Ένας αγωνιστής του IRA, o Φέργκους, αποτελεί μέλος συμμορίας που απάγει τον βρετανό στρατιώτη Τζόντι και τον κρατάει όμηρο. Σταδιακά, μεταξύ των δύο ανδρών θα αναπτυχθεί μια φιλία. Εκεί ο Φέργκους θα εκμυστηρευτεί στον ήρωα μας πως αναζητά μια παλιά του φίλη, και στη συνέχεια η αναζήτηση αυτή θα βαρύνει τον Φέργκους όταν πια η αιχμαλωσία καταλήγει με τραγικά αποτελέσματα. Αναζητώντας έναν τρόπο να εξιλεωθεί, την εντοπίζει. Αποφασίζει να της κρύψει το παρελθόν του. Το πρόβλημα είναι πως κι εκείνη έχει τα δικά της μυστικά.

Σκηνοθεσία:

Neil Jordan

Κύριοι Ρόλοι:

Stephen Rea … Fergus

Jaye Davidson … Dil

Miranda Richardson … Jude

Forest Whitaker … Jody

Adrian Dunbar … Peter Maguire

Tony Slattery … Deveroux

Jim Broadbent … Col

Ralph Brown … Dave

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Neil Jordan

Παραγωγή: Stephen Woolley

Μουσική: Anne Dudley

Φωτογραφία: Ian Wilson

Μοντάζ: Kant Pan

Σκηνικά: Jim Clay

Κοστούμια: Sandy Powell

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Crying Game
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Παιχνίδι των Λυγμών

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ αυθεντικού σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Stephen Rea), δεύτερο αντρικό ρόλο (Jaye Davidson) και μοντάζ.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα).
  • Βραβείο Bafta καλύτερης βρετανικής ταινίας. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Stephen Rea), δεύτερο αντρικό ρόλο (Jaye Davidson), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Miranda Richardson) και σενάριο.
  • Βραβείο επιτεύγματος (παραγωγή) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Καλύτερη ταινία από την Ένωση Παραγωγών Αμερικής.

Παραλειπόμενα

  • Ο Neil Jordan είχε δουλέψει το σενάριο, υπό τον τίτλο The Soldier’s Wife, κατά τα μέσα των 1980, αλλά το είχε βάλει στο συρτάρι όταν βγήκε κάτι παρόμοιου θέματος. Εκεί ο χαρακτήρας της Τζιλ ήταν ετεροφυλόφιλος, κάτι που άλλαξε κατά τις αρχές των 1990 και βοήθησε τον Jordan να βάλει μπρος το τελικό κείμενο.
  • Κανείς δεν χρηματοδοτούσε την ταινία, και όσοι έδειχναν θετικοί ήθελαν γυναίκα για την Τζιλ, μην πιστεύοντας ότι θα βρεθεί άντρας να πείσει στον ρόλο. Ο Derek Jarman ήταν αυτός που πρότεινε τον τελείως άπειρο από τη δουλειά Jaye Davidson, όταν τον εντόπισε ένας ατζέντης σε πάρτι του. Εντέλει κανείς δεν βρέθηκε να στηρίξει ουσιαστικά την παραγωγή, με τον σκηνοθέτη να βρίσκει χρήματα εδώ κι εκεί, φέρνοντας στα άκρα το επιτελείο του. Αυτό έφτασε στο σημείο, η Sandy Powell, η σχεδιάστρια κοστουμιών, να δανείσει δικά της ρούχα στον Davidson, μια κι έτυχε να φοράνε τα ίδια νούμερα.
  • Η αλλαγή του τίτλου έγινε μετά από συμβουλή του Stanley Kubrick, φίλου του Jordan, που του είπε ότι το The Soldier’s Wife θα παρέπεμπε σε πολεμική ταινία.
  • Η πρεμιέρα στη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία ήταν αρνητική (είδαν καθαρά πολιτικά το θέμα), αλλά η Miramax Films αποφάσισε να δώσει μία νέα ευκαιρία στην ταινία στις ΗΠΑ, όπου συνάντησε μεγάλη επιτυχία. Στην καμπάνια επισημαίνονταν να μην αποκαλύπτει όποιος την παρακολουθεί, το μυστικό του φιλμ.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Boy George διασκευάζει το The Crying Game του Dave Berry, και το φέρνει ξανά στην επικαιρότητα. Ο ιδιαίτερος τραγουδιστής είχε να κάνει επιτυχία από το 1987.
  • Στην παραγωγή του σάουντρακ βοήθησαν ενεργά οι Pet Shop Boys.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 27/6/2021

