Ο Στιβ και ο Ρομπ επιλέγουν ως νέα τους γαστρονομική περιοδεία την Ισπανία, όπου συνδυάζουν την παέγια και το γκασπάτσο με τις κωμικές παρατηρήσεις τους πάνω στη φήμη και τη φιλία, όπως πάντα στεγνές, σαν το ισπανικό κρασί. Μεγαλύτεροι και ίσως σοφότεροι, οι συζητήσεις τους αναφέρονται πάνω σε πολλά θέματα, αλλά η οικογένεια επανέρχεται στην κουβέντα πάντα. Ο Ρομπ είναι τώρα πατέρας, ενώ ο Στιβ κομπάζει για την κριτική αποδοχή επί της τελευταίας του κινηματογραφικής ερμηνείας, παρότι ο ατζέντης του έχει αρχίσει να χάσει το ενδιαφέρον του προς την καριέρα του.

Σκηνοθεσία:

Michael Winterbottom

Κύριοι Ρόλοι:

Steve Coogan … Steve Coogan

Rob Brydon … Rob Brydon

Claire Keelan … Emma

Marta Barrio … Yolanda

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Michael Winterbottom

Παραγωγή: Josh Hyams, Stefano Negri, Melissa Parmenter

Φωτογραφία: James Clarke

Μοντάζ: Mags Arnold, Paul Monaghan, Marc Richardson

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Trip to Spain

Ελληνικός Τίτλος: Ταξίδι στην Ισπανία

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Το Ταξίδι (2010)

Ταξίδι στην Ιταλία (2014)

Ταξίδι στην Ελλάδα (2020)

Σεναριακή Πηγή

  • Τηλεοπτική σειρά: The Trip του Michael Winterbottom.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 22/8/2017

Ακόμη μια συμπυκνωμένη λοιπόν σε βερσιόν κινηματογραφικής ταινίας περίληψη μιας ολόκληρης σεζόν της σειράς “The Trip”, μιας συνταγής με γνώριμα υλικά (νόστιμα φαγητά, όμορφες τοποθεσίες, χιουμοριστικές μιμήσεις, συζητήσεις που περιλαμβάνουν αμέτρητες θεματολογίες από την ιστορία μέχρι τον κινηματογράφο) που εδώ, αν κι εκτελείται για ακόμη μια φορά επιτυχημένα κατορθώνοντας να κρατήσει το ενδιαφέρον παρά το γεγονός ότι εδώ, όπως και στα προηγούμενα φιλμ της σειράς, ουσιαστικά λίγα πράγματα συμβαίνουν, όμως η επαναληπτικότητα είναι εμφανής και πολλές φορές κινδυνεύει το τελικό αποτέλεσμα να βαλτώσει σε μια ανακύκλωση παλιού υλικού (ενδεικτικό το ότι κάποιες από τις μιμήσεις που υπήρχαν στο “The Trip to Italy” δίνουν το παρών κι εδώ).

Ωστόσο μέχρι και το τέλος, ακόμη και με το περίεργο «ανοιχτό» φινάλε του που είναι αρκετά απρόσμενο και μάλλον αταίριαστο με το ύφος όσων συμβαίνουν πριν, αυτό το σίκουελ λειτουργεί για δυο λόγους: πρώτον, η χημεία μεταξύ του πιο συγκρατημένου και σοβαροφανούς στη σειρά Steve Coogan και του πιο ενεργητικού και ξέφρενου Rob Brydon που καταφέρνει και κλέβει τις εντυπώσεις (αν και ο πρώτος είναι αυτός που εδώ καταφέρνει να παρέχει την πιο επιτυχημένη καλοπροαίρετη διακωμώδηση διασήμου αναπαριστώντας τη φωνή και τις κινήσεις του Mick Jagger) είναι άκρως αποτελεσματική και οδηγεί το «βέλος» πάντα στο στόχο του ως προς τη δημιουργία μιας απολαυστικής αλληλεπίδρασης χαρακτήρων επί της οθόνης. Δεύτερον, το σενάριο είναι για ακόμη μια φορά άκρως καλογραμμένο. Οι ήρωες είτε αστειεύονται μεταξύ τους, είτε συζητάνε για σημαντικά προσωπικά τους θέματα, είτε αντιμετωπίζουν δύσκολες για τους ίδιους καταστάσεις που καλούνται να υπερκεράσουν, είτε ανταγωνίζονται φιλικά σε γνωστικό επίπεδο είναι οντότητες που κατορθώνουν να βάλουν το θεατή σε μια διαδικασία να επενδύσει στην ανάπτυξη και την πορεία τους και, γιατί όχι, και να ταυτιστεί μαζί τους. Ακόμη και η σκηνοθεσία δεν είναι αυστηρά τηλεοπτικής νοοτροπίας καθώς υπάρχουν αρκετά γενικά πλάνα και μακρινές λήψεις, κυρίως τουριστικού ενδιαφέροντος μεν καθώς πρόθεσή τους είναι να απεικονίσουν τις φυσικές ομορφιές των ισπανικών τοπίων, αναβαθμίζοντας δε το εικαστικό κομμάτι του φιλμ.

Σίγουρα υπάρχουν κι αυτοί που θα ισχυριστούν πως αυτή εδώ η δουλειά, όπως και όσες προηγήθηκαν αυτής στο ομώνυμο τηλεοπτικό σήριαλ και στις μονταρισμένες εκδοχές του για τη μεγάλη οθόνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας δίωρος τουριστικός οδηγός της Ισπανίας με ολίγη από πλοκή για τα προσχήματα, ένα μεγάλο διαφημιστικό που τρέφει και το ναρκισσισμό του πρωταγωνιστικού διδύμου καθώς υποδυόμενοι οι δυο ηθοποιοί μυθοπλαστικές εκδοχές των εαυτών τους καλούνται να κάνουν σε κάποια σημεία κι έναν απολογισμό των επιτευγμάτων της καριέρας τους. Η απάντηση σε αυτό το επιχείρημα βρίσκεται στο μαγικό συστατικό που προαναφέρθηκε κι έγκειται στις εξαιρετικά ικανές πένες των Winterbottom, Coogan  που, σε αντίθεση με το παρεμφερές και προσφάτως προωθημένο από την εγχώρια κινηματογραφική διανομή “Paris Can Wait” που βυθιζόταν σε ένα ιλουστρασιόν θέαμα με οδηγούς δυο αδιάφορους και αβαθείς χαρακτήρες, πλάθουν συμπαθείς κι ενδιαφέρουσες προσωπικότητες όπως και ζουμερές και γεμάτες ζωντάνια και πάθος συνομιλίες φέρνοντας το κοινό σε θέση να νοιαστεί για τα δρώμενα στο πανί. Είναι αλήθεια πως ειδικά όσο πλησιάζει στην κατάληξή του, το “The Trip to Spain” κάνει μια κοιλιά, όπως και το ότι δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική ανανέωση στο premise ώστε να καθιστά αυτό το τρίτο ταξίδι του διδύμου διαφοροποιημένο από τα υπόλοιπα πέραν κάποιων νέων εξελίξεων για τους πρωταγωνιστές.

Προς το παρόν η συνταγή συνεχίζει να αποδίδει, αν και υπάρχουν υποψίες ως προς το ενδεχόμενο μιας νέας σεζόν άρα κι ενός νέου φιλμ σε κάποια χρόνια από τώρα να εξακολουθεί να διασκεδάζει ή αντιθέτως να κουράζει αναμασώντας παλιές δόξες.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.