Μια νεαρή αλεπουδίτσα, ο Τοντ, υιοθετείται από μια γηραιά κυρία αφού η μητέρα του σκοτώθηκε από κυνηγό. Χωρίς να γνωρίζει το τι και πώς, γίνεται κολλητός φίλος με Κόπερ, ένα κουταβάκι λαγωνικό. Όταν μεγαλώνουν, η φιλία κι ολόκληρος ο κόσμος τους δοκιμάζεται, αφού ο Κόπερ είναι ένα πρώτης τάξης λαγωνικό κι ο Τοντ είναι το θήραμα.

Σκηνοθεσία:

Ted Berman

Richard Rich

Art Stevens

Κύριοι Ρόλοι:

Mickey Rooney … Tod (φωνή)

Kurt Russell … Copper (φωνή)

Pearl Bailey … Big Mama (φωνή)

Jack Albertson … Amos Slade (φωνή)

Sandy Duncan … Vixey (φωνή)

Jeanette Nolan … χήρα Tweed (φωνή)

Pat Buttram … Chief (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Στόρι: Larry Clemmons, Ted Berman, David Michener, Peter Young, Burny Mattinson, Steve Hulett, Earl Kress, Vance Gerry

Παραγωγή: Ron Miller

Μουσική: Buddy Baker

Μοντάζ: James Koford, James Melton

Σκηνικά: Don Griffith

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Fox and the Hound

Ελληνικός Τίτλος: Η Αλεπού και το Λαγωνικό

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο [τηλεόραση]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο 2 (2006)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Fox and the Hound του Daniel P. Mannix.

Παραλειπόμενα

  • Τεχνική: Παραδοσιακό Σχέδιο
  • Το 2006, ήρθε και το Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο 2 (The Fox and the Hound 2), κατευθείαν όμως για την αγορά του Home Cinema. Η αποδοχή του κοινού ήταν μέτρια.
  • Με 12 εκατομμύρια δολάρια κόστος, ήταν η ακριβότερη ταινία κινουμένων σχεδίων στην εποχή της. Στάθηκε εμπορική επιτυχία, μια και μόνο στις αίθουσες των ΗΠΑ έβγαλε 63,5 εκατομμύρια δολάρια.
  • Και στα ελληνικά, με τις φωνές των: Πέτρος Σπυρόπουλος (ενήλικος Τοντ), Δημοσθένης Χαλκιόπουλος (μικρός Τοντ), Γιώργος Ματαράγκας (ενήλικος Κόπερ), Κωνσταντίνος Ντούνης (μικρός Κόπερ), Σοφία Χάνου (Μεγάλη Μαμά), Κώστας Μπακάλης (Έμος Σλέιντ), Νατάσα Ασίκη (χήρα Τουίντ), Κώστας Δαρλάσης (Τσιφ), Φώτης Πετρίδης (Ντίνκι), Γιώργος Παλιός (Μπούμερ), Υρώ Μιχαλακάκου (Βίξι), Σπύρος Μπιμπίλας (ακανθόχοιρος), Τάσος Ράμσης (ασβός). Τραγούδι: Φωτεινή Κωστοπούλου, Ελπινίκη Ζερβού, Χριστίνα Αργύρη, Σοφία Χάνου, Κώστας Μπακάλης. Σκηνοθετική επιμέλεια: Μαριλίζ Ριτσάρδη. Μετάφραση: Ρένα Βασταρδή.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Στην ταινία ακούγονται 5 τραγούδια, συνθέσεις των: Stan Fidel, Jim Stafford και Jeffrey Patch.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

ΚριτικόςΔημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Έκδοση Κειμένου: 8/2/2017

Μετά τη δύσκολη δεκαετία του 1940, όπου εν μέσω πολέμου παράχθηκε μονάχα μια σειρά από πενιχρά φτιαγμένες και πλέον εντελώς λησμονισμένες σπονδυλωτές ταινίες («Saludos Amigos», «The Three Caballeros», «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad»), η Ντίσνεϊ απόλαυσε αρκετά χρόνια ακμής έως το θάνατο του Walt Disney το 1966. Τότε, το στούντιο αντιμετώπισε μια δεύτερη περίοδο κάμψης, η οποία κορυφώθηκε σε μια ακόμη δεκαετία που δοκίμασε τις έσχατες οικονομικές αντοχές του: τα 80’s. Προετοιμάζοντας το έδαφος για την περίφημη «αναγέννησή» της με τη «Μικρή Γοργόνα» του 1989, η Ντίσνεϊ συναντά αυτή την περίοδο τη μεγαλύτερη εμπορική της αποτυχία («The Black Cauldron», 1985) και, ξανά, μια σειρά από ταινίες που λίγοι θυμούνται πλέον.

Μάλλον ως η πιο γνωστή από αυτές σήμερα στέκει η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» του 1981. Ωστόσο, και παρά την εμπορική επιτυχία του, το φιλμ συνήθως αγνοείται από θεατές και κριτικούς, και συγκαταλέγεται συχνότερα στη μετριότητα της δεκαετίας του 1980 παρά στις κλασικές ντισνεϊκές στιγμές. Γι’ αυτό ακριβώς και γράφεται, άλλωστε, η συγκεκριμένη κριτική: ώστε να τοποθετήσει τη μισοξεχασμένη αυτήν ταινία στις κορυφαίες θέσεις της λίστας των πιο υποτιμημένων ντισνεϊκών εγχειρημάτων (όχι μακριά από το «Black Cauldron», παρεμπιπτόντως, που κουβαλά τον τίτλο της χειρότερης ταινίας της εταιρίας).

Η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» διαφέρει από την πλειοψηφία των ταινιών του στούντιο, ακόμα κι αν πάντα διατηρεί αδιαμφισβήτητα ντισνεϊκά στοιχεία. Με πολλά ολοκαίνουρια μέλη στο καλλιτεχνικό της επιτελείο, η Ντίσνεϊ διασκευάζει ελεύθερα ένα ομώνυμο, αλλά όχι παιδικό βιβλίο -που μελετά ρεαλιστικά τη φυσική συμπεριφορά της «Αλεπούς» και του «Κυνηγόσκυλου» χωρίς να τους προσδίδει ανθρωπομορφικά στοιχεία- και το φέρνει στα δικά της γνώριμα μέτρα. Το αποτέλεσμα είναι ένα «παιδικό» φιλμ, που χωρίς να στερείται σχεδόν οποιασδήποτε καλλιτεχνικής αρετής των κινηματογραφικών συγγενών του, καταπιάνεται ευθέως με σαφώς ωριμότερες θεματικές. Πρόκειται για μια ιστορία για τη φιλία, μα όχι πια υπό την παραμυθένια σκοπιά που είθισται στο είδος. Για τα δεδομένα αυτού, η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» εστιάζει στον… ρεαλισμό. Αποφεύγει τις ταμπέλες «καλών» και «κακών». Δεν ολοκληρώνεται στο «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Αν υπάρχει ένας «κακός» τελικά στην ιστορία, τότε είναι η… πραγματικότητα. Αυτή η (με συγχωρείτε, σε παιδική ταινία) ρουφιάνα που κάνει τους φίλους εχθρούς και τους αχώριστους χωρισμένους, που το μόνο happy-end που επιτρέπει είναι μια συνειδησιακή καταπράυνση, μια θεωρητική παρηγοριά άνευ πρακτικού αντικρίσματος -το «γλυκόπικρο» είναι το όριο του «happy».

Πέρα από τις υπερβολές του φιλμ λόγω παιδικότητας, όλοι οι χαρακτήρες πράττουν με βάση τις φυσικές τους τάσεις αντί μοχθηρών κινήτρων ή αντίστοιχων σεναριακών συμβάσεων. Ο καθένας κάνει αυτό που η ζωή απαιτεί από αυτόν και αν τον θεωρήσεις «κακό» είναι γιατί τον κοιτάς από τα μάτια του αντιπάλου του. Υπό αντίστοιχη οπτική, όλοι είμαστε «κακοί». Αποφεύγοντας συνεπώς τη μονοδιάστατη απλοϊκότητα ενός κοινού «καρτούν», το φιλμ κινείται αδιάκοπα σε ηθικά γκρίζες περιοχές, για να χρησιμοποιήσει αυτή την αμφισημία ακόμα και προς την ίδια του την -αισιόδοξη- αυτοαναίρεση: η πραγματικότητα, πέρα από την άδικη, αναπότρεπτη σκληρότητά της, έχει πάντα να επιδείξει και την πιο αποστομωτική ομορφιά. Η κάμπια-θήραμα μεταμορφώνεται στην ωραιότερη πεταλούδα που κερδίζει και τον θαυμασμό των πρώην κυνηγών της, όχι αναντίστοιχα με τον τρόπο που η θηλυκή αλεπού καλεί τον Τοντ να ανοίξει τα «φτερά» του και να απολαύσει τις ομορφιές της ζωής -πλάι στους αναπόφευκτους θανάσιμους κινδύνους της και τις αβάσταχτες συναισθηματικές πίκρες της.

Κι αν οι ατέλειες του φιλμ είναι κάτι περισσότερο από αισθητές, με ίσως την πιο τρανταχτή έλλειψη αξιοσημείωτων τραγουδιών έβερ (αν και με όμορφο score κατά τ’ άλλα), μερικούς αδύναμους, αν όχι περιττούς χαρακτήρες (η θηλυκή αλεπού) και τις άτσαλα αμβλυμμένες γωνίες της σκληρής ιστορίας (ο «μη» θάνατος του Chief) να αποδυναμώνουν εν μέρει την αφήγηση, το βουρκωμένο παιδί μέσα μας αδιαφορεί πλήρως. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστες ταινίες του στούντιο είχαν δομήσει μια πραγματικά στιβαρή αφήγηση ως τότε και καμία, μα καμία με τη δραματική βαρύτητα που επέδειξαν η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο».

Μακριά από τα παραμύθια με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, τους ανθρώπους με πρόσωπα ζώων, τις ζηλιάρες κακές μάγισσες και το «ζήσαν αυτοί καλά…», η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» του 1981 επενδύει στην απλότητα και τον καρτουνίστικο ρεαλισμό, στέκοντας ως μια ξεχωριστή, παρεξηγημένη ντισνεϊκή πρόταση, που ίσως ο Walt Disney να μην ενέκρινε ποτέ. Μπορεί να μην αγγίζει κορυφή ως προς την κινηματογραφική του αφήγηση, αγγίζει όμως ως προς το δραματικό ενδιαφέρον του, που ξεπερνά οποιαδήποτε ταινία του στούντιο ως τότε, όπως άλλωστε κι ο συναισθηματικός του αντίκτυπος. Πρόκειται για ένα δράμα κυριολεκτικής και μεταφορικής ενηλικίωσης, μια ιστορία καταδικασμένης φιλίας και μια σπαρακτική ωδή στην πικρή σκληρότητα της πραγματικότητας.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.