Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης, κρητικός μικρασιατικής καταγωγής, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936. Την περίοδο της φυλακής του στο Χαϊδάρι, εκτελούσε χρέη διερμηνέα του γερμανού διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Μπροστά από τα μάτια του περνούσε όλο το δράμα της γερμανικής αγριότητας στα κατοχικά χρόνια, με τον ίδιο συνεχώς μάρτυρα βασανιστηρίων, τραγικών περιστατικών και βαριάς ατμόσφαιρας στους θαλάμους με το πλήθος των συγκρατούμενων του. Πολλές ζωές, πολλές μικρές ιστορίες φόβου, φιλίας, συντροφικότητας, ελπίδας, ονειροπόλησης. Έξω από το στρατόπεδο, η μνηστή του Ναπολέοντα, Χαρά Λιουδάκη, με σθένος, καρτερία και βαθιά αγάπη στεκόταν δίπλα στον αρραβωνιαστικό της, έστω κι αν οι συναντήσεις τους ήταν για ελάχιστες στιγμές στα επισκεπτήρια, και πάντα υπό την επιτήρηση ενόπλων φρουρών.

Σκηνοθεσία:

Παντελής Βούλγαρης

Κύριοι Ρόλοι:

Ανδρέας Κωνσταντίνου … Ναπολέων Σουκατζίδης

Andre Hennicke … Karl Fischer

Melia Kreiling … Χαρά Λιουδάκη

Τάσος Δήμας … Κώστας

Λουκάς Κυριαζής … Kovats

Αινείας Τσαμάτης … Χρήστος

Βασίλης Κουκαλάνι … Σαράντος

Γιώργος Καραμαλέγκος … Νίκος Μαριακάκης

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ιωάννα Καρυστιάνη, Παντελής Βούλγαρης

Παραγωγή: Γιάννης Ιακωβίδης

Μουσική: Αλέξανδρος Βούλγαρης

Φωτογραφία: Σίμος Σαρκετζής

Μοντάζ: Τάκης Γιαννόπουλος

Σκηνικά: Σπύρος Λάσκαρης

Κοστούμια: Γιούλα Ζωιοπούλου

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Το Τελευταίο Σημείωμα

Διεθνής Τίτλος: The Last Note

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο πρώτου αντρικού ρόλου (Ανδρέας Κωνσταντίνου), κοστουμιών, ήχου και μακιγιάζ στα βραβεία Ίρις. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σενάριο, δεύτερο αντρικό ρόλο (Hennicke Andre), μουσική, φωτογραφία, μοντάζ, σκηνικά και ειδικά εφέ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 16/4/2018

Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη εκβιάζει τον θεατή, αναλόγως τις πεποιθήσεις του, να βρει ελαττώματα ακόμα και σε λεπτομερείς κατά τη θέαση του. Κι αυτό επειδή είναι η πρώτη ουσιαστικά φορά που κινηματογραφείται ένα τόσο ευαίσθητο κομμάτι της ελληνικής ιστορίας (κάτι που είχε κάνει ξανά ο Βούλγαρης με το Ψυχή Βαθιά), κι ενώ ακόμα δεν έχουν αμβλυνθεί οι εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις που κρατούν καλά από τότε. Ο Βούλγαρης στεναχωρά, κατά κάποιον τρόπο, όποιον ήθελε να παρακολουθήσει κάτι με απόλυτα πολιτική απόχρωση, αφηγούμενος τα γεγονότα του Χαϊδαρίου/Καισαριανής όπως θα τα αφηγούνταν ένας οποιοδήποτε χρονογράφος. Δεν νοιάζεται για τις πεποιθήσεις αυτών που μαρτύρησαν, χωρίς βέβαια να τις κρύβει, κάτι που θα συνιστούσε αλλοίωση ιστορίας. Αλλά μήπως έφτασε αυτή η ώρα να κοιτούμε το παρελθόν με καθαρά ανθρώπινη απόχρωση και όχι ιδεολογική, μήπως κι αποκτήσουμε σιγά-σιγά ένα μέλλον ανθρώπινο και όχι διχαστικό;

Ο δημιουργός λειτουργεί κατά το ήμισυ σαν ντοκιμαντερίστας και κατά το άλλο ήμισυ ως μυθοπλάστης. Θέλει να μιλήσει πρωτίστως για Ιστορία, αλλά δεν αποφεύγει να εμπλέξει και μια επιμέρους ιστορία που θα κινήσει πιο εύκολα το δράμα του. Η επιλογή της τελευταίας είναι εξαιρετικά καλή, και του δίνει την ευκαιρία να παρουσιάσει και το τέρας εκ των έσω, δηλαδή να ακουμπήσει και την παράλογη ψυχολογία του γερμανού δυνάστη. Με επιμονή στον ρεαλισμό, τους Γερμανούς ερμηνεύουν ξένοι ηθοποιοί, βοηθώντας να κρατείται η σοβαρότητα που τα παλιά αντιστασιακά δράματα στη χώρα μας δεν νοιάζονταν και πολύ να παρέχουν. Πέρα από ό,τι ίσως θα θέλαμε να ξεστομίζουν περισσότερο ή λιγότερο, ή ακόμα και να τραγουδούν, το επιτελείο ηθοποιών που απαρτίζουν τους κρατούμενους-βασανισμένους δεν εισχωρεί βαθιά στην πλοκή, πέρα φυσικά του κεντρικού ήρωα, αλλά ανά άτομο παίζει τον ρόλο του όταν καλείται, πετυχαίνοντας έτσι να μη χάνεται ποτέ το ανθρώπινο στοιχείο από το συνολικό δράμα, αλλά και να μην προσωποποιείται απόλυτα ένα γεγονός που αφορούσε τόσους και τόσους μάρτυρες.

Είναι σημεία που ο Βούλγαρης θαρρείς ότι επιθυμεί να εκβιάσει συναισθήματα. Μα όσο και να το ζόρισα, δεν βρήκα το πώς θα μπορούσε να το αποφύγει μιλώντας για τα συγκεκριμένα γεγονότα, εκτός κι αν γύρισε μια παλιού τύπου αντίστοιχη ταινία, από αυτές όμως που εντέλει λίγα είχαν ουσιαστικά να αφήσουν ως κληρονομιά στον Έλληνα και την Ιστορία του. Θα μπορούσαν, ναι, να λείπουν οι «αργές κινήσεις» και γενικά όσα «κόλπα» μειώνουν τη δύναμη του ρεαλισμού. Αλλά πώς να αποφεύγονταν οι οπτικές αναφορές σε βασανιστήρια, στην κτηνώδη αντιμετώπιση των κατοχικών δυνάμεων ή στον κατακερματισμό της οικογενειακής ευτυχίας, όταν όλα αυτά τότε ήταν καθημερινότητα; Και μάλιστα, ο Βούλγαρης ορίζει χρονικά το μαρτύριο του έλληνα αριστερού όχι από τη στιγμή που πατάει μπότα ο κατακτητής, αλλά από την άνοδο του Μεταξά, κάτι που τείνουν πολλοί σήμερα να κάνουν ότι ξεχνούν.

Παρασυρμένος από τα συναισθήματα που σε γεμίζει μια τέτοια ιστορία, ο Βούλγαρης υπερβάλει στην τεχνική του σε αρκετά σημεία. Μα όσο κι αν ψαχτούμε, η ιστορία εκείνης της τόσο μαύρης στιγμής για τη χώρα μας δεν έχει κινηματογραφηθεί ποτέ ορθότερα από εδώ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.