Πώς να προσεγγίσεις ένα κείμενο για το «Παιχνίδι των Λυγμών»; Από τη μια είναι ίσως αφελές να θεωρείς ότι μια ταινία που κυκλοφόρησε πριν σχεδόν 30 χρόνια και που τόσο πολύ συζητήθηκε για το σενάριό της θα διατηρεί σήμερα τα μυστικά της. Ταυτόχρονα όμως ξαναβλέποντάς την, συνειδητοποιώ ότι παρά το καθοριστικό plot-twist που έρχεται λίγο μετά τα μισά της ταινίας, δεν είναι οι σεναριακές στροφές που την καθιστούν πρωτότυπη και εντέλει σπουδαία, αλλά η πίστη του Neil Jordan στους χαρακτήρες του, και ιδιαίτερα στον Φέργκους, έναν εθελοντή του IRA που συμμετέχει στην απαγωγή ενός βρετανού στρατιώτη, και μετά τον θάνατο του δεύτερου, ανατρέχει στη ζωή του αναζητώντας… κάτι.

Και με αυτό το κάτι, η ταινία ελίσσεται διαρκώς από το ένα είδος στο άλλο, από το πολιτικό θρίλερ στην απόπειρα εξιλέωσης, και από τον καταδικασμένο έρωτα στο ξεκαθάρισμα με το παρελθόν, όλα όμως δοσμένα με μια μαεστρική χάρη από τον Jordan, ο οποίος δεν θέλει να εντυπωσιάσει με τα σκηνοθετικά μέσα που αξιοποιεί, αλλά αντ’ αυτού επιχειρεί και καταφέρνει κάτι πολύ πιο σπουδαίο: να κάνει τον θεατή να νοιαστεί για τον κεντρικό του χαρακτήρα, επενδύοντας σε μία τρόπον τινά εισαγωγή 40 λεπτών, όπου ο Φέργκους του Stephen Rea θα κληθεί από την οργάνωση να φυλάξει για τρεις μέρες και στην πορεία να εκτελέσει τον κρατούμενο Τζόντι, προτού αναλυθεί σε μια άστατη πορεία αναμέτρησης με κάθε λογής στοιχεία που η ταινία θα φέρει στον δρόμο του, σε ένα ταξίδι αναζήτησης ταυτότητας τόσο εκούσιων παραμέτρων όπως ο πατριωτισμός, η πολιτική και η πίστη στα ιδανικά (των άλλων;) όσο και ακούσιων όπως οι ταξικές διαφορές, η σεξουαλικότητα και το φύλο. Κι αν ως θεατής βιώνεις αυτή την άγνωστη εσωτερική πορεία, το κάνεις παρέα με τον πρωταγωνιστή, και όσο το σενάριο αποκαλύπτει τα μυστικά του, τόσο συνταυτίζεσαι μαζί του.

Έχοντας ολοκληρωθεί η σεκάνς της απαγωγής, ο Φέργκους βρίσκεται στο Λονδίνο με νέα ταυτότητα, και ακολουθώντας την παρόρμησή του, έρχεται σε επαφή με την κοπέλα του νεκρού πλέον στρατιώτη, την Ντιλ, μια κομμώτρια-τραγουδίστρια σε μπαρ. Η έλξη μεταξύ τους είναι φυσική, και όπως θα ανακαλύψουν και οι δύο, αναπόδραστη, μια σύγκρουση δύο κόσμων που πασχίζει να γεφυρωθεί με πανέμορφες σεναριακές πινελιές όπως ο μπάρμαν-διαμεσολαβητής του Jim Broadbent, που οι προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις του και τα βλέμματά του λένε όσα ο διάλογος δεν τολμά να φανερώσει. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες όπου ο θεατής γνωρίζει εκ πείρας ποιο ζευγάρι θα σχηματιστεί μέχρι το φινάλε, εδώ μοιάζει γνήσια χαμένος, κι αφήνεται να τον παρασύρει η ταινία όπου νομίζει αυτή, δείχνοντάς της πλήρη εμπιστοσύνη μέσα από τις αλλεπάλληλες δοκιμασίες των δύο ηρώων της. Γιατί παρότι η διατύπωση της πλοκής είναι πολύ απλή, στην πραγματικότητα τα ζητήματα καρδιάς είναι αυτά που δίνουν ψυχή στην ταινία, τα οποία εκφράζονται με απόλυτη επιτυχία από την Ντιλ, τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Jaye Davidson, ένας από τους πιο γνήσιους και ψυχικά ελκυστικούς χαρακτήρες που έχουν εμφανιστεί στο σινεμά.

Απρόσμενο και προκλητικό, με πολύ διαφορετική έννοια από ό,τι μας έχει συνηθίσει έκτοτε ο κινηματογράφος, το «Παιχνίδι των Λυγμών» είναι μια βιωματική εμπειρία που κάθε θεατής οφείλει να προστατέψει προς όφελος όλων των επόμενων θεατών που θα το ανακαλύψουν.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.