. Wilson

Μουσική: David Arnold

Φωτογραφία: Adrian Biddle

Μοντάζ: Jim Clark

Σκηνικά: Peter Lamont

Κοστούμια: Lindy Hemming

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The World Is Not Enough
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Κόσμος Δεν Είναι Αρκετός

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Σειρά βιβλίων (χαρακτήρες): James Bond του Ian Fleming.

Παραλειπόμενα

  • Ο τίτλος είναι η αγγλική μετάφραση του λατινικού Orbis non sufficit, όπου αποτελούσε το οικογενειακό μότο της οικογένειας του Σερ Thomas Bond. Χωρίς αυτός να έχει κάποια σχέση με τον 007, παρουσιάστηκε ως πρόγονος του, και στο μυθιστόρημα On Her Majesty’s Secret Service, όπως και στην αντίστοιχη ταινία, εμφανίστηκε να είναι το μότο της οικογένειας του Τζέιμς Μποντ.
  • Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη ταινία της μακράς σειράς, όπου δεν διανεμήθηκε διεθνώς υπό τη φίρμα της Metro-Goldwyn-Mayer, αλλά αυτή της United Artists.
  • Ο Joe Dante κι έπειτα ο Peter Jackson πήραν την ευκαιρία τους να το σκηνοθετήσουν. Για τον τελευταίο η Barbara Broccoli είχε σχηματίσει την καλύτερη των απόψεων βλέποντας τα Ουράνια Πλάσματα, αλλά το μετάνιωσε παρακολουθώντας το Κυνηγός Φαντασμάτων. Ο Jackson, θαυμαστής των Μποντ, σημείωσε πως αφού η Eon ποντάρει σε μικρότερης φήμης σκηνοθέτες, αποκλείεται να έχει ξανά παρόμοια ευκαιρία μετά τους Άρχοντες.
  • Μια φήμη ήθελε η ταινία να ονομαστεί Bond 2000. Άλλοι τίτλοι που ακούστηκαν: Death Waits for No Man, Fire and Ice, Pressure Point και Dangerously Yours.
  • Με 135 εκατομμύρια δολάρια μπάτζετ, το φιλμ έβγαλε από τα ταμεία 361,8.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το ομότιτλο τραγούδι της ταινίας ερμηνεύεται από τους Garbage.
  • Ο David Arnold είχε γράψει ακόμα ένα τραγούδι για να ακουστεί στους τίτλους τέλους, το Only Myself to Blame. Ο σκηνοθέτης όμως το απέρριψε, κι αυτό εντέλει “επέζησε” ως ρυθμός στο θέμα της Elektra King.

Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 24/10/2014

Ο αριθμός τρία στις ταινίες του Μποντ είναι μάλλον σημαδιακός! Η τρίτη ταινία του Σον Κόνερι, Χρυσοδάκτυλος, θεωρείται η καλύτερή του. Η τρίτη του Ρότζερ Μουρ, Η Κατάσκοπος που με Αγάπησε, θεωρείται η καλύτερή του. Αφήνουμε Λέιζενμπι και Ντάλτον στην άκρη καθώς γύρισαν μόλις μία ο πρώτος και δύο ο δεύτερος και πάμε στον Μπρόσναν, για να ανακαλύψουμε ότι κι εδώ η τρίτη φορά είναι η καλύτερη! Αν πάμε και λίγα χρόνια παραπέρα θα δούμε ότι και τον Ντάνιελ Κρεγκ ισχύει το ίδιο, καθώς το Skyfall θεωρείται η καλύτερη ταινία του τωρινού Μποντ. Στο θέμα μας όμως και στον Κόσμο που δεν είναι αρκετός πλέον για τον Μποντ!

Στιλάτη, κεφάτη, καταιγιστική, υπερβολική πολλές φορές, η τρίτη φορά του Μπρόσναν μπαίνει στη λίστα των καλύτερων ταινιών του Μποντ. Ο Μπρόσναν έχει τον δικό του χαρακτήρα ως Μποντ και έγινε εύκολα αποδεκτός, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που τον θεωρούν τον καλύτερο μετά τον Κόνερι. Δε μπορώ να μην παραδεχτώ ότι στο συγκεκριμένο φιλμ, όπως και στο προηγούμενο, ο Μπρόσναν είναι ανετότατος μέσα στο κοστούμι του 007, έστω κι αν μου λείπει το φλέγμα του Μουρ και η ατάκα του Κόνερι, κάτι στο οποίο υστερεί ο Μπρόσναν, μοιάζοντας αρκετά σοβαρός μέσα σε όλη αυτή την υπερβολή που λαμβάνει χώρα γύρω του. Όπως και να ‘χει, εδώ είναι η καλύτερη στιγμή του!

