Δεκαετία του 1930, Δυτική Βιρτζίνια. Ο Χάρι Πάουελ κυκλοφορεί ως ιερέας και δολοφονεί τις γυναίκες με τις οποίες παντρεύεται, πιστεύοντας στα κακά σαρκικά ένστικτα των θηλυκών. Συλλαμβάνεται για κλοπή αυτοκινήτου, και ευρισκόμενος στη φυλακή, προσπαθεί να αποσπάσει από τον καταδικασμένο σε θάνατο συγκρατούμενο του το πού έχει κρύψει ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Το μυστικό κρύβεται στη σύζυγο του θανατοποινίτη και στα δύο του παιδιά, κι ο Πάουελ τα επισκέπτεται με τους πιο δόλιους σκοπούς.

Σκηνοθεσία:

Charles Laughton

Κύριοι Ρόλοι:

Robert Mitchum … Harry Powell

Shelley Winters … Willa Harper

Lillian Gish … Rachel Cooper

Billy Chapin … John Harper

Sally Jane Bruce … Pearl Harper

James Gleason … θείος ‘Birdie’ Steptoe

Evelyn Varden … Icey Spoon

Peter Graves … Ben Harper

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: James Agee, Charles Laughton

Παραγωγή: Paul Gregory

Μουσική: Walter Schumann

Φωτογραφία: Stanley Cortez

Μοντάζ: Robert Golden

Σκηνικά: Hilyard M. Brown

Κοστούμια: Jerry Bos

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Night of the Hunter

Ελληνικός Τίτλος: Η Νύχτα του Κυνηγού [επανέκδοσης]

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ο Θανατοποινίτης με το Σημάδι [αυθεντικός]

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Night of the Hunter του Davis Grubb.

Παραλειπόμενα

  • Το βιβλίο που εδώ διασκευάζεται άντλησε την έμπνευση του από τον Harry Powers, που απαγχονίστηκε το 1932 στη Δυτική Βιρτζίνια για τη δολοφονία δύο χήρων και τριών παιδιών.
  • Το εξπρεσσιονιστικό ύφος του φιλμ αμφισβητεί την εξέλιξη του σινεμά των 1930 και 1940, πηγαίνοντας πίσω στο βωβό. Η τεχνική του επηρέασε πολλούς δημιουργούς, με πιο χαρακτηριστικούς τους Rainer Werner Fassbinder και Robert Altman.
  • Ήταν η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε ποτέ ο Charles Laughton. Παρόλα αυτά, ανέβασε σκηνοθετικά αρκετές παραστάσεις στο Μπρόντγουεϊ.
  • Το αρχικό σενάριο ήταν 293 σελίδες, υπερβολικά πολλές για μια ταινία. Τότε παρεμβλήθηκε ο  Laughton που το έφερε στην τελική του μορφή, χωρίς όμως να θέλει να αναφέρεται κι ως σεναριογράφος στους τίτλους.
  • Το σενάριο ήθελε τον Χάρι Πάουελ να είναι αληθινός ιερέας. Για να μπορέσει όμως να περάσει η ταινία από τον περίφημο κώδικα λογοκρισίας Χέιζ, χρειάστηκε να αλλάξει αυτή η λεπτομέρεια. Ακόμα κι έτσι, ομάδες προτεσταντών διαμαρτυρήθηκαν έντονα.
  • Αρχικά ο Laughton σκέφτονταν να ερμηνεύει ο ίδιος τον Πάουελ, αλλά ο παραγωγός τον συμβούλευσε ότι κανέναν στούντιο δεν θα αναλάμβανε έτσι την ταινία. Ο πρώτος τότε που στράφηκε ο σκηνοθέτης ήταν ο Gary Cooper, αλλά εκείνος θεώρησε ότι ο ρόλος θα ήταν επιζήμιος για την καριέρα του. Τόσο ο John Carradine όσο κι ο Laurence Olivier εξέφρασαν θέληση να παίξουν, αλλά ο δεύτερος είχε υποχρεώσεις για τα επόμενα δύο χρόνια.
  • Για τον ρόλο της Γουίλα, υποψήφιες ήταν οι: Agnes Moorehead, Grace Kelly και Betty Grable.
  • Η Elsa Lanchester, σύζυγος του σκηνοθέτη, αρνήθηκε για άγνωστους ρόλους τον ρόλο της Ρέιτσελ, αντιπροτείνοντας το αστέρι του βωβού Lillian Gish.
  • Ο Laughton υποχρέωνε στα γυρίσματα να βρίσκονται κι ο μοντέρ με τον συνθέτη, κάτι αληθινά σπάνιο ειδικά για τότε.
  • Όταν έκανε πρεμιέρα το φιλμ δεν γνώρισε επιτυχία ούτε στα ταμεία ούτε στην κριτική, κάτι που επηρέασε και τον Laughton στο να μη σκηνοθετήσει ξανά. Σύντομα έγινε cult από μια μερίδα θαυμαστών και προβάλλονταν συχνά σε μουσεία και οίκους αναψυχής. Τη δεκαετία του 1970, όταν κι άρχισε να αλλάζει τρόπο σκέψης η κριτική, εμφανίστηκαν πολλοί που έγραφαν θετικά για το φιλμ. Σήμερα έχει φτάσει σε σημείο να θεωρείται από τις σπουδαιότερες ταινίες της έβδομης τέχνης.
  • Το 1991, έγινε με αποτυχία τηλεοπτικό ριμέικ με τον Richard Chamberlain.
  • Η Universal Pictures εργάζεται επί χρόνια για ένα ριμέικ του έργου.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το Lullaby με την Kitty White και το Pretty Fly με τη Sally Jane Bruce (ντουμπλαρισμένο από την Betty Benson) γράφτηκαν ειδικά για την ταινία.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 4/7/2020

Λίγες αμερικανικές ταινίες έχουν αποδειχτεί τόσο επιδραστικές όσο η Νύχτα του Κυνηγού. Ακόμα κι αν και η ίδια έχει πάρει επιτακτικά μαθήματα από το παρελθόν, τα ανανεώνει με έναν τρόπο τόσο μοναδικό που τα παραδίδει στο μέλλον. Ένας κρίκος που ούτε τα κλασικά νουάρ δεν πέτυχαν να μεταδώσουν με τέτοια καταλυτική ισχύ. Κι όλα αυτά από έναν βρετανό ηθοποιό που δεν ξανάπιασε κάμερα στο χέρι…

Δεν είναι ανάγκη να μπείτε με φούρια αναζητώντας τα ψεγάδια αυτού του αριστουργήματος, γιατί ο «κόπος» σας θα ανταμειφθεί μόλις 5 λεπτά πριν το φινάλε. Εκεί δυστυχώς ο Λότον, ερωτευμένος από την ερμηνεία της Λίλιαν Γκις και πιεσμένος από τα μακαρθικά στάνταρ της εποχής, ωθείται σε μια κατακλείδα εκτός κλίματος. Μια καταληκτική σκηνή που αλλού θα ταίριαζε θαυμάσια, εδώ «ξεκολλάει» το κομψοτέχνημα από το απόλυτο.

Ίσως, πάλι, είναι λίγο μάταιο να αναζητήσεις και το πού αντιστοιχεί η κάθε παραβολή που απλόχερα σου προσφέρουν οι διάλογοι και οι απανταχού συμβολισμοί. Ο Λότον δεν έχει κατά νου την κατάλυση του θρησκευτικού σύμπαντος, κάτι που φυσικά είναι στον σημερινό θεατή φανερό, μια και σε εκείνον τού τότε όλα μοιάζουν με μια ατελείωτη βλασφημία. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει και με τον Τελευταίο Πειρασμό του Καζαντζάκη, που κάποτε τον αφόριζαν δίχως να αντιλαμβάνονται τη βαθιά πίστη που έκρυβαν οι λέξεις του. Στον «Κυνηγό», τα δύο άκρα του χριστιανισμού αποδίδονται με τον Πάουελ (με τον Μίτσαμ να μην έχει ξεπεραστεί ως ψυχοπαθής ούτε από τους δύο Άντονι του «Ψυχώ» και της «Σιωπής») και τη Ρέιτσελ (διόλου τυχαίο το εβραϊκό όνομα), όπου απλά συμβολίζουν τους δρόμους της καλοσύνης και της κακίας που πρέπει να επιλέξουν τα παιδιά για να βρεθούν στον παράδεισο. Η μάχη μεταξύ τους άλλωστε αναλύεται από τον ίδιο τον Πάουελ, μέσω της ιστορίας των τατουάζ του. Τόσο απλά.

Αλλά δουλειά μας εδώ δεν είναι να κρίνουμε τις πεποιθήσεις του δημιουργού, όταν αυτές είναι το λιγότερο καλοπροαίρετες και με γνώμονα αυτό που πίστευε για χάρη ενός γενικού καλού. Δουλειά μας είναι… να μαγευτούμε! Ο Λότον γίνεται πιο σκοτεινός κι από τα αριστουργήματα του εξπρεσιονισμού και του νουάρ σινεμά. Πιο ενδοφλεβικός από όσα έχει παράγει το πάνθεο των κινηματογραφικών χρόνων. Οι εικόνες του είναι από άλλον κόσμο, από άλλο όνειρο. Το σύμπαν της ταινίας δεν υπάρχει στον ορατό κόσμο των ηρώων, αλλά είναι μια αποτύπωση του ψυχικού φάσματος που αποπνέουν. Κάτι σαν «μάτριξ» ορατό μονάχα στα μάτια ενός Φρόιντ. Είναι ο παράδεισος και η κόλαση επί της γης, με το καθένα από αυτά τα απόκοσμα μέρη να παίρνει τα στιγμιότυπα του, και να απλώνεται σαν πίνακας εμπρός μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια οπτική δημιουργία που ξεπερνά την απλή πανδαισία εικόνων που βλέπουμε συχνά κι αλλού, και χαιρόμαστε σε μέγιστο βαθμό όσα ο βωβός γερμανικός -και ο σουηδικός- εξπρεσιονισμός έχει χαράξει στο υποσυνείδητο μας. Μια άπλετη μαγεία, δίχως όρια, και σε μια εποχή που το «καθωσπρέπει» της λεγόμενης Χρυσής Εποχής έτεινε να καταπιεί και το νουάρ, και να γίνει ο ένας κανόνας.

Μάλλον όμως δεν χωράει παραπάνω ανάλυση επί κειμένου, όταν υπάρχει ένα τέτοιο προκείμενο. Δείτε το, και θα κάνετε μαζί ένα μακρύ ταξίδι που καλύπτει από τις απαρχές ως το σήμερα του κινηματογράφου…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

21 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.