Γερμανική κατοχή, επαρχία Γαλλίας. Ο ιερέας Γκιόργκι παίρνει δυσμενή μετάθεση σε ένα όμορφο αλλά απομονωμένο ορεινό χωριό. Προκειμένου να αποκτήσει επαφή με τους πιστούς και καθώς στο παρελθόν έχει σπουδάσει σκηνοθεσία, αποφασίζει να οργανώσει προβολές ταινιών σε έναν αυτοσχέδιο κινηματογράφο για το ποίμνιό του. Εκεί όλοι του μιλούν για τη Λίλη, τη δασκάλα του πιάνου, και την ομοιότητά της με τη Μέριλιν Μονρόε.  Όμως, η γνωριμία του μ’ εκείνην θα αποβεί μοιραία.

Σκηνοθεσία:

Zaza Urushadze

Κύριοι Ρόλοι:

Dimitri Tatishvili … πάτερ Giorgi

Sophia Sebiskveradze … Lili

Joseph Khvedelidze … Valiko

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Zaza Urushadze

Παραγωγή: Ivo Felt, Zaza Urushadze

Μουσική: Sten Sheripov

Φωτογραφία: Giorgi Shvelidze

Μοντάζ: Alexander Kuranov

Σκηνικά: Tea Telia

Κοστούμια: Simon Matchabeli

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Beri

Ελληνικός Τίτλος: Η Εξομολόγηση της Δασκάλας του Πιάνου

Διεθνής Τίτλος: The Confession

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 27/8/2018

Θα ήταν κάπως άδικο με το καλημέρα κανείς να περάσει σε μια διαδικασία σύγκρισης της νέας ταινίας του Zaza Urushadze με το “Mandariinid” προκειμένου να μιλήσει για ικανοποιητική ή απογοητευτικά καλλιτεχνική πορεία του σκηνοθέτη της σε σχέση με το δείγμα δουλειάς που έδωσε πέντε χρόνια πριν, δεδομένου ότι το “The Confession” δεν έχει το ίδιο εύρος φιλοδοξίας. Αναπόφευκτα έτσι το αποτέλεσμα εδώ είναι κατώτερο από το προηγούμενο, υποψήφιο για Όσκαρ, φιλμ του, χωρίς να σημαίνει ότι δεν παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Οι δυο ταινίες μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο, που είναι ταυτόχρονα κι ένα αδύνατο σημείο για αμφότερες: έναν πανάρετο, σοφό, ηθικά ακέραιο πρωταγωνιστή που λειτουργεί ως ένα αμετακίνητο στήριγμα για το θεατή, τόσο τέλεια πλασμένο που αποκλείεται να μη δημιουργήσει συμπάθεια, ταυτόχρονα όμως καθιστά σχεδόν αδύνατη την ταύτιση. Μέχρι να ολοκληρωθεί η ιστορία πολλά δεδομένα έχουν ανατραπεί, όμως οι αρετές του πρωταγωνιστή δεν έχουν σπιλωθεί. Η αφελής αυτή θεώρηση του σκηνοθέτη ίσως να είναι και μια εσκεμμένη παραπομπή, ένας φόρος τιμής, ένα κλείσιμο του ματιού σε παλαιότερες εποχές του κινηματογράφου, αυτές που αναβιώνει ο ήρωας μέσω των προβολών που οργανώνει στο χωριό, όπως και να έχει όμως αυτή η δημιουργική του επιλογή υπεραπλουστεύει το δραματουργικό του ιστό σε ένα χολιγουντιανό επίπεδο καλού και κακού (διόλου τυχαία, η δουλειά του αυτή είναι συμπαραγωγή με τις ΗΠΑ).

Η δομή του σεναρίου είναι πονηρή, όσο κι έξυπνη: ξεκινάει ως μια φολκλορική σχεδόν ηθογραφία παλαιομοδίτικης κοπής, της οποίας τα φαινομενικά αγνά αισθήματα, αν και καταφέρνουν να αγγίξουν, διέπονται από μια αγαθοσύνη τόσο ασύμβατη με το σήμερα που είναι σχεδόν παρεξηγήσιμη. Μέχρις ένα σημείο καμπής, εξάπτει το ενδιαφέρον και η δυναμική της σχέσης μεταξύ του πρωταγωνιστικού ζεύγους, με μια χημεία που σιγοβράζει κατά τη διάρκεια του φιλμ. Μετά έρχεται ένα απρόσμενο ντελαπάρισμα με αλλαγή στόχευσης στην προβληματική του έργου αλλά και αναθεώρηση πολλών εκ των δεδομένων εντός του σύμπαντος που έχει δημιουργηθεί. Αν και ο τρόπος με τον οποίο επιτελείται αυτή η μετάβαση δεν κρύβει και μια κάποια διάθεση για εντυπωσιασμό μέσω αιφνιδιασμού, ταυτόχρονα πραγματοποιεί μια εντυπωσιακή αναθεώρηση επάνω σε σταθερές που έχουν επίτηδες στηθεί ως τέτοιες από το σκελετό της δραματουργίας ώστε η πτώση τους που επιτελείται στη συνέχεια να είναι πιο εκκωφαντική. Κρίμα που ο Urushadze δεν αφιερώνει επαρκή χρόνο και για μια βαθύτερη μελέτη της κατάστασης που έρχεται ύστερα, κλείνοντας κάπως βιαστικά και απότομα το μύθο του, σαν να έχει αμηχανία ως προς το που να προχωρήσει από ένα σημείο κι έπειτα κι έτσι να «μπλοκάρει».

Παρά το ότι πρόκειται για μια δημιουργία μικρού βεληνεκούς, ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός προσπαθεί να χωρέσει μια ομολογουμένως μεγάλη ποικιλία θεματικών: από τη συλλογική ψυχοσύνθεση μιας κλειστής κοινότητας και τη σύγκρουση μεταξύ πνευματικής και κοσμικής ταυτότητας μέχρι την κυριολεκτικά εκτυφλωτική λάμψη του κινηματογράφου, από την άποψη ότι η ύπαρξή του επηρεάζει τη νοοτροπία σε βαθμό που να θολώνει την προσωπική κρίση, μια θεώρηση απρόσμενα δηκτική για ένα μέσο που σπάνια θα κοιταχτεί στον καθρέφτη με επικριτική διάθεση (ακόμη και οι ταινίες που χρωματίζουν αρνητικά τη βιομηχανία του σινεμά συνήθως δε θα κατακρίνουν τη δυνητική αρνητική επίδραση της συγκεκριμένης τέχνης εν γένει). Κι όμως, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι τόσο δυνατό όσο θα αναμενόταν από ένα τέτοιο μείγμα νοημάτων, και παρόλο που δυνατές σκηνές υπάρχουν, αυτές δε χαρακτηρίζουν το σύνολο, που σε γενικές γραμμές είναι ελαφρώς «φλατ». Εντούτοις το φιλμ στέκεται για αρκετούς λόγους, μεταξύ των οποίων και για το πως στέκεται απέναντι στη γοητευτικά αινιγματική φιγούρα της Lili που ευτυχεί και στην ενσάρκωσή της από την οξυδερκή ερμηνευτικά Sophia Sebiskveradze. Παρά το ότι εδώ δεν έχουμε ένα «τρίποντο» ανάλογο του “Mandariinid” (το οποίο σημειωτέον έπασχε επίσης από κάποια προβλήματα, μικρότερα συγκριτικά με το “The Confession”), το σύνολο είναι αρκετά ενδιαφέρον ώστε να κρατά τον Urushadze στο σύνολο των ενεργών κινηματογραφιστών από τους οποίους μπορεί να αναμένει κάποιος ακόμη και κάτι μεγάλο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

5 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.