Το 1968, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των Δημοκρατικών στο Σικάγο, οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις στους δρόμους για όσα συνέβαιναν στο Βιετνάμ παίρνουν μεγάλες διαστάσεις και η κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον δίνει το σήμα για πλήρη καταστολή, κάτι που τις μεταμορφώνει σε εξέγερση. Επί πέντε μέρες και πέντε νύχτες, το Σικάγο καίγεται. Οι οργανωτές της διαδήλωσης -συμπεριλαμβανομένων των Άμπι Χόφμαν, Τζέρι Ρούμπιν, Τομ Χέιντεν, και Μπόμπι Σιλ- κατηγορούνται πως συνωμότησαν και υποκίνησαν την εξέγερση, και η δίκη που ακολουθεί είναι μία από τις πιο διαβόητες στην ιστορία.

Σκηνοθεσία:

Aaron Sorkin

Κύριοι Ρόλοι:

Eddie Redmayne … Tom Hayden

Alex Sharp … Rennie Davis

Sacha Baron Cohen … Abbie Hoffman

Jeremy Strong … Jerry Rubin

John Carroll Lynch … David Dellinger

Yahya Abdul-Mateen II … Bobby Seale

Mark Rylance … William Kunstler

Joseph Gordon-Levitt … Richard Schultz

Ben Shenkman … Leonard Weinglass

J.C. MacKenzie … Thomas Foran

Frank Langella … Julius Hoffman

Noah Robbins … Lee Weiner

Danny Flaherty … John Froines

Kelvin Harrison Jr. … Fred Hampton

John Doman … John N. Mitchell

Michael Keaton … Ramsey Clark

Caitlin FitzGerald … Daphne

Wayne Duvall … Paul DeLuca

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Aaron Sorkin

Παραγωγή: Stuart M. Besser, Matt Jackson, Marc Platt, Tyler Thompson

Μουσική: Daniel Pemberton

Φωτογραφία: Φαίδων Παπαμιχαήλ

Μοντάζ: Alan Baumgarten

Σκηνικά: Shane Valentino

Κοστούμια: Susan Lyall

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Trial of the Chicago 7

Ελληνικός Τίτλος: Η Δίκη των 7 του Σικάγου

Παραλειπόμενα

  • Ο Aaron Sorkin έγραψε το σενάριο το 2007, όταν η βασική πρόθεση ήταν να το σκηνοθετήσει ο Steven Spielberg. Ο σκηνοθέτης ήταν μάλιστα να συναντηθεί με τον Heath Ledger (για τον ρόλο του Τομ Χέιντεν) την επομένη που ο νεαρός ηθοποιός έφυγε από τη ζωή. Στον νου είχε και τον Will Smith για τον Μπόμπι Σιλ. Η μεγάλη απεργία των σεναριογράφων του 2007 και προβλήματα με το μπάτζετ, έκαναν τον Spielberg να σχεδιάζει να κάνει την ταινία με άγνωστους ηθοποιούς, ώστε να ρίξει τον προϋπολογισμό, μέχρι που εγκατέλειψε οριστικά. Τότε είχαν ακουστεί ανεπίσημα τα ονόματα των Paul Greengrass και Ben Stiller προς αντικατάσταση του.
  • Ο Sacha Baron Cohen είχε επιλεχθεί για τον ρόλο του Έιμπ και στην εκδοχή που ετοίμαζε ο Spielberg.
  • Ο Seth Rogen αντικαταστάθηκε από τον Jeremy Strong και ο Jonathan Majors από τον Yahya Abdul-Mateen II. Το ίδιο όμως συνέβη και με τον William Hurt, που θα ερμήνευε τον Τζον Μίτσελ.
  • Η Paramount Pictures ήθελε η ταινία να πάρει κανονική διανομή στις αίθουσες. Λόγω όμως της υγειονομικής κρίσης, πούλησε τα δικαιώματα στο Netflix (για 56 εκατομμύρια δολάρια), αν και κάποιες επιλεγμένες αίθουσες ανά τον πλανήτη προηγούνται της προβολής στο ίντερνετ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 1/10/2020

Ο Aaron Sorkin επιστρέφει στα γνώριμά του χωράφια του δικαστικού δράματος, περισσότερο πολιτικά συνειδητοποιημένος από ό,τι στις εποχές του «Ζητήματος Τιμής», το οποίο έκλεινε τόσο στη θεατρική όσο και στην κινηματογραφική εκδοχή του με μια αντιδραστικά μιλιταριστική εσάνς. Επίσης, όντας στη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα, μοιάζει να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σαν τεχνίτης και δημιουργός εικόνων συγκριτικά με το «Molly’s Game», βοηθούμενος βέβαια σε αυτό το κομμάτι κι από το οξυδερκές μάτι του Φαίδωνα Παπαμιχαήλ στη φωτογραφία, με αποτέλεσμα κάτι που διόλου τυχαία παραπέμπει σε εικαστικό επίπεδο στις μεγάλες στιγμές του New Hollywood.

Μια ανάγνωση του φιλμ αποκλειστικά μέσα από το φίλτρο του παραλληλισμού με την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα στην Αμερική και της ταύτισης του Nixon και του επιτελείου του με τον Trump και τους συστημικούς πυλώνες που τον υποστηρίζουν θα ήταν κάπως κοντόφθαλμη: πρόθεση του Sorkin είναι να αναλύσει τη φύση της διχοτόμησης του πολιτικού συστήματος της χώρας του σε προοδευτισμό και συντηρητισμό, με τους νέους όρους και συνθήκες που παρουσιάστηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, επαναλήφθηκαν στον πυρήνα τους από τότε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση με ελαφρώς μονάχα παραλλαγμένα διακυβεύματα κάθε φορά, από τον Carter και τον Reagan μέχρι τους Bush και τον Obama, και εξακολουθούν να υπάρχουν έστω και μερικώς διαφοροποιημένοι μέχρι και σήμερα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής χρησιμοποιεί ενίοτε σχηματικά μοτίβα κι υπεραπλουστεύσεις που λαβώνουν σε έναν βαθμό τη συνολική του κοινωνικοπολιτική εδώ ματιά, γενικά όμως αρθρώνεται μια επαρκώς δομημένη επιχειρηματολογία γύρω από την ουσία του δημοκρατικού ιδεώδους και την καρδιά του αυταρχισμού.

Κι αν κανείς μπορεί να εκφράσει μια δυσαρέσκεια για το γεγονός πως η τελική ιδεολογική τοποθέτηση του κειμένου δεν τολμά να γείρει αριστερότερα από μια απλώς φιλελεύθερη (με την καθιερωμένη αμερικανική έννοια του όρου) ματιά με κατανόηση, όχι όμως ασπασμό των κινημάτων που ριζοσπαστικοποιούνται στην πορεία της υλοποίησης του οράματός τους για κοινωνική δικαιοσύνη, δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει κανείς πως, τουλάχιστον, ο Sorkin διαφοροποιείται από τάχα αμερόληπτες κεντρομόλες τάσεις μεγάλου μέρους των Δημοκρατικών, τους οποίους ο ίδιος στηρίζει διαχρονικά.

Επιπλέον, το σύνολο λειτουργεί εξαιρετικά καλά σε ψυχαγωγικό επίπεδο: οι χαρακτηριστικά αστραπιαία γρήγοροι διάλογοι του σκηνοθέτη και σεναριογράφου σε συνδυασμό με το νεύρο των χαρακτήρων, με τους γρήγορους ρυθμούς και το ανάλογα συντονισμένο μοντάζ του Alan Baumgarten (κατά πάσα πιθανότητα υπαγορευμένο από το ίδιο το σενάριο, μιας και θυμίζει άλλες δουλειές του Sorkin με διαφορετικούς μοντέρ) συνεισφέρουν σε μια αν μη τι άλλο απολαυστική θέαση. Αν υπήρχε και μια μικρότερη τάση προς το κάπως λαϊκίστικα χολιγουντιανό, το αποτέλεσμα πιθανόν να ήταν κι η καλύτερη συγγραφική δουλειά του δημιουργού του.

Το καστ λειτουργεί ως εναρμονισμένο σύνολο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι περισσότεροι εκ των ηθοποιών δεν έχουν τη δική τους «οσκαρική» στιγμή. Κάποιες ερμηνείες και κάποιοι ρόλοι πάντως παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ο Mark Rylance είναι σαν να επανεφευρίσκει τον αμερικάνικης κοπής χαρακτήρα του ιδεαλιστή δικηγόρου για το σύγχρονο κοινό, καταφέρνοντας να εκπέμψει ήθος με μοναδικό τρόπο, με ένα πορτρέτο που είναι ταυτόχρονα ταπεινό και μεγαλειώδες. Ο Frank Langella είναι απολαυστικά αντιπαθής και συνάμα εκλεπτυσμένος, στον βαθμό που πλάθει έναν ουσιαστικά απεχθή «κακό» κι όχι μια καρικατούρα. Ο Yahya Abdul-Mateen II δείχνει εδώ ένα πληθωρικό ταλέντο που δεν είχε φανεί σε προηγούμενους ρόλους του, κλέβοντας την παράσταση όταν έρχεται η ώρα να δώσει ρεσιτάλ. Και ο Joseph Gordon-Levitt δίνει ένα μικρό σεμινάριο αποτελεσματικού καρατερίστα, με έναν αθόρυβα σαρωτικό επαγγελματισμό που συνεισφέρει στη μεγάλη εικόνα. Άλλες ερμηνείες είναι λιγότερο επιτυχημένες, με τον Eddie Redmayne να είναι κάπως βαρετά «κανονικός» και τον Sacha Baron Cohen να προσπαθεί να ισορροπήσει λίγο άτσαλα μεταξύ της κωμικής περσόνας του και των πιο δραματικών πτυχών του χαρακτήρα του. Η ποικιλομορφία πάντως των ηθοποιών σίγουρα δίνει μια ξεχωριστή γεύση, αποτελώντας συγχρόνως κι ένας εύστοχος τρόπος τονισμού της προβληματικής της ταινίας.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.