Βρισκόμαστε στη βιομηχανική επανάσταση, όταν εφευρέτες άλλαζαν την ιστορία της ανθρωπότητας. Δύο εξ αυτών μονομάχησαν για τον ηλεκτρισμό, ως προς το ποιου το ρεύμα θα φωτίσει τον επερχόμενο 20ό αιώνα. Ο ένας ήταν ο Τόμας Έντισον, ο οποίος στηρίζονταν από μεγάλες εταιρίες και ειδικά τον Τζ. Π. Μόργκαν, και φωτίζοντας το Μανχάταν με το συνεχές του ρεύμα θάμπωσε τον κόσμο. Η άλλη πλευρά εκφράζονταν από τον Τζορτζ Γουέστινχαουζ και τον άνθρωπο που τον βοηθούσε στενά, τον Νίκολας Τέσλα. Αυτοί είδαν λάθη στον σχεδιασμό του Έντισον, και έφτασαν να ρισκάρουν τη ζωή τους για να ανακαλύψουν μια εναλλακτική παροχή.

Σκηνοθεσία:

Alfonso Gomez-Rejon

Κύριοι Ρόλοι:

Benedict Cumberbatch … Thomas Edison

Michael Shannon … George Westinghouse

Nicholas Hoult … Nikola Tesla

Katherine Waterston … Marguerite Erskine Walker

Tom Holland … Samuel Insull

Tuppence Middleton … Mary Stilwell Edison

Matthew Macfadyen … J.P. Morgan

Simon Manyonda … Lewis Latimer

Stanley Townsend … Franklin Pope

Conor MacNeill … William Kemmler

Damien Molony … Bourke Cockran

John Schwab … Rudolph Young

Louis Ashbourne Serkis … Thomas Alva ‘Dash’ Edison Jr.

Corey Johnson … πρόεδρος Chester A. Arthur

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Michael Mitnick

Παραγωγή: Timur Bekmambetov, Basil Iwanyk

Μουσική: Danny Bensi, Volker Bertelmann, Dustin O’Halloran, Saunder Jurriaans

Φωτογραφία: Chung-hoon Chung

Μοντάζ: Justin Krohn, David Trachtenberg

Σκηνικά: Jan Roelfs

Κοστούμια: Michael Wilkinson

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Current War
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Μάχη της Επικράτησης

Παραλειπόμενα

  • Τον Μάιο του 2012, ανακοινώθηκε ότι η εταιρία του Timur Bekmambetov απέκτησε τα δικαιώματα του σεναρίου, και ο ίδιος ο Bekmambetov θα το σκηνοθετούσε. Τον Μάρτιο του 2014, ακούστηκε ότι ο Ben Stiller συζητούσε να το σκηνοθετήσει. Όλα κατέληξαν τον Σεπτέμβριο του 2015, οπότε ανακοινώνονταν και τα ονόματα των πρωταγωνιστών, όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο το όνομα του Alfonso Gomez-Rejon.
  • Ο ρόλος του Γουέστινχαουζ άνηκε αρχικά στον Jake Gyllenhaal, αλλά αποχώρησε.
  • Η διανομή ανήκε στην The Weinstein Company. Όταν ξέσπασε το σεξουαλικό σκάνδαλο με τον Harvey Weinstein, τα δικαιώματα βγήκαν προς πώληση, για να αγοραστούν από τη διάδοχο εταιρία της Weinstein, τη Lantern Entertainment.
  • Μια ρήτρα στο συμβόλαιο του Martin Scorsese, που βρίσκονταν στην ομάδα των εκτελεστών παραγωγής, του επέτρεπε να εγκρίνει εκείνος το τελικό μοντάζ. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Gomez-Rejon να προβεί σε επιπλέον γυρίσματα με αύξηση του μπάτζετ κατά ένα εκατομμύριο δολάρια.
  • Η ταινία έκανε πρεμιέρα τον Σεπτέμβριο του 2017 στο φεστιβάλ του Τορόντο, συνέχισε μέσα στην ίδια χρονιά σε ακόμα τέσσερα φεστιβάλ, για να μην πάρει διανομή στις αίθουσες ούτε το 2017, αλλά ούτε και το 2018. Όταν το 2019 εμφανίστηκε στις αίθουσες (παντού εκτός Μεγάλης Βρετανίας), έφερε πλέον τον υπότιτλο The Director’s Cut. Κι αυτό επειδή είχαν ενδιάμεσα προστεθεί 5 σκηνές, αλλά και 10 λεπτά είχαν κοπεί. Επιπλέον, αντί της σύνθεσης των Volker Bertelmann, Dustin O’Halloran, ακούγονταν δουλειά από τους Danny Bensi και Saunder Jurriaans.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 30/7/2019

Από τη δραμεντί ανεξάρτητης λογικής («Εγώ, ο Ερλ και το Κορίτσι που Πεθαίνει»), ο Alfonso Gomez-Rejon, που έχει θητεύσει μεταξύ άλλων και ως βοηθός του Martin Scorsese (ο οποίος έχει χρέη εκτελεστικού παραγωγού εδώ), δοκιμάζεται τώρα στο βιογραφικό δράμα εποχής, σε ένα φιλμ που συνάντησε προβλήματα διανομής λόγω της σύνδεσής του με την εταιρεία παραγωγής του Harvey Weinstein, καθώς ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει τη χρονική περίοδο που ξέσπασε το σκάνδαλο με την αποκάλυψη της σωρείας περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στα οποία ενεπλάκη ο ίδιος σε βάθος δεκαετιών. Έχει ενδιαφέρον το πώς από φιλμ σε φιλμ, ο σκηνοθέτης διατηρεί την ίδια κινηματογράφηση, γεμάτη νεωτερίζουσες κινήσεις της κάμερας και μια μοντέρνα προσέγγιση στο καδράρισμα που έχει χώρο τόσο για ευρυγώνιους φακούς όσο και για split-screens, η οποία παραδόξως ταιριάζει με το αντικείμενο διότι υπογραμμίζει το πέρασμα στον σύγχρονο κόσμο που άνοιξε η διαμάχη που βρίσκεται στο επίκεντρο του σεναρίου. Στο εικαστικό κομμάτι όμως σημαντική συμβολή έχει και ο Chung-hoon Chung, σταθερός συνεργάτης του Chan-wook Park και γνωστός για την ικανότητά του να συνθέτει όμορφα πλάνα.

Όσο όμως ευχάριστο στο μάτι είναι το τελικό αποτέλεσμα, άλλο τόσο είναι μάλλον φτωχό σημειολογικά, επιδιώκοντας απλά να στήσει μια ιστορία με καλή ροή, έχοντας για βάση τα πραγματικά γεγονότα γύρω από αυτήν, χωρίς να αναλογίζεται το ειδικό της βάρος και να προχωράει σε έναν ουσιαστικό στοχασμό πάνω στην αυγή της μοντέρνας καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Gomez-Rejon θα έπρεπε να «περάσει» από μια επανάληψη το «Θα Χυθεί Αίμα»…

Ένα παράδοξο που προκύπτει με δεδομένα τα ονόματα που πρωταγωνιστούν είναι ότι δεν πρόκειται για μια ταινία με ανταγωνιζόμενους ερμηνευτικούς μονομάχους! Τόσο ο Benedict Cumberbatch όσο και ο Michael Shannon περνούν σε δεύτερη μοίρα σαν ηθοποιοί, διέπονται από μια εγκράτεια και μια εσωτερικότητα στην προσέγγιση των ρόλων τους, που προσδίδει στα πρόσωπα που υποδύονται μια υπόσταση περισσότερο συμβόλων παρά χαρακτήρων. Αυτό γίνεται λόγω κατευθύνσεων του σεναρίου, το οποίο σαν να φοβάται να ξεφύγει από την περιγραφή και να οδηγηθεί σε μια κριτική θεώρηση τόσο των γεγονότων όσο και των ατόμων που μετείχαν σε αυτά, καταλήγοντας σε μια ουδετερότητα και μια αποστασιοποίηση που αποδυναμώνει τη δραματουργία. Αμφότεροι Edison και Westinghouse ως υπαρκτές προσωπικότητες είχαν πλευρές που θα μπορούσαν να γεννήσουν αξιομνημόνευτους κινηματογραφικούς ήρωες, οι οποίες αναφέρονται κι εδώ, αλλά δεν αξιοποιούνται επαρκώς για να φτιάξουν ολοκληρωμένους κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Η κατάσταση επιδεινώνεται όσον αφορά το ίδιο πρόβλημα με τα πιο περιφερειακά πρόσωπα, ειδικά με τον αδιάφορο Tesla του Nicholas Hoult, που με μια διαφορετική οπτική είχε δυνατότητες ενός αρκετά «γεμάτου» δεύτερου ρόλου.

Αν η μεταχείριση του θέματος αντιλαμβανόταν τις ακόμη κι επικές διαστάσεις του, τότε σίγουρα η σούμα θα ήταν κάτι καλύτερο από μια καλαίσθητη οπτικά μεν, ακαδημαϊκή και αβαθής δε βιογραφία, που μονάχα κατασκευαστικά προσφέρει κάτι που πιθανά δεν θα βρισκόταν εξίσου εύκολα σε μια τηλεοπτική παραγωγή που θα καταπιανόταν με το ίδιο αντικείμενο. Κρίμα, γιατί υπάρχουν στοιχεία που αν επεξεργάζονταν καλύτερα (όπως για παράδειγμα η σύνδεση του Edison με την ίδια την τέχνη του κινηματογράφου, που σίγουρα θα ιντρίγκαρε τον Scorsese) θα συνέβαλαν στο να αναβαθμιστεί σημαντικά αυτή η «Μάχη της Επικράτησης». Η παρακολούθηση ενός φιλμ σαν και αυτού έχει ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον για όσους προσέχουν και τέτοιου τύπου λεπτομέρειες όσον αφορά την αρκετές φορές λεπτή διαφορά που υπάρχει μεταξύ της επιτυχημένης και της οριακά άστοχης οσκαρικής συνταγής, έστω κι αν το εν λόγω αποτέλεσμα είναι συμπαθέστατο μέσα στο χλιαρό των θερμοκρασιών που κινείται. Η αφήγηση είναι όσο γρήγορη πρέπει, τα στάνταρ της παραγωγής βρίσκονται σε ένα αξιοσέβαστο επίπεδο, και ακόμη κι αν επικρατεί η αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας για σπουδαίο λαϊκό σινεμά με έναν επιμορφωτικό ρόλο, τα απαραίτητα βήματα για να μη θεωρηθεί η όλη απόπειρα μια τρύπα στο νερό γίνονται.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.