Ο Νταν Λάτσμαν έχει αυτοανακηρυχτεί πρόεδρος της επιτροπής των παλιών του συμμαθητών. Καθώς προετοιμάζεται για την επετειακή 20ή reunion της τάξης του, του έρχεται η ιδέα να ταξιδέψει ως το Λος Άντζελες και να καλέσει τον Όλιβερ Λόουλες, τον πλέον δημοφιλή της τάξης. Με αυτό, είναι σίγουρος πως θα έρθουν και οι υπόλοιποι.

Σκηνοθεσία:

Andrew Mogel

Jarrad Paul

Κύριοι Ρόλοι:

Jack Black … Daniel ‘Dan’ Gregory Landsman

James Marsden … Oliver Lawless

Kathryn Hahn … Stacey Landsman

Jeffrey Tambor … Bill Shurmur

Mike White … Jerry

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Andrew Mogel, Jarrad Paul

Παραγωγή: David Bernad, Jack Black, Peter Fruchtman, Scott LaStaiti, Ben Latham-Jones, Priyanka Mattoo, Dylan Russell, Scott Steindorff, Barnaby Thompson, Mike White

Μουσική: Andrew Dost

Φωτογραφία: Giles Nuttgens

Μοντάζ: Terel Gibson

Σκηνικά: Ethan Tobman

Κοστούμια: Meagan McLaughlin

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Home Cinema.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The D Train

Ελληνικός Τίτλος: Ένα Τρελό Reunion

Εναλλακτικός Τίτλος: The D-Train

Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: Bad Bromance

Παραλειπόμενα

  • Γυρίστηκε μέσα σε 21 ημέρες.
  • Ως ανεξάρτητη παραγωγή είχε χαμηλό μπάτζετ, 3 εκατομμύρια δολάρια. Από τα ταμεία όμως έβγαλε μόνο 774 χιλιάδες.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 15/9/2015

Κι εκεί που κάθεσαι και παρακολουθείς μια μέτρια κωμωδία με τον Τζακ Μπλακ να είναι ο γνωστός Τζακ Μπλακ, ελαφρώς συγκρατημένος ίσως, έρχεται μια σκηνή πριν τα μέσα του φιλμ που σε αφήνει άφωνο. Κουνάς το κεφάλι σου, αναρωτιέσαι αν κατάλαβες καλά και αφού συνειδητοποιείς ότι έχεις καταλάβει καλά, συνεχίζεις σε μια διαφορετικής διάθεσης πλέον ταινία, η οποία περιμένεις με απορία να δεις πού θα καταλήξει. Το D Train είναι μια περίεργη περίπτωση ταινίας. Δεν είναι κωμωδία. Δεν είναι ταινία του Τζακ Μπλακ. Είναι ένα μπερδεμένο και άστοχο εντέλει δημιούργημα.

Το συγγραφικό και σκηνοθετικό δίδυμο των Μόγκελ και Πολ είχε σίγουρα κάτι στο μυαλό του όταν συνέλαβε την αρχική ιδέα του φιλμ. Στην πορεία όμως φαίνεται να μη βρήκαν τον κατάλληλο τρόπο να περάσουν τα μηνύματά τους μέσα από την ιστορία που διηγούνται. Η κοινωνική αποξένωση, η αδυναμία επικοινωνίας ακόμα και με τους δικούς μας ανθρώπους, η προσπάθεια να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε και τα όρια που είμαστε διατεθειμένοι να υπερβούμε προκειμένου να νιώσουμε σημαντικοί, όλα αυτά είναι πράγματα που το φιλμ θέλει φανερά να θίξει, αλλά τα περισσότερα από αυτά τα αγγίζει με άκομψο κι «άτεχνο» τρόπο. Θέλει να σατιρίσει, αλλά μοιάζει οι δύο δημιουργοί να μη γνωρίζουν τον τρόπο, κάνοντας έτσι τους θεατές να μην μπορούν να καταλάβουν τι ακριβώς είναι αυτό που παρακολουθούν. Τα πρώτα είκοσι λεπτά είναι μια κωμωδία, ενώ μετά αποκτά υπερβολικά σοβαρές διαστάσεις με την εξέλιξή της. Όλα καλά αν θα ήθελε να είναι μια δραματική ταινία ή μια σάτιρα δραματικών προεκτάσεων, όμως δεν μπορεί να κατασταλάξει ούτε στιγμή σε ένα είδος. Το ζήτημα που θέτει το φιλμ (θα καταλάβετε όσοι το παρακολουθήσετε για τι μιλάω) είναι τόσο σοβαρό που ή θα πρέπει να σατιρίσεις φτάνοντας στα άκρα ή να το δεις με αρκετά σοβαρή προσέγγιση. Τίποτα από τα δύο δεν αποφασίζει να κάνει το D Train.

Το θετικό σημείο του φιλμ είναι οι καλές ερμηνείες του Τζακ Μπλακ και του Τζέιμς Μάρσντεν και οι αξιοπρεπείς εμφανίσεις των υπολοίπων. Ο Μπλακ, παρότι βρίσκεται σε ένα φιλμ που τον εκθέτει καθώς δεν του δίνεται και το καλύτερο υλικό, δείχνει δυνατότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν και σε δραματικού ύφους ταινίες. Ο Μάρσντεν από την άλλη έχει μια αρκετά πειστική απόδοση και δίνει μαζί με τον Μπλακ το μοναδικό ίσως καλό στοιχείο του φιλμ.

Βλέποντας ταινίες από τα παιδικά μου χρόνια μέχρι σήμερα, στα 33 μου πλέον, έχω καταλήξει σε μερικά συμπεράσματα. `Ένα από αυτά έχει να κάνει και με το D Train: μια ταινία που δεν είχε προδιαγραφές για κάτι καλό, μπορεί για διάφορους λόγους να θεωρηθεί συμπαθητική αν ο δημιουργός της γνωρίζει πώς να χειριστεί το υλικό του, όμως μια ταινία με προδιαγραφές να γίνει κάτι κάλο, μπορεί εύκολα να θαφτεί και να σε απογοητεύσει ακριβώς γιατί ο δημιουργός της δεν γνωρίζει πώς να χειριστεί το υλικό του. Αυτό λοιπόν ένιωσα ότι συνέβη στο φιλμ των Μόγκελ και Πολ. Αδυναμία διαχείρισης υλικού και λάθος τρόπος διήγησης.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 22/5/2016

Φυσικά και δεν υπάρχει το παραμικρό πρόβλημα στο γεγονός ότι η ταινία σε «ξεγελάει». Είναι φυσιολογικό ότι όταν βλέπεις τον Τζακ Μπλακ σε κάτι παρόμοιο, αναμένεις μονάχα κωμωδία. Αλλά στον νου του σκηνοθετικού δίδυμου Άντριου Μόγκελ και του Τζάραντ Πολ, σεναριογράφοι του «Yes Man» με τον Τζιμ Κάρεϊ, δεν ήταν και πάλι η κωμωδία, αλλά μια δραμεντί με υπόκωφο σκοτεινό χιούμορ, κι άφθονη νοσταλγία για τα νιάτα, ακόμα κι αν αυτά κρίνονται. Αλλά ενώ στο σοβαρό κομμάτι το φιλμ έχει κάποια πράγματα να δηλώσει, όταν επεκτείνεται ως πλοκή φανερώνει συνεχώς αδυναμίες, τόσο στο σενάριο που δεν βρίσκει έξυπνους τρόπους να κινηθεί, όσο και στη σκηνοθεσία που δεν αντλεί σιγουριά. Και πέρα από έναν καλό Τζακ Μπλακ, ολοκληρωμένη αρετή δεν υπάρχει, κυρίως από το μπερδεμένο δέσιμο του δραματικού με τον κωμικό χαρακτήρα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.