Η ζωή ενός εκ των μεγαλυτέρων μυαλών της σύγχρονης ιστορίας, αυτής του αστροφυσικού Στίβεν Χόουκινγκ, που γνώρισε τον έρωτα στο πρόσωπο μιας συμφοιτήτριας του στο Κέμπριτζ, της Τζέιν Γουάιλντ. Ένας απόλυτα υγιής κι ενεργός νεαρός, από την ηλικία των 21 ο Στίβεν θα ξεκινήσει μια άνιση μάχη με μια σπάνια ασθένεια που σταδιακά θα τον αφήσει παράλυτο. Με την ακούραστη Τζέιν στο πλάι του, όμως, ο Χόουκινς έθεσε νέους κανόνες στη φαρμακευτική και την επιστήμη, πετυχαίνοντας περισσότερα από ότι είχε ονειρευτεί.

Σκηνοθεσία:

James Marsh

Κύριοι Ρόλοι:

Eddie Redmayne … Stephen Hawking

Felicity Jones … Jane Hawking

Charlie Cox … Jonathan Hellyer Jones

David Thewlis … Dennis Sciama

Simon McBurney … Frank Hawking

Emily Watson … Beryl Wilde

Maxine Peake … Elaine Mason

Harry Lloyd … Brian

Abigail Cruttenden … Isobel Hawking

Christian McKay … Roger Penrose

Enzo Cilenti … Kip Thorne

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Anthony McCarten

Παραγωγή: Tim Bevan, Lisa Bruce, Eric Fellner, Anthony McCarten

Μουσική: Johann Johannsson

Φωτογραφία: Benoit Delhomme

Μοντάζ: Jinx Godfrey

Σκηνικά: John Paul Kelly

Κοστούμια: Steven Noble

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Theory of Everything
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Θεωρία των Πάντων

Σεναριακή Πηγή

  • Απομνημονεύματα: Travelling to Infinity: My Life with Stephen της Jane Hawking.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου (Eddie Redmayne). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, πρώτο γυναικείο ρόλο (Felicity Jones), διασκευασμένο σενάριο και μουσική.
  • Χρυσή Σφαίρα πρώτου αντρικού ρόλου (Eddie Redmayne) σε δράμα, και μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία και πρώτο γυναικείο ρόλο (Felicity Jones) σε δράμα.
  • Βραβείο Bafta πρώτου αντρικού ρόλου (Eddie Redmayne), καλύτερης βρετανικής ταινίας και σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο γυναικείο ρόλο (Felicity Jones), μουσική, μοντάζ, κοστούμια και μακιγιάζ/κομμώσεις.

Παραλειπόμενα

  • Για τον σεναριογράφο Anthony McCarten, η προσπάθεια να γίνει η ταινία κράτησε δέκα χρόνια. Το ενδιαφέρον του όμως για κάτι σε σχέση με τον Χόκινγκ υπήρχε από το 1988, όταν και διάβασε το A Brief History of Time. Πριν δώσει το σενάριο του το 2009, μετά από πολλές αλλαγές, ώστε να αναζητηθεί χρηματοδότηση, είχε συχνότατες συναντήσεις με την Jane Hawking. Η παραγωγός Lisa Bruce όμως ήταν ο κρίσιμος κρίκος που έπεισε τη Hawking για την κινηματογραφική μεταφορά.
  • Ο Redmayne πέρασε έξι μήνες ερευνώντας κάθε διαθέσιμο υλικό αρχείου που υπήρχε για τον Hawking, αλλά και τον συνάντησε από κοντά. Η δε προσφορά του επιτεύχθηκε μέσω της εκπαιδεύτριας λόγου Julia Wilson-Dickson.
  • Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο διάσημος επιστήμονας οπτικοποιείται στο σινεμά. Συμμετέχει, επίσης, παρέχοντας τη φωνή του, κάτι που δεν ήταν αρχικά στα σχέδια. Απλά κατά τη διάρκεια του μοντάζ φανερώθηκε η δυσκολία να αναπαραχθεί η κομπιουτερική του φωνή, και ο Hawking, μια και ήταν ευχαριστημένος με όσα είχε ήδη δει, τους έδωσε την άδεια.
  • Ο παγκόσμιος πρωταθλητής με την εθνική Γαλλίας Frank Leboeuf έχει έναν μικρό ρόλο ως ελβετός γιατρός.
  • Με το κόστος να περιορίζεται στα 15 εκατομμύρια δολάρια, τα κέρδη έφτασαν στα 123,7.

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 3/12/2014

Καθένας μας, ίσως ασυνείδητα, αναζητεί μια μικρή «κομψή» εξίσωση που θα μπορούσε να εξηγήσει τα πάντα. Η πολυπλοκότητα του ανθρώπου, των σχέσεων, οι σταθερές που μεταβάλλονται χωρίς να παίρνουν την άδεια κανενός, εντέλει η ίδια η ζωή με τις συνεχόμενες ανατροπές της καθιστούν το εγχείρημα όμοιο με κυνήγι χίμαιρας. Το προσφιλές κινηματογραφικό θέμα ενός άνδρα που μάχεται εναντίον απροσπέλαστων εμποδίων προκειμένου να πετύχει έναν φαινομενικά ανέφικτο άλλα ευγενή σκοπό, μοιάζει να αναπαράγεται κι εδώ, μέσα από μια ημι-μυθοπλαστική βιογραφία ενός από τους μεγαλύτερους επιστήμονες της σύγχρονης ιστορίας. Χωρίς να ασχοληθεί σχεδόν καθόλου με το έργο του, χειριζόμενο όμως τα συναισθήματα με την ίδια νομοτέλεια και αυστηρότητα που θα ταίριαζαν σε μαθηματική εξίσωση, το φιλμ εξετάζει την ασυνήθιστη ζωή, τον αντίκτυπο των κοσμογονικών ανακαλύψεων, αλλά κυρίως τον πολύπλοκο έγγαμο βίο του μεγαλύτερου εν ζωή αστροφυσικού, του Στίβεν Χόκινγκ.

Ο βραβευμένος ντοκιμαντερίστας για το δραματικό «Σε Τεντωμένο Σχοινί», Τζέιμς Μαρς, σκηνοθετεί πειστικά μεν ελαφρώς στεγνά δε, βασισμένος στα απομνημονεύματα γραμμένα από την πρώην σύζυγο του διάσημου φυσικού (εδώ ερμηνευμένη εξαίσια, σε σημείο που πολλές φορές κλέβει την παράσταση, από τη Φελίσιτι Τζόουνς), περιγράφοντας την πρώτη γνωριμία τους στα χρόνια του πανεπιστημίου -αυτός μεταπτυχιακός φοιτητής στο Κέμπριτζ της δεκαετίας του 1960, αυτή φοιτήτρια ισπανικής λογοτεχνίας-, τη λάμψη στο μυαλό του Στίβεν, αλλά και την τρομακτική διάγνωση της αρρώστιας του, τις θυσίες που έκαναν για να αντέξουν ως οικογένεια και ταυτόχρονα τη σωματική κατάρρευση η οποία έρχεται παράλληλα με την επιστημονική κι εργασιακή επιτυχία. Ο σκηνοθέτης παραμορφώνει εσκεμμένα την οπτική του πρωταγωνιστή του μέσα από χαρακτηριστικές ευρυγώνιες λήψεις, υιοθετώντας παράλληλα μια προσεκτική κι ευγενική φόρμα γύρω από τη βασική συναισθηματική σχέση που γεννιέται κι αναπτύσσεται, καθώς το μυαλό του προχωρά με άλματα μπροστά, ενώ το σώμα του γυρίζει προς τα πίσω, σε μια αγκυλωμένη, σχεδόν εμβρυακή θέση, μετατρέποντάς το σε μαρτυρική φυλακή. Η εικονογράφηση σε παλ τόνους, ελαφρώς υπερκορεσμένη, θυμίζοντας σε πολλές σκηνές το «Ένας Υπέροχος Άνθρωπος» του Ρον Χάουαρντ, δίνει συνεχώς μια αίσθηση ειρωνείας της τύχης, καθώς η μαθηματική εξίσωση της ευτυχίας χάνεται ως άπιαστο όνειρο μέσα στο καθημερινό βασανιστήριο που και οι δυο σύζυγοι υπομένουν.

Το βασικό πρόβλημα αυτού του κατά τα άλλα όμορφα κατασκευασμένου φιλμ, είναι η απουσία ξεκάθαρου σκηνοθετικού στίγματος. Ο Μαρς δεν επιχειρεί να κάνει πουθενά την υπέρβαση, βρίσκοντας τη σεναριακή του ασφάλεια στην ιστορία ενός δραστήριου νεαρού (παρότι μιλάμε για ένα από τα φωτεινότερα μυαλά της ανθρωπότητας) που μετατρέπεται εξαιτίας μιας ανίατης ασθένειας στο μωρό της γυναίκας του. Η επεισοδιακή δομή της αφήγησης εναλλάσσει στιγμές οικογενειακής ευτυχίας κι επιστημονικής ανακάλυψης με τραγικά γεγονότα με τον πλέον ασφαλή τρόπο, ίσως υπολογίζοντας ότι το θέμα είναι τόσο ισχυρό ώστε να μπορεί να σταθεί από μόνο του. Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι αυτή του αναίμακτου σεβασμού που ξύνει την επιφάνεια χωρίς όμως να κόψει πιο βαθιά, προσεγγίζοντας όπως θα περιμέναμε την περιπλοκή ύπαρξη του Στίβεν ή τη βαθμιαία κλιμάκωση του αδιεξόδου της Τζέιν, καθώς αντιλαμβάνεται ότι ο γάμος της έχει αλλάξει ανεπανόρθωτα. Ωστόσο, κυρίως μετά την αισιόδοξη πρώτη πράξη, η ταινία καταφέρνει σε στιγμές να αντηχήσει τραγικότητα, εξομολογώντας τα δεσμά και τους περιορισμούς μιας αγωνιζόμενης αγάπης που υπομένει ενάντια στις συνθήκες. Δυο χέρια που αρνούνται να αφήσουν το ένα το άλλο, μένοντας δεμένα όσο οι δυνάμεις τους το επιτρέπουν, ενώ οι άνθρωποι μοιραία απομακρύνονται. Ένα άηχο κλάμα συνειδητοποίησης χωρίς λυγμούς, καθώς η ρομποτική, ψυχρή φωνή μπορεί να αναπαράγει λέξεις αλλά όχι συναισθήματα.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, μια ταινία αυτού του είδους πέφτει ή απογειώνεται μέσω του κεντρικού της χαρακτήρα. Ο Έντι Ρεντμάιν λοιπόν ανταποκρίνεται στην πρόκληση, υπερβαίνοντας την τυπική σωματική απεικόνιση των δεινών του ρόλου που έχει αναλάβει και καταθέτει μια αυθεντική, σχεδόν ενστικτώδη ερμηνεία, θυμίζοντας αρκετά τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις στο «Αριστερό μου Πόδι». Ο ίδιος συστρέφεται σταδιακά και πλαγιάζει μετατρέποντας τον εαυτό του, σιγά σιγά αλλά πάντοτε μπροστά στα ματιά μας, από τον αδέξιο φοιτητή με τα τετράγωνα γυαλιά, στη γνώριμη προς όλους φιγούρα, καθώς η σκέψη εξελίσσεται και βαθαίνει, άλλα η αρρώστια που κατοικεί μέσα του εκφυλίζει τις σωματικές του λειτουργίες. Στο ίδιο επίπεδο κυμαίνεται και η Φελίσιτι Τζόουνς, υποδυόμενη την αποφασισμένη κι αφοσιωμένη Τζέιν, χτίζοντας έναν ρόλο όπως θα έπρεπε, δεδομένου πάντα του αδύναμου σεναριακού υλικού που δείχνει να έχει στα χέρια της.

Μέσα στην αναμφισβήτητη πληρότητά της, η ταινία κρύβει μια μεγάλη ειρωνεία, ίσως μεγαλύτερη και από τη ζωή του ίδιου του Χόκινγκ. Κατορθώνει να αποτελέσει μια δημιουργία για ένα από τα πιο ευφάνταστα λαμπερά μυαλά της παγκόσμιας ιστορίας, γραμμένη κι αφηγημένη με τον πιο ασφαλή και λιγότερο πρωτότυπο τρόπο. Οι στιγμές απόγνωσης μοιάζουν να ελέγχονται από μια σχολαστική ηθική και συμπόνια, στην προσπάθεια της αποτύπωσης μιας σύγκρουσης, ή καλύτερα μιας αντιπαράθεσης, του καλού με το εξίσου καλό. Μπορεί οι πολύ δυνατές ερμηνείες του κινηματογραφικού ζευγαριού να σώζουν τελικά την παρτίδα, όμως η αίσθηση του ανικανοποίητου εντέλει παραμένει, καθώς η συμβατική της εξέλιξη και κορύφωση την κάνουν να μοιάζει με μια ταινία που, προσπαθώντας να περάσει χωρίς απώλειες τα νοήματα και τις αναφορές της, πηγαίνει κοντά στη φωτιά, άλλα ξαφνικά απότομα αποτραβιέται.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 17/3/2018

1963, πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ. Ο Χόκινγκ (Έντι Ρεντμέιν) είναι ένας λαμπρός 21χρονος φοιτητής, αβέβαιος για τον τομέα στον οποίο επιθυμεί να ειδικευτεί. Είναι συμπαθής, αμήχανος και λίγο αδέξιος, αλλά αυτά δεν τον εμποδίζουν να συνάψει μια ερωτική σχέση με την Τζέιν (Φελίσιτι Τζόουνς), μια ελκυστική φοιτήτρια της ιστορίας της τέχνης.

Καθώς οι δυο ερωτεύονται και το ενδιαφέρον του Χόκινγκ αρχίζει να κινείται προς τη μελέτη των μαύρων τρυπών και της προέλευσης του σύμπαντος, αντιμετωπίζει ένα καταστροφικό χτύπημα: πάσχει από τη «Νόσο του Κινητικού Νευρώνα». Το μυαλό του θα παραμείνει ανέπαφο, αλλά ο έλεγχός του πάνω στο σώμα του θα επιδεινωθεί. Οι γιατροί τού δίνουν δύο χρόνια ζωής. Η Τζέιν γίνεται η σωτηρία του από τη δίνη της κατάθλιψης στην οποία βυθίζεται. Οι δύο τους παντρεύονται και κατά την επόμενη δεκαετία αποκτούν τρία παιδιά. Ο Χόκινγκ περιορίζεται σε μια αναπηρική πολυθρόνα, αλλά μετά από μια τραχειοτομή έκτακτης ανάγκης, χάνει τη φωνή του. Η φροντίδα του Χόκινγκ και των παιδιών του γίνεται υπερβολικά κουραστική για την Τζέιν. Επιδιώκει τη βοήθεια άλλων, συμπεριλαμβανομένης μιας νοσοκόμας πλήρους απασχόλησης, η οποία τελικά θα γίνει η δεύτερη σύζυγος του Χόκινγκ.

Ο σκηνοθέτης Τζέιμς Μαρς (που το 2009 βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για το «Man on Wire») αναδεικνύει μαεστρικά τους τρεις βασικούς άξονες της ζωής του Χόκινγκ: το έργο του, την ασθένειά του και τον γάμο του. Το σενάριο του  Άντονι ΜακΚάρτεν αφηγείται την αντίστροφη πορεία που ακολουθεί η διανοητική εκτόξευση του Χόκινγκ σε σχέση με τη φυσική του κατάρρευση.

Μια ωραία, σχεδόν υποσυνείδητη, αρετή της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μαρς χρωματίζει βαθιά κάθε εποχή, σχεδόν σαν να παρακολουθούμε εικόνες της μνήμης μας. Οι σκηνές του Κέιμπριτζ παρουσιάζονται σε γήινες αποχρώσεις και ζωηρή φωτογραφία, η  δεκαετία του 1970 είναι σε σέπια με σκούρα καφέ και κίτρινα χρώματα που θυμίζουν ξεθωριασμένες φωτογραφίες, και μόνο τα πιο πρόσφατα χρόνια παρουσιάζονται με απλό τρόπο, χωρίς υπαινιγμό μνήμης ή ρομαντισμού. Η έμφαση στις διαφορετικές εποχές και σε ό,τι χάνεται και αποκτάται καθώς οι άνθρωποι κινούνται μέσα στα χρόνια, ενισχύει το συγκεκριμένο πεδίο έρευνας του Χόκινγκ, τη φύση του ίδιου του χρόνου.

Μιλώντας με όρους των φυσικών επιστημών, ο μετασχηματισμός του Έντι Ρεντμέιν σε Στίβεν Χόκινγκ είναι κάτι το εκπληκτικό. Υπερβαίνει την τυπική σωματική απεικόνιση των δεινών του ρόλου που έχει αναλάβει, και καταθέτει μια αυθεντική, σχεδόν ενστικτώδη ερμηνεία, θυμίζοντας αρκετά τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις στο «Αριστερό μου Πόδι». Οι περισσότεροι από εμάς είναι εξοικειωμένοι με την αναπηρική πολυθρόνα που χρησιμοποιούσε ο Χόκινγκ, και με την ηλεκτρονική φωνή του. Ο Ρεντμέιν σαν να χαράσσει μια ευθεία γραμμή προς το παρελθόν, μετατρέπεται στον άγνωστο νεαρό φοιτητή, αλλά σιγά-σιγά, με κάθε ανεπαίσθητη χειρονομία, μας προετοιμάζει για τη σταδιακή φθορά μέχρις ότου η ομοιότητα γίνει απόλυτη. Κατά μήκος της διαδρομής, μας δίνει την αίσθηση του υπέροχου μυαλού του Χόκινγκ. Στις σκηνές από τις φοιτητικές μέρες του, ο Ρεντμέιν ακούει τους καθηγητές με την ιδιαίτερη προσοχή κάποιου που καταλαβαίνει όλα όσα ακούει και αγωνίζεται για το επόμενο συμπέρασμα. Αργότερα, καθώς το σώμα του Χόκινγκ εκφυλίζεται, το πρόσωπο του Ρεντμέιν απεικονίζει ένα παιχνίδι συναισθημάτων και σκέψεων που δεν μπορεί να εκφράσει. Χρησιμοποιώντας τα ηλεκτρονικά μέσα, το καλύτερο που μπορεί να διαχειριστεί είναι τέσσερις λέξεις το λεπτό, κι έτσι πρέπει να επιλέξει προσεκτικά τα λόγια του. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Χόκινγκ θαύμασε την ερμηνεία του Ρεντμέιν, λέγοντας χαρακτηριστικά: «μερικές φορές νόμιζα ότι ήμουν εγώ».

Στο ίδιο επίπεδο κυμαίνεται και η Φελίσιτι Τζόουνς, που προσφέρει μια ελκυστική Τζέιν, έναν πυλώνα ηθικής δύναμης και ηρεμίας. Στην αρχή είναι πεπεισμένη ότι η αγάπη τους θα είναι αρκετή και μαζί μπορούν να κερδίσουν τη μάχη. Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων, μπορούμε να δούμε στο πρόσωπό της ότι αυτή είναι μια ζωή χωρίς χαρά, μια θυσία χωρίς ελπίδα. Στο τέλος, καταβεβλημένη, απογοητευμένη, αναγκάζεται να παραδεχτεί την ήττα της.

Η δουλειά του Μαρς είναι εξαιρετική, καθώς ισορροπεί έξοχα τα εκφραστικά του μέσα, τη φωτογραφία, τη μουσική, τις εκπληκτικές ερμηνείες, και προβάλλει με έμφαση τον θεματικό πυρήνα του φιλμ: ακριβώς όπως προσπαθούσε ο νεαρός Χόκινγκ να σκέφτεται τον εαυτό του πέρα από τον κόσμο, πέρα από το ηλιακό σύστημα και πέρα από τον γαλαξία, ως άρρωστος προσπαθεί να σκέφτεται τον εαυτό του πέρα από το σώμα του και να προβάλλει το μυαλό του στο σύμπαν.

Πόσο άνισος αγώνας, αλήθεια; Όλα τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Δημιουργίας συνασπίστηκαν απέναντι σε έναν λαμπρό νέο επιστήμονα. Κι όμως ο Χόκινγκ, με ολύμπια ανωτερότητα, έδωσε μέχρι τέλους την προσωπική του μάχη για ζωή, δημιουργία, χαρά, έρωτα, μέχρι την τελική του πράξη, την εκτόξευση του στο άπειρο. Τι θα μπορούσε να είναι πιο αξιοθαύμαστο;

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

19 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.