Στα μέσα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο πρωτοκλασάτος αθλητής του μπέιζμπολ Μο Μπεργκ στρατολογείται σε μια νέα ομάδα: στο Γραφείο των Υπηρεσιών Ασφαλείας (την μεταγενέστερη ΣΙΑ). O Μπεργκ δεν είναι ένας συνηθισμένος αθλητής: μορφωμένος, μιλάει εννέα γλώσσες και είναι συχνά καλεσμένος σε ένα δημοφιλές παιχνίδι γνώσεων της τηλεόρασης. Παρά την αναγνωσιμότητα του, ο Μπεργκ είναι ένας αινιγματικός άνδρας με ταλέντο στο να κρατάει μυστικά. Ο νεοσύλλεκτος κατάσκοπος σύντομα εκπαιδεύεται και ρίχνεται στο πεδίο της δράσης με σκοπό να εμποδίσει τον γερμανό επιστήμονα Βέρνερ Χάιζενμπεργκ να φτιάξει μια ατομική βόμβα για τους ναζί.

Σκηνοθεσία:

Ben Lewin

Κύριοι Ρόλοι:

Paul Rudd … Moe Berg

Mark Strong … Werner Heisenberg

Sienna Miller … Estella Huni

Jeff Daniels … William ‘Bill’ J. Donovan

Tom Wilkinson … Paul Scherrer

Giancarlo Giannini … καθηγητής Eduardo Amaldi

Hiroyuki Sanada … Kawabata

Guy Pearce … Robert Furman

Paul Giamatti … Samuel Goudsmit

Connie Nielsen … Koranda

Shea Whigham … Joe Cronin

William Hope … John Kleran

Pierfrancesco Favino … Martinuzzi

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Robert Rodat

Παραγωγή: Kevin Scott Frakes, Tatiana Kelly, Buddy Patrick, Jim Young

Μουσική: Howard Shore

Φωτογραφία: Andrij Parekh

Μοντάζ: Mark Yoshikawa

Σκηνικά: Luciana Arrighi

Κοστούμια: Joan Bergin

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Catcher Was a Spy

Ελληνικός Τίτλος: Υπεράνω Πάσης Υποψίας

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: The Catcher Was a Spy: The Mysterious Life of Moe Berg του Nicholas Dawidoff.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία ήταν προγραμματισμένη να κάνει πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο, τον Σεπτέμβριο του 2017. Αλλά τότε αποσύρθηκε, όταν οι παραγωγοί αντιλήφθηκαν ότι το post-production δεν θα ήταν έτοιμο έγκαιρα.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 21/9/2018

Υπάρχουν κάποια ιστορικά γεγονότα που εκλιπαρούν σχεδόν να μεταφερθούν στη μεγάλη οθόνη, όσο συναρπαστικά όμως κι αν φαίνονται στο χαρτί, δεν υπάρχει ποτέ η εγγύηση ότι θα παράγουν ένα ανάλογα ενδιαφέρον κινηματογραφικά αποτέλεσμα. Η ταινία του Ben Lewin επαναπαύεται στο πόσο «ζουμερή» κι απίστευτη ακούγεται η πραγματική ιστορία στην οποία βασίζεται και μένοντας σε μια απλή, αποστασιοποιημένη περιγραφή, καταφέρνει το εξής μοναδικό: να καταστήσει μια συναρπαστική πρώτη σεναριακή ύλη (αυτή της υπαρκτής προσωπικότητας του Moe Berg, όχι τόσο του βιβλίου που περιστρέφεται γύρω από αυτή και στο οποίο βασίζεται το σενάριο) ανιαρή και συνηθισμένη, σπαταλώντας ένα δυνατό καστ και μια πολύ καλή ευκαιρία για ένα στιβαρό κατασκοπικό θρίλερ φτιