Η ιστορία παρακολουθεί δυο γυναίκες, μια αστυνομικό και μια εργάτρια σε εργοστάσιο παραγωγής χελιών, που ζουν σε μια επαρχιακή πόλη στη Δυτική Ελλάδα. Όταν μια μυστηριώδης αυτοκτονία θα φέρει τα πάνω-κάτω στη μικρή πόλη και θα πυροδοτήσει έναν άγριο κύκλο βίας, οι ζωές των δύο γυναικών που μέχρι χθες αγνοούσαν η μία την ύπαρξη της άλλης, αρχίζουν να συγκλίνουν. Δεν το ξέρουν ακόμη, αλλά από τη συνάντησή τους μπορεί να κρέμεται η σωτηρία τους.

Σκηνοθεσία:

Σύλλας Τζουμέρκας

Κύριοι Ρόλοι:

Αγγελική Παπούλια … Ελισάβετ

Γιούλα Μπούνταλη … Ρίτα

Χρήστος Πασσαλής … Μανώλης

Αργύρης Ξάφης … Βασίλης

Θανάσης Δόβρης … Μιχάλης

Λαέρτης Μαλκότσης … Ανδρέας

Μαρία Φιλίνη … Axel

Christian Culbida … Δημήτρης

Μιχάλης Κίμωνας … Βαγγέλης

Λαέρτης Βασιλείου … Γρηγόρης

Κατερίνα Χέλμη … η μητέρα

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Γιούλα Μπούνταλη, Σύλλας Τζουμέρκας

Παραγωγή: Μαρία Δρανδάκη

Μουσική: Drogatek, Jean-Paul Wall, Φοίβος

Φωτογραφία: Petrus Sjovik

Μοντάζ: Andreas Wodraschke

Σκηνικά: Jorien Sont

Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Το Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών

Διεθνής Τίτλος: The Miracle of the Sargasso Sea

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο τμήμα Πανοράματος του φεστιβάλ Βερολίνου.
  • Βραβείο σκηνοθεσίας και πρώτου γυναικείου ρόλου (Αγγελική Παπούλια) στα βραβεία Ίρις. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, πρώτο αντρικό ρόλο (Χρήστος Πασσαλής), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Γιούλα Μπούνταλη), σενάριο, μουσική, μοντάζ, κοστούμια, ήχο, ειδικά εφέ και μακιγιάζ.

Παραλειπόμενα 

  • Γυρίσματα έγιναν στο Μεσολόγγι και την υπόλοιπη Αιτωλοακαρνανία, αλλά και στην Άρτα και την Αθήνα. Πλέον εκτεταμένα έγιναν συγκεκριμένα στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, αλλά και το δέλτα των ποταμών Αχελώου και Άραχθου.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 22/8/2020

Δεν έχασε το δημιουργικό του άγγιγμα ο Σύλλας Τζουμέρκας, ούτε το γεγονός ότι υπογράφει την πιο αδύναμη δουλειά του τον αποβάλλει από τους πιο σταθερούς έλληνες κινηματογραφιστές του σήμερα. Έχοντας μάλιστα κι ένα τέτοιο καστ που μπορεί επάξια να υπηρετήσει το στεγνά ρεαλιστικό του ύφος, σου παρέχει τους λόγους να παραμείνεις όρθιος μέχρι και το φινάλε.

Βασικό θύμα του έργου είναι το Μεσολόγγι. Κανείς όμως δεν θα έπρεπε να προβάλλει ενστάσεις, όταν παρουσιάζεται η πανέμορφη λιμνοθάλασσα ως ένας βούρκος ψυχών. Θέλουμε δεν θέλουμε, η μεγαλύτερη έκταση της ελληνικής επαρχίας ζει υπό αυτούς τους όρους υποκουλτούρας και ηθικής σήψης. Δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε το γιατί αυτό συμβαίνει ακόμα εν έτει 2020, αλλά ο Τζουμέρκας καλά κάνει και το παρουσιάζει με τα πλέον παρακμιακά χρώματα. Ως προς αυτό το σημείο, το φιλμ αριστεύει. Περνάει ο λόγος του, και περνάει με έγκυρη πειθώ.

Η ταινία όμως δεν είναι ένα κοινωνικό δράμα, ή τουλάχιστον είναι μόνο κατά το ντεκόρ του. Οι επιρροές του προέρχονται από την άλλη όχθου του Ατλαντικού, και αφορούν τις σύγχρονες αμερικανικές ταινίες και σειρές με φόντο το αστυνομικό μυστήριο. Οι κανόνες δεν αλλοιώνονται ιδιαίτερα, πέρα της προσαρμογής τους στην κοινωνική καταγγελία επί της δικής μας επαρχίας, αλλά συμπιέζονται επικίνδυνα. Αφού λοιπόν το φιλμ αναλώνεται για μεγάλο χρονικό του διάστημα στο καθαρό ψυχολογικό δράμα, έρχεται το έγκλημα που εντέλει αποκαλύπτεται ότι όλα όσα παρακολουθούσαμε αφορούσαν αυτό. Τόσο η ανάπτυξη χαρακτήρων, όσο και οι επιμέρους συμβολισμοί. Αυτό όμως δεν θα σήμαινε ότι το συγκεκριμένο έγκλημα χρίζει μιας ανάπτυξης που να αντιστοιχεί στον αναλωμένο χρόνο;

Κι εδώ γίνεται το σκηνοθετικό «έγκλημα». Όχι μονάχα το «μυστήριο» λύνεται μέσα σε ελάχιστο χρόνο και χωρίς να χρειαστεί ιδιαίτερος κόπος από πλευράς της ηρωίδας αστυνόμου, αλλά συνοδεύεται από λεπτομέρειες που κατοικούν μονάχα στο μυαλό των σεναριογράφων, χωρίς κάποια επεξήγηση που θα τους έδινε ουσία. Κάπου εδώ κόβεται σαν από μαχαίρι με τρίμματα κλισέ το φιλμ με τους τίτλους του φινάλε, αφήνοντας μας μάταια να αναμένουμε κάποιο τελικό επεξηγηματικό φινάλε. Ακόμα και η ανάλυση των χαρακτήρων παραμένει μετέωρη, με πολλές μικρές σκηνές από την αρχή να μοιάζουν πλέον ως «άκυρες». Μήπως υπήρχαν πολλά περισσότερα στο μυαλό αυτών που το έγραψαν, που ίσως δεν χώρεσαν στο τελικό αποτέλεσμα;

Κρατάμε το σινεφιλικό άγγιγμα του Τζουμέρκα που χρωματίζει την κάθε σκηνή με κάτι το αξιοπρόσεκτο, αγαλλιάζουμε τον υπέρμετρο ρεαλισμό που αποπνέουν οι ερμηνείες και οι καταστάσεις, δεν δηλώνουμε σοκαρισμένοι από τη εικόνα μιας ελληνικής περιφέρειας που αιμορραγεί από την έλλειψη μιας σοβαρής κρατικής μέριμνας. Δυστυχώς όμως πετάμε το κυριότερο, κι αυτό είναι ένα σενάριο ελλιπέστατο, που προδίδει τον πρωταρχικό του σκοπό: να παράγει ένα ελληνικό σινεμά που ενώνει την ορθή τέχνη με κάτι που θα ενδιαφέρει το ευρύ κοινό.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.