Αξιόλογος κακός κι ένας από τους πιο ιδιαίτερους της σειράς, ο Ρέναρντ, τον οποίο ενσαρκώνει ο Ρόμπερτ Καρλάιλ με μοναδικό τρόπο. Συγκρατημένος, δεν αφήνει τη μεγαλομανία του να φανεί, σχεδόν μελαγχολικός, δεν χρειάζεται να μιλά με στόμφο και να καταφεύγει σε γκριμάτσες εκφοβισμού, όπως συνέβαινε από πολλούς κακούς της σειράς στο παρελθόν. Είναι κακός χωρίς να το φωνάζει και είναι πειστικότατος. Από τους αγαπημένους μου κακούς της σειράς!

Το ίδιο θα πω και για το ένα από τα δύο κορίτσια του Μποντ. Τη γοητευτικότατη Σόφι Μαρσό! Σε αυτή τη νέα δεκαετία τα κορίτσια του Μποντ δεν είναι πλέον μόνο σεξουαλικά αντικείμενα του Μποντ αλλά παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Η Μαρσό, λοιπόν, εκτός από γοητευτική παρουσία δίνει έξτρα πόντους στην πλοκή με το ρόλο της. Το έτερο κορίτσι, την Δρ Κρίστμας (!) Τζόουνς, ερμηνεύει η σέξι αλλά όχι ταλαντούχα Ντενίζ Ρίτσαρντς, παίζοντας κι αυτή το δικό της ρόλο στην ιστορία.

Σημαντική στιγμή και για τη Τζούντι Ντεντς σε αυτό το φιλμ καθώς η Μ παίζει για πρώτη φορά τόσο μεγάλο ρόλο σε φιλμ του Μποντ. Η ανάθεση του ρόλου της Μ σε γυναίκα και συγκεκριμένα στην Ντεντς από το 1995 και μετά, αποδείχτηκε εξαιρετικά έξυπνη ιδέα από τους παραγωγούς του Μποντ και η Ντεντς όταν χρειάζεται δίνει κάτι παραπάνω στο χαρακτήρα, πρώτη φορά εδώ και μερικά χρόνια μετά στο Skyfall.

Τα κυνηγητά που κοσμούν όλες τις ταινίες του Μποντ βρίσκονται κι εδώ και μπαίνουμε δυναμικά από την εναρκτήρια σεκάνς, από τις καλύτερες της σειράς κι αυτή. Κυνηγητό στον Τάμεση με κάτι σαν χόβερκραφτ και τρελά ακροβατικά από τους κασκαντέρ. Αυτοκίνητα, σκι, σκάφη, αερόστατα, όλα τα έχει ο συγκεκριμένος Μποντ και σε ικανοποιητικό βαθμό για τους θαυμαστές του.

Ένα πράγμα αλλάζει από το 1999 και μετά στις ταινίες του Μποντ. Ο Q, με τη μορφή του Ντέσμοντ Λιουέλιν, αποχαιρετά το franchise μετά από δεκαεπτά εμφανίσεις, δίπλα σε τέσσερις Μποντ. Ο Λιουέλιν είναι η πιο σταθερή αξία στις ταινίες του Μποντ από το 1963 έως το 1999, έχοντας εμφανιστεί σε όλα τα φιλμ εκτός του Live And Let Die. “Πάντα να έχεις ένα πλάνο διαφυγής” λέει στον Μποντ και χάνεται από την οθόνη.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 6/4/2019

Δεν είναι ό,τι σπουδαιότερο έχουμε δει στην μακρύτερη σειρά ταινιών της έβδομης τέχνης, αλλά είναι η ουσιαστικότερη παρακαταθήκη που άφησε ο Πιρς Μπρόσναν σε αυτήν. Ως κατασκοπικό θρίλερ είναι που έχει τα ελαττώματα του, με μια πλοκή μάλλον τετριμμένη για κατασκοπικό θρίλερ, πρακτικά χρήσιμη μονάχα για τη σχηματική εξέλιξη της ταινίας. Αυτός όμως ο Μποντ επιδεικνύει αρετές εξαιρετικές επί της δράσης, με κάποιες σκηνές αληθινά πρωτότυπες, χωρίς να τους λείπει ακόμα και το κωμικό στοιχείο. Μετά από δύο ήδη ταινίες, ο Μπρόσναν αισθάνεται όσο ποτέ άνετος με τον ρόλο, είναι πιο χαλαρός και με αυτοπεποίθηση, ενώ του ταιριάζει και η παλιομοδίτικου τύπου σκηνοθεσία του Μάικλ Άπτεντ. Όντως, είναι λιγότερο hi-tech από ό,τι λογικά θα περίμεναν τότε οι φαν, αλλά όταν έχεις έναν ήρωα τόσων μα τόσων χρόνων, γιατί να του στερεί ποιοτικά κάτι αυτό;

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.