Γνωστός ως ο άνθρωπος που κατέβασε τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη το 1941, ο Μανώλης Γλέζος είναι ένας ζωντανός θρύλος. Με την Ελλάδα για άλλη μία φορά μετέωρη, ο Γλέζος βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο, με αποκορύφωμα την εκλογή του στην ευρωβουλή σε ηλικία 92 ετών. Ωστόσο, αρνείται πεισματικά να συζητήσει το «περιστατικό με τη σημαία», το οποίο απειλεί να επισκιάσει ολόκληρη τη ζωή του.

Σκηνοθεσία:

Ανδρέας Χατζηπατέρας

Κύριοι Ρόλοι:

Μανώλης Γλέζος … ο ίδιος

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ανδρέας Χατζηπατέρας

Παραγωγή: Βάλερυ Κοντάκου

Μουσική: Σεραφείμ Τσοτσώνης

Φωτογραφία: Γιάννης Μισουρίδης, Παντελής Μαντζανάς

Μοντάζ: Χρόνης Θεοχάρης

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Ο Τελευταίος Παρτιζάνος

Διεθνής Τίτλος: The Last Partisan

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 1/11/2018

Η πρόθεση του σκηνοθέτη κατά τον ίδιο εδώ είναι να παραδώσει περισσότερο ένα πορτραίτο παρά ένα ιδεολογικό μανιφέστο. Δεν λείπει φυσικά παντελώς η πολιτική υπόσταση του Μανώλη Γλέζου, μιας και αυτό θα ήταν ένα μεγάλο σφάλμα για ένα φιλμ που περιστρέφεται γύρω από αυτόν, ωστόσο η όποια καταγραφή της γίνεται με μια ουδετερότητα, την οποία κάποιος θα μπορούσε να παρεξηγήσει για ατολμία ως προς μια ευθεία τοποθέτηση. Είναι όμως τόση η συμπυκνωμένη χαρισματικότητα της προσωπικότητας γύρω από την οποία περιστρέφεται ο Χατζηπατέρας που ακόμη και αυτή η καίρια αδυναμία φαντάζει δευτερευούσης σημασίας μπροστά στο χώρο που της δίνεται για να ξεδιπλωθεί μέσω προσωπικών αφηγήσεων, άλλοτε αποκαλυπτικές, άλλοτε ανάλαφρες κι άλλοτε συγκινητικές, πάντοτε όμως ειπωμένες με έναν τρόπο που κάνει τον ακροατή να κρέμεται από τα χείλη της επιθυμώντας τη ροή του λόγου της να συνεχίζεται στο διηνεκές. Σε επίπεδο κινηματογράφησης μπορεί μεν να ακολουθείται μια τηλεοπτική λογική, όμως η επιλογή να αφεθεί ο χώρος στον Γλέζο να σηκώσει από μόνος του το “βάρος” του να μεταφέρει τον θεατή σε όλες εκείνες τις στιγμές που σημάδεψαν τον βίο του, χωρίς τις παρεμβάσεις τρίτων (υπάρχει και το πάντοτε απαραίτητο σε τέτοιες περιπτώσεις αρχειακό υλικό, αλλά δεν αποτελεί την πλειοψηφία του φιλμ, ως επί το πλείστον οι εξιστορήσεις του αειθαλούς συμβόλου της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι που κάνουν τη δουλειά να πλάσουν στο μυαλό του κοινού αναλυτικά το χωροχρονικό πλαίσιο των δρώμενων στα οποία ενεπλάκη), απεγκλωβίζει το σύνολο από τη νοοτροπία της μικρής οθόνης.

Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η υπερβολικά μικρή διάρκεια δεν αφήνει περιθώρια για μια βαθύτερη και πιο απολαυστική ανάλυση του ανδρός: λειτουργεί περισσότερο ως ένα δροσιστικό μεν, σφηνάκι δε πάνω στη δημόσια κυρίως υπόσταση του συγκεκριμένου προσώπου και ως μια καλή εισαγωγή και σύνοψη στους αμύητους, κυρίως σε όσους είναι μικροί σε ηλικία και δεν έχουν βιώσει τη σταδιοδρομία του, πολιτική και μη, σε βάθος χρόνου. Ο Χατζηπατέρας συνειδητοποιεί το “χρυσωρυχείο” που έχει στα χέρια του, για αυτό και σοφά οι παρεμβολές του είναι πολύ μετρημένες και προσεκτικές. Αφήνει τον συνεντευξιαζόμενό του να ξεδιπλωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, με το αποτέλεσμα να είναι χορταστικό, με μια αυθόρμητη ροή που συνεπαίρνει. Σίγουρα όσοι περιμένουν πιο “πικάντικες” λεπτομέρειες που θα τροφοδοτούσαν ένα παραπολιτικού τύπου ενδιαφέρον, κυρίως όσον αφορά τις εμπειρίες που είχε ο Γλέζος με τον κυβερνητισμό τόσο στο ΠΑΣΟΚ. όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ. αλλά και ως επικεφαλής της κοινότητας Απειράνθου, θα μείνουν μάλλον με λίγα στο καλάθι τους, ωστόσο αυτό ως θετικό μπορεί να προσμετρηθεί. Όσο κι αν πρόκειται για μια σύντομη περίληψη των πεπραγμένων μιας εκ των πιο χαρακτηριστικών φιγούρων της νεότερης ελληνικής ιστορίας, είναι ταυτόχρονα ουσιώδης μέσα στο πνεύμα οικονομίας της αφού η εστίαση γίνεται εκεί που έχει σημασία.

Θα μπορούσε να υπάρχει περισσότερος χώρος για τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο; Φυσικά και ναι. Θα ήταν δυνατό να καταλήξει στην τελική εκδοχή της ταινίας και περισσότερο υλικό του Γλέζου εκτός του πλαισίου της συνέντευξης ώστε να ανακαλυφθούν οι πτυχές του χαρακτήρα του και πέραν του συγκεκριμένου πλαισίου; Επίσης ναι. Γενικότερα υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης, όμως σε τελική ανάλυση ο “Τελευταίος Παρτιζάνος” είναι σίγουρα ένας αξιόλογος φόρος τιμής σε ένα από τα πλέον επιδραστικά πρόσωπα του προηγούμενου αλλά και του τρέχοντος αιώνα στα πράγματα της Ελλάδας, ένα εγχείρημα στημένο με αυτοπεποίθηση, του οποίου οι συντελεστές ξέρουν τι ακριβώς θέλουν να κάνουν και δεν αισθάνονται αμήχανα απέναντι στον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους παρά τις δεκαετίες συγκλονιστικών ιστορικών γεγονότων κι εμπειριών που κουβαλάει στην πλάτη του. Το γεγονός πως δεν πρόκειται για μια δουλειά στημένη στην εντέλεια παρά τη σιγουριά της την καθιστά παραδόξως γοητευτική, προσδίδοντάς της μια χαριτωμένη, άκρως πηγαία γνησιότητα που δένει ιδανικά με την παρουσία του ανθρώπου που βρίσκεται στο επίκεντρο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

5 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.