Ένας απατεώνας και ένα επίδοξο συνεργείο παραγωγής ταινιών μπαίνουν με το ζόρι στη ζωή δύο νεαρών φοβισμένων γυναικών. Αλλά τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Σκηνοθεσία:

Sion Sono

Κύριοι Ρόλοι:

Kippei Shina … Joe Murata

Shinnosuke Mitsushima … Shin

Kyoko Hinami … Taeko

Eri Kamataki … Mitsuko

Denden … Shigeru Ozawa

Young Dais … Jay

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sion Sono

Παραγωγή: Hiroshi Muto

Μουσική: Kenji Katoh

Φωτογραφία: Sohei Tanikawa

Μοντάζ: Sion Sono

Σκηνικά: Takashi Matsuzuka

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Ai-naki Mori de Sakebe
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Δάσος της Αγάπης
  • Διεθνής Τίτλος: The Forest of Love

Παραλειπόμενα

  • Ο ιαπωνικός τίτλος μεταφράζεται ως “ούρλιαξε μέσα στο δάσος της αγάπης”.
  • Έμπνευση στο στόρι έδωσε η δράση του ψυχοπαθούς δολοφόνου Futoshi Matsunaga στη νήσο Κιούσου κατά τη δεκαετία του 1990.
  • Προβλήθηκε αποκλειστικά από την πλατφόρμα του Netflix, όπου υπήρχε διαθέσιμη και αγγλόφωνη εκδοχή.
  • Το 2020 επεκτάθηκε υπό τη μορφή μίνι σειράς (278 λεπτά συνολικά), ως Το Δάσος της Αγάπης: Ως το Κόκαλο (2020).

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σπύρος Δούκας

Έκδοση Κειμένου: 3/6/2021

Ο Sion Sono είναι από τις ιδιόρρυθμες περιπτώσεις δημιουργών, κυρίως φεστιβαλικής κοπής, και απευθύνεται σε μυημένο στο ασιατικό σινεμά κοινό. Με 40 μεγάλου μήκους ταινίες μέχρι στιγμής στο ενεργητικό του, συνεχίζει ακάθεκτος να κάνει το πανκ σινεμά που πάντα υπηρετεί, με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο που προσεγγίζει τις θεματικές του. Δεν μοιάζει να ωριμάζει τόσο ως δημιουργός, μιας που το στυλ, τα θέματα, αλλά και οι υφές των ηρώων του είναι όλα ίδια κι απαράλλαχτα από την αρχή σχεδόν της καριέρας του. Αυτό όμως που αλλάζει κι εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια είναι η συνείδησή του ως δημιουργός. Η αυτο-αναφορικότητα και το «meta» στοιχείο έχουν πλέον εξέχουσα θέση στα πρόσφατα έργα του, με μια αυξανόμενη τάση πικρής αυτοσαρκαστικής διάθεσης, που αποδίδεται μέσα από έντονο μαύρο χιούμορ, το οποίο βρίσκει την τέλεια θέση μέσα στον γκροτέσκο, υπερρεαλιστικό κινηματογραφικό κόσμο του.

Το «Δάσος της Αγάπης» είναι μια μίξη στοιχείων και ιδεών από όλες τις προηγούμενες δουλειές του Sono. Τα πάντα εδώ μοιάζουν γνώριμα σε κάποιον εξοικειωμένο με το έργο του, κι όμως ο τρόπος που συνδυάζονται είναι τόσο φρέσκος και δημιουργικός που αυτό δεν ενοχλεί καθόλου. Μαθήτριες που κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας (Suicide Club, Noriko’s Dinner Table), τεμαχισμός πτωμάτων (Cold Fish), γύρισμα ταινίας μέσα στην ταινία (Why Don’t you play in Hell), κοινωνική κριτική φεμινιστικού χαρακτήρα (Guilty of Romance, Tag, Antiporno), οικογενειακή κακοποίηση που ανάγεται σε διαστροφή (κοινό σχεδόν σε κάθε έργο του Sono) είναι μόνο κάποια από τα βασικά στοιχεία που συναντάμε κι εδώ. Ο τρόπος που περιπλέκει την πλοκή προκειμένου να ανοιχτεί πολυδιάστατα και να μιλήσει για πολλά, φαίνεται επικίνδυνος, και, σε πρώτο επίπεδο, το έργο μοιάζει χαοτικό και δύσβατο. Κι όμως, φτάνοντας στο τέλος, καταφέρνει με αξιοθαύμαστη επιτυχία να κλείσει όσα χαρτιά έχει ανοίξει, διατηρώντας μια ενιαία νοηματική συνοχή. Θυσιάζει όμως τον ρυθμό στο μοντάζ του, που, κυρίως στην δεύτερη πράξη, καθυστερεί κι επαναλαμβάνεται, τραβώντας σε μια δυομισάωρη διάρκεια που μάλλον θα μπορούσε εύκολα να συμμαζευτεί. Εντούτοις, το όραμα του Sono υπηρετείται άψογα από την ποιητική κινηματογραφική του γλώσσα (αποδιδόμενη μέσω του στοιχείου της υπερβολής, τόσο σε επίπεδο ερμηνειών όσο και από τις αισθητικές και σκηνοθετικές επιλογές του), και είναι τόσο δυνατό και διαυγές, που οι ατέλειες επί του συνόλου συνήθως όχι απλά δεν κοστίζουν, αλλά θα λέγαμε ότι ίσως μοιάζουν και οριακά κολακευτικές. Εδώ βέβαια το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στο μοντάζ, που ανέλαβε ο ίδιος ο Sono, ενδεχομένως παρασυρόμενος από δημιουργικές παρορμήσεις και χωρίς τη βοήθεια που θα έπαιρνε από το δεύτερο μάτι ενός μοντέρ.

Το έργο κινείται σε αρκετά κοινά μονοπάτια με το «Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ» του Trier. Ο παραλληλισμός του καλλιτέχνη με έναν serial-killer που βασανίζει σαδιστικά τους ήρωές του είναι κι εδώ μία από τις κεντρικές ιδέες, και γίνεται εργαλείο προσωπικού στοχασμού πάνω στην τέχνη και την ουσία της, ενώ η χρήση όλων των αναφορών από τις προηγούμενες δουλειές του καθιστά τον στοχασμό προσωπικό και απόλυτα ειλικρινή. Η οικογένεια είναι και πάλι η αφετηρία όλων των τραυμάτων, από τα οποία η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να λυτρωθεί. Η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και η απώλεια του έρωτα (αναλογία με το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα») γίνονται όχημα για την εξιδανίκευση της σεξουαλικής «αγνότητας». Έτσι, η Mitsuko πέφτει θύμα του γοητευτικού παπατζή-απατεώνα Joe Murata, ο οποίος λειτουργεί ως σατανικός χειραγωγός, που δημιουργεί μια μορφή αίρεσης, οδηγώντας τους ακολούθους του σε διαστροφικές ακρότητες, βασανιστήρια και τελικά σε δολοφονίες (ο χαρακτήρας είναι βασισμένος στην πραγματική υπόθεση του Futoshi Matsunaga). Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα, ή είναι όλα ένα μεγάλο ψέμα τροφοδοτούμενο από κοινωνικές συμβάσεις και κινηματογραφικά κλισέ; Ο Sono επίτηδες αντιπαραβάλλει συνεχώς την τέχνη με την πραγματικότητα, και κρατάει ένα πλαίσιο μυστηρίου γύρω από όλους τους χαρακτήρες του, με το ανατρεπτικό φινάλε να γίνεται ο τελευταίος λίθος σε ένα ευφυές κινηματογραφικό δοκίμιο. Με μια συνεχή σαρκαστική διάθεση, παίζει με το μυαλό του θεατή αναισθητοποιώντας τον στην παράνοια και την ακραία βία, εναλλασσόμενος μεταξύ σπλάτερ/τρόμου, ψυχοδράματος και μαύρης κωμωδίας, για να καταλήξει επαγωγικά στο συμπέρασμα πως η παθογένεια και το συλλογικό τραύμα ξεκινούν από την υποκρισία προς τον εαυτό και την απώθηση της εσωτερικής αλήθειας. Όλα αυτά, με όχημα έναν περίπλοκο και πρωτότυπο στη δομή αντιήρωα που ενσαρκώνει με απόλυτη πειστικότητα ένας εξαιρετικός Kippei Shiina, καταφέρνοντας να μοιάζει εξίσου ψεύτικος και τρομακτικά αληθινός.

Πρόκειται για μια εναλλακτική, καθαρά σινεφιλική πρόταση, μάλλον πολύ δύσκολη για ευρεία διανομή, που βρήκε ευτυχώς τον δρόμο της πλατφόρμα του Netflix.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.