Βικτοριανό Λονδίνο. Ένας άνθρωπος κυνηγημένος από τους εφιάλτες κι από τους συνανθρώπους του. Το «τέρας» ενός τσίρκου που ζούσε στο περιθώριο της κοινωνίας. Ένας άνθρωπος παραμορφωμένος. Αυτός είναι ο Τζον Μέρικ, ή όπως τον αποκαλούσαν στο τσίρκο: ο  άνθρωπος ελέφαντας. Μόνο ο Δρ. Τράβις πίστεψε ότι πίσω από την εμφάνισή του κρυβόταν ένας ιδιαίτερα έξυπνος και χαρισματικός νεαρός άνδρας. Κι όμως και μετά από αυτή την αναγνώριση, δεν έπαψε να είναι δέσμιος της αποκρουστικής του εμφάνισης, σ’ ένα περιβάλλον ανίκανο να δει πέρα από την εικόνα.

Σκηνοθεσία:

David Lynch

Κύριοι Ρόλοι:

Anthony Hopkins … Δρ Frederick Treves

John Hurt … John Merrick

Hannah Gordon … Ann Treves

Anne Bancroft … Madge Kendal

John Gielgud … Francis Carr Gomm

Wendy Hiller … Κα Mothershead

Freddie Jones … Κος Bytes

Michael Elphick … Jim

John Standing … Δρ Fox

Dexter Fletcher … το αγόρι του Bytes

Lesley Dunlop … Nora

Phoebe Nicholls … Mary Jane Merrick

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Christopher De Vore, Eric Bergren, David Lynch

Παραγωγή: Jonathan Sanger

Μουσική: John Morris

Φωτογραφία: Freddie Francis

Μοντάζ: Anne V. Coates

Σκηνικά: Stuart Craig

Κοστούμια: Patricia Norris

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Elephant Man
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Άνθρωπος Ελέφαντας

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: The Elephant Man and Other Reminiscences του Frederick Treves.
  • Βιβλίο: The Elephant Man: A Study in Human Dignity του Ashley Montagu.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρώτου αντρικού ρόλου (John Hurt), διασκευασμένου σεναρίου, μουσικής, μοντάζ, σκηνικών και κοστουμιών.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα), σκηνοθεσίας, πρώτου αντρικού ρόλου (John Hurt) σε δράμα, και σεναρίου.
  • Βραβείο Bafta καλύτερης ταινίας, πρώτου αντρικού ρόλου (John Hurt) και σκηνικών. Υποψήφιο για σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία και μοντάζ.
  • Μέγα βραβείο στο φεστιβάλ του Αβοριάζ.
  • Βραβείο ξενόγλωσσης ταινίας στα Cesar.

Παραλειπόμενα

  • Ο Mel Brooks συμμετείχε ενεργά στην παραγωγή, αλλά εσκεμμένα δεν ήθελε να μπει το όνομα του στους τίτλους, ώστε το κοινό να μην παρερμηνεύσει την ταινία ως κωμωδία.
  • Ο David Lynch ήταν μια πρόταση του Stuart Cornfeld, προσωπικού βοηθού του Mel Brooks, κατευθείαν στον Sanger. Μόνο που ενώ συμφώνησε ο σκηνοθέτης με τον παραγωγό Jonathan Sanger, ο Brooks δεν γνώριζε τίποτα για τον Lynch. Έτσι, κανονίστηκε σε αίθουσα προβολής της 20th Century Fox να προβληθεί το Eraserhead, αφήνοντας τον Brooks ενθουσιασμένο.
  • Στην πρώτη στουντιακή του ταινία, ο Lynch παρείχε εξίσου τη μουσική διεύθυνση και αυτή της ηχοληψίας. Προσπάθησε να ανακατευτεί και με το μακιγιάζ, αλλά δεν τα κατάφερε, και αυτό ανατέθηκε στον Christopher Tucker. Ο τελευταίος εργάστηκε πάνω σε καλούπια του αληθινού Merrick, που φυλάσσονταν στο μουσείο του Βασιλικού Νοσοκομείου του Λονδίνου.
  • Ο John Hurt έφτανε στα γυρίσματα από τις 5 το πρωί, ώστε μετά από 7-8 ώρες στην αίθουσα του μακιγιάζ, να μπορεί να παίξει.
  • Ο Lynch ήθελε αρχικά τον Jack Nance για τον ρόλο του Merrick, αλλά δεν ήταν στις επιλογές των παραγωγών. Ο Hurt κέρδισε τον ρόλο μέσα από την εμφάνιση του στο θεατρικό The Naked Civil Servant.
  • Όταν επέστρεψαν ο Lynch και ο Sanger από τη Βρετανία στις ΗΠΑ με ένα αρχικό μοντάζ, ο Brooks είδε την ταινία, πρότεινε κάποιες μικρές περικοπές, αλλά εντέλει αποφάσισε να βγει όπως ήταν ήδη μονταρισμένη.
  • Την εποχή της παραγωγής, στο Μπρόντγουεϊ είχε ανεβεί μια παράσταση με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο αντικείμενο. Οι παραγωγοί της προέβησαν σε μήνυση επί της Brooksfilms για τη χρήση του τίτλου, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 5/5/2010

Ο David Lynch βάζει νερό στο κρασί του, κι αφήνει την παραδοξότητα της πρώτης του ταινίας, του Eraserhead. Όχι και τόσο, όμως… Απλά το παράδοξο έρχεται πιο κοντά στην πραγματικότητα, και προκαλεί μια σκέψη που συνηθίζουμε να προσπερνάμε. Το ερώτημα που θέτει ο Άνθρωπος Ελέφαντας δεν είναι το ανθρωπιστικό που μοιάζει να διαφαίνεται, αλλά κάτι το πιο βαθύ. Πλάσματα όπως ο παραμορφωμένος ήρωας του έργου μάς φέρνουν απέναντι στην ουσία της ύπαρξης. Η εικόνα μας προϋποθέτει την ποιότητα μας ή αυτήν της ζωής μας; Ο γιατρός της ταινίας υποκαθιστά τον Θεό της δικαιοσύνης ή πιο απλά ο Θεός δεν ασχολείται καθόλου με εμάς; Αν δεχτούμε πως ένα καλοσυνάτο πλάσμα, όπως ο Τζον Μέρικ, είναι καταδικασμένος να μη ζήσει όπως ο μέσος άνθρωπος, για ποια θεία δικαιοσύνη μιλάμε;

Ο Lynch συνεχίζει τους προβληματισμούς του Tod Browning (Τα Τέρατα, 1932) κι άλλων δημιουργών, κυρίως, του βωβού, κι επιλέγει το ασπρόμαυρο για να τους πλησιάσει κι αισθητικά. Η φόρμα της αφήγησής του παραπέμπει κι αυτή σε εκείνους τους καιρούς που το στόρι έμοιαζε με μυθιστόρημα. Μόνο που δεν μπορεί να ξεφύγει από την εμμονή του με τα όνειρα, και οι πινελιές που τα αναβιώνουν είναι αυτές που στιγματίζουν την ταινία και προσαρμόζουν το φιλμικό χθες στο σήμερα. Αλλά και η όψη της βικτωριανής εποχής, μέσω των χαρακτήρων, είναι κατασκευασμένη ώστε να μη διαφεύγει από τη σημερινή νοοτροπία, αφού ο Lynch ενδιαφέρεται πρώτιστα για τη διαχρονικότητα του έργου του κι όχι τη χρονική του τοποθέτηση στο χθες. Η νεράιδα του Ατίθαση Καρδιά εμφανίζεται κι εδώ για να απαλύνει το φινάλε: «τίποτα δεν πάει χαμένο». Η φύση που αντικαθιστά το θείο. Το όνειρο υποκαθιστά τη ζωή μετά θάνατον. Ο Lynch που αποκαλύπτει πως η κατά κόρον χρήση των ονείρων του στη φιλμογραφία του ξεπερνά την αφηρημένη τέχνη…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

27 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.