Η ιστορία ενός σκληραγωγημένου δανού καπετάνιου, κατά τη δεκαετία του 1920, που βάζει στοίχημα με τον φίλο του πως θα παντρευτεί την πρώτη γυναίκα που θα μπει στο μπαρ που βρίσκονται οι δυο τους. Και ξαφνικά μπαίνει μέσα η Λίζι…

Σκηνοθεσία:

Ildiko Enyedi

Κύριοι Ρόλοι:

Gijs Naber … καπετάνιος Jakob Storr

Lea Seydoux … Lizzy

Louis Garrel … Dedin

Sergio Rubini … Kodor

Jasmine Trinca … Viola

Luna Wedler … Grete

Romane Bohringer … Κα Lagrange

Ulrich Matthes … Κος Lange

Udo Samel … Κος Voss

Sandor Funtek … Tommy

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ildiko Enyedi

Παραγωγή: Maren Ade, Jonas Dornbach, Peggy Hall, Janine Jackowski, Erno Mesterhazy, Andras Muhi, Monika Mecs, Pilar Saavedra Perrotta, Flaminio Zadra

Μουσική: Adam Balazs

Φωτογραφία: Marcell Rev

Μοντάζ: Karoly Szalai

Σκηνικά: Imola Lang

Κοστούμια: Andrea Flesch

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: A Felesegem Tortenete
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Ιστορία της Γυναίκας μου
  • Διεθνής Τίτλος: The Story of My Wife

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Story of My Wife: The Reminiscences of Captain Storr του Milan Fust.

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Το μυθιστόρημα του 1942 ήταν από τα πλέον αγαπημένα της Enyedi από όταν ήταν ακόμα νεαρή.
  • Ο λόγος που επιλέχθηκαν τα αγγλικά ως κύρια γλώσσα, ήταν επειδή τη δεκαετία του 1920 ήταν αυτή η γλώσσα που μιλιόνταν ευρέως στη ναυτιλία.
  • Γυρίσματα έγιναν στη Βουδαπέστη, το Αμβούργο και τη Μάλτα.

Κριτικός: Ρωμανός Αναστασίου

Έκδοση Κειμένου: 29/11/2022

Πρωτοακούγοντας για μια ταινία που είναι ρομάντζο εποχής, διαρκεί κάτι ψιλά λιγότερο από 3 ώρες και είναι βασισμένη σε μυθιστόρημα, πολύς κόσμος δικαίως θα προτιμήσει να δώσει τα 7μιση ευρώ του εισιτηρίου και το απόγευμα του με την παρέα του σε μπύρες. Ωστόσο, η εμφάνιση του ονόματος της Ildiko Enyedi ως δημιουργός της αλλάζει τα πράγματα, αφού είναι η σκηνοθέτης/σεναριογράφος πίσω από το “η Ψυχή και το Σώμα”, μια από τις πιο όμορφες και ενδιαφέρουσες ταινίες του 2017. Τι περιμένει λοιπόν κανείς που γνωρίζει τη δουλειά της από την αναφορά της; Συγκλονιστική κινηματογραφική οικονομία, μαεστρική χρήση τoυ μοντάζ και της σιωπής, συναισθηματική συνθετότητα, βαθιά αγάπη για τους χαρακτήρες της, στοχευμένη και όμορφη φωτογραφία. Δυστυχώς, τα παραπάνω στοιχεία εμφανίζονται ως απειροελάχιστα ψήγματα πασπαλισμένα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας -όπως θα το έθετε ο Μπίλμπο Μπάγκινς-, είναι τεντωμένα, απλωμένα σαν ελάχιστο βούτυρο σε πολύ ψωμί.

Από το ξεκίνημα είναι ξεκάθαρο πως η φωτογραφία θα είναι πολύ ευχάριστη στο μάτι -τα απαλά, αρμονικά χρώματα, το όμορφο, σχεδόν ζωγραφικό καδράρισμα. Ωστόσο, τη στιγμή που οι χαρακτήρες ανοίγουν το στόμα τους, ξεκινά και η κατάρρευση των υψηλών προσδοκιών. Ο τρόπος που διαχειρίζονται τον λογοτεχνικό διάλογο είναι επιτηδευμένος και οι ερμηνείες πέτρινες, και η υπόνοια πως η παγωμάρα αυτή είναι εσκεμμένη ως αισθητικό σχόλιο στο πως τα τεκταινόμενα που απεικονίζονται αποτελούν μια ριζικά δαιδαλώδη σχέση κοινωνικών προσδοκιών, επιθυμίας και ερωτικού παιχνιδιού, είναι σίγουρα μια ενδιαφέρουσα υπόθεση για την επιλογή τέτοιας προσέγγισης, αλλά όχι αρκετή για να κρατήσει ακόμη και τον πιο αφοσιωμένο θεατή απ’ το να αρχίσει να κοιτάει το ρολόι του θλιβερά νωρίς στην ταινία.

Παρομοίως και με τους χαρακτήρες καθαυτούς, που αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας όντας στο επίκεντρό της αντί της πλοκής. Το εσωτερικό ταξίδι που βιώνει το πρωταγωνιστικό ανδρόγυνο μέσω των σκαμπανεβασμάτων της νυχτερινής ζωής, των ερωτικών τους περιπτύξεων και ψυχολογικών παιχνιδιών που υποβάλλουν ο ένας στον άλλον απεικονίζονται με τέτοια χλιαρή αδιαφορία, που ο εσωτερικός τους κόσμος φαίνεται κίβδηλος στην καλύτερη και ανυπόφορος στη χειρότερη. Μετά από λίγη ώρα παρακολούθησης τους, δίνεται η αίσθηση πως ο θεατής υπομένει μια από τις γνωστές σε όλους μισητές κοινωνικές καταστάσεις-κινούμενη άμμος: Ένα φιλικό άτομο σού λέει μια μακρόσυρτη, βαρετή ιστορία απ’ το χθεσινό βράδυ, στην οποία πρωταγωνιστούν άτομα που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ -τα ονόματα των οποίων ξεχνάς με το που προφέρονται, και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γνέφεις και να περιμένεις να τελειώσει το μαρτύριο.

Το τέλος της ταινίας έρχεται βασανιστικά αργά, και, όπως στο τέλος αυτής της κριτικής, είναι δύσκολο να βγει ένα συμπέρασμα. Από τη μία, είναι πασιφανές πως κάτι δεν λειτούργησε όπως το φανταζόταν η σκηνοθέτης -ίσως εξαιτίας της ακούσιας σεναριακής και μονταζικής αμετροέπειας που εμφανίστηκαν λόγω της έμφυτης δυσκολίας μιας λογοτεχνικής μεταφοράς στον κινηματογράφο. Παρ’ όλα αυτά, οι παρατηρίσιμες ποιότητες που φωτίζουν αχνά από τις χαραμάδες μιας κατά τ’ άλλα άνοστης εμπειρίας  -κάποια cut, κάποιες φωτογραφικές και σκηνοθετικές συλλήψεις, η αισθητική κομψότητα- με αποτρέπουν από το να την κατατάξω ως ένα ακόμη αδιάφορο δράμα εποχής. Το κρίμα που θα πρέπει να παριστάνει το συμπέρασμα εδώ είναι πως κάτω από αυτή τη βαρετή, τραβηγμένη ταινία κρύβεται μια εξαιρετική ταινία, και συνεχίζω να αναμένω επόμενες δουλειές της Ildiko Enyedi, που παρά την αστοχία πολλών επιλογών στο “Η Ιστορία της Γυναίκας μου”, είναι ξεκάθαρο πως δεν έχει χάσει τη ματιά της.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *