Η Τάρα, μια νοικοκυρά στα προάστια του Λονδίνου, ζει μια ζωή που δεν είναι πια δική της: ανήκει στον εργασιομανή, εγωκεντρικό σύζυγό της, στον νεαρό γιο και στην κόρη της, και στη ληθαργική ρουτίνα των δουλειών του σπιτιού και της φροντίδας των παιδιών. Ευρισκόμενη σε δεινή θέση και αποζητώντας μια αλλαγή, μια μέρα η Τάρα παίρνει μια θαρραλέα απόφαση. Αγοράζει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Παρίσι και αφήνει τα πάντα πίσω της ώστε να προσπαθήσει να ξαναβρεί τον εαυτό της σε μια καινούργια πόλη. Αλλά το να εγκαταλείψεις τα πάντα στη ζωή σου δεν είναι τόσο απλό…

Σκηνοθεσία:

Dominic Savage

Κύριοι Ρόλοι:

Gemma Arterton … Tara

Dominic Cooper … Mark

Frances Barber … Alison

Jalil Lespert … Philippe

Marthe Keller … Anna

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Dominic Savage

Παραγωγή: Guy Heeley

Μουσική: Alexandra Harwood, Anthony John

Φωτογραφία: Laurie Rose

Μοντάζ: David Charap

Κοστούμια: Liza Bracey

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Escape

Ελληνικός Τίτλος: Μια Ευτυχισμένη Γυναίκα

Παραλειπόμενα

  • Ο Savage έγραψε μια γενική πλοκή, αλλά όλοι οι διάλογοι είναι αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 15/5/2019

Φιλόδοξο το εγχείρημα του Dominic Savage να βασίσει τον διάλογο, δηλαδή το ήμισυ της ουσίας του σεναρίου, επάνω στην αυτοσχεδιαστική ικανότητα των ηθοποιών του. Αποφέρει άραγε καρπούς; Ναι μεν, αλλά…

Ομολογουμένως το τελικό αποτέλεσμα βγάζει μια φυσικότητα κι έναν αυθορμητισμό που σπάνια συναντώνται ακόμη και στο σημερινό ανεξάρτητο κύκλωμα, ειδικά στις στιγμές έντασης. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Στον πυρήνα του, το φιλμ μπαίνει σε περιοχές που έχουν εξερευνηθεί από δεκάδες άλλες κινηματογραφικές σπουδές περί φθοράς του έρωτα και της απόλαυσης της ζωής εντός του πλαισίου ενός γάμου, φέρνοντας λίγα καινούρια πράγματα στο τραπέζι. Από αυτήν την άποψη δεν υπάρχει επαρκής δικαιολόγηση και της σκηνοθετικής γραφής που ακολουθείται, που φέρνει σε κάτι πολύ πιο καλλιτεχνίζον από αυτό που πραγματικά αποτελεί η συγκεκριμένη ταινία, σε βαθμό που φλερτάρει επικίνδυνα με το να χαρακτηριστεί ακόμη κι επηρμένη. Στο πόσο χλιαρό είναι το τελικό αποτέλεσμα παρά τα διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία εδώ κι εκεί συμβάλλει και το γεγονός πως ο χαρακτήρας που εξετάζεται είναι αρκετά ρηχός, χωρίς το βάθος θετικών πρόσφατων παραδειγμάτων που ανήκουν στην κατηγορία του γυναικείου ψυχογραφήματος (για παράδειγμα το «Toni Erdmann» αν μείνει κανείς στην Ευρώπη ή το «Aquarius» από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού). Κάτι υπονοείται σε κάποια σημεία που να δείχνει μια κατεύθυνση τύπου «Αποστροφής», αλλά μονάχα πρόσκαιρα, μιας και όσο εξελίσσεται η ιστορία τόσο πιο συνηθισμένα φανερώνονται να είναι τα προβλήματα και τα διλήμματα που αντιμετωπίζει η ηρωίδα, με τις πιο σκοτεινές πλευρές τους να μένουν σχετικά αναξιοποίητες.

Ίσως το πιο σημαντικό ατού του «Μια Ευτυχισμένη Γυναίκα» είναι η πρωταγωνιστική ερμηνεία της Gemma Arterton, η οποία αν κι έχει γενικά ενδιαφέρουσες επιλογές στη φιλμογραφία της, δεν είχε προϊδεάσει κάπου για μια ανάλογης δύναμης παρουσία όπως γίνεται εδώ. Ευπροσάρμοστη ανάλογα με τις απαιτήσεις των οδηγιών που της δίνονται, πότε διακριτική και πότε εξωστρεφής, κουβαλάει τη δραματουργία στους ώμους της και βάζει τον θεατή στη διαδικασία να σκεφτεί πόσο μακριά θα πήγαινε αν είχε έτοιμο υλικό από το σενάριο ενός πραγματικά σπουδαίου χαρακτήρα. Οι δυνατότητες που δείχνει εδώ προμηνύουν αν μη τι άλλο για μεγάλα επιτεύγματα από την ίδια στο άμεσο μέλλον. Χάρη σε αυτήν διατηρείται η προσοχή κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης ακόμη και στις σκηνές εκείνες (που δεν είναι λίγες) που εκπέμπεται η αίσθηση ότι το έργο έχει ξαναπαιχτεί, και μάλιστα καλύτερα. Αξιόλογη και η υποστήριξη του Dominic Cooper που είναι αρκούντως πειστικός αν και πιο μονόπαντος. Από τους πιο δευτερεύοντες ρόλους ξεχωρίζει το σύντομο πέρασμα της εξαιρετικά υποτιμημένης Frances Barber.

Παρόλο που το σύνολο στέκεται αξιοπρεπώς, τα κενά φαίνονται κι αυτό αφήνει μια άσχημη επίγευση. Είναι πρόδηλη η προσπάθεια της ταινίας να καμουφλάρει την κάπως τετριμμένη οπτική της πίσω από μια πιο εξεζητημένη αφήγηση. Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται η πλοκή ομοιάζει με μια διαδικασία ιδεοκαταγισμού, όπου ευρήματα παραθέτονται το ένα πίσω από το άλλο χωρίς έναν δυνατό συνδετικό ιστό που να τα δένει για να συνθέσει κάτι με ισχυρή συνοχή. Τελικά οι βασικοί ηθοποιοί είναι αυτοί που αποδεικνύονται ως οι πλέον λειτουργικού συντελεστές της όλης προσπάθειας, ίσως περισσότερο λόγω έμφυτου ταλέντου παρά εξαιτίας ανώτερων οδηγιών από τον Savage. Υπάρχουν ψήγματα πραγματικής οδύνης και πόνου μέσα στις συμπεριφορές και τα λόγια των ερμηνευτών, όχι όμως τόσο δυνατά ώστε να αποτελέσει η θέαση του φιλμ μια αληθινά συνταρακτική εμπειρία. Είναι φανερός ο θαυμασμός που έχει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος απέναντι στον Κασσαβέτη καθώς ακολουθεί σε πολλά σημεία μια προσέγγιση που παραπέμπει στη δική του όσον αφορά τη διεύθυνση των ερμηνευτών, τα καλλιτεχνικά μεγέθη όμως είναι σαφώς διαφορετικά. Αυτό που μένει σαν μια τελική εντύπωση είναι ένα πείραμα που εκτελέστηκε ημιεπιτυχημένα ή ημιαποτυχημένα, ανάλογα με τη σκοπιά που θα το δει κανείς, που μπορεί να εκτιμηθεί για τη φιλοδοξία του αλλά μέχρι εκεί.

Βαθμολογία:


Συνολικές επισκέψεις: 131 || Επισκέψεις Βδομάδας: 14

Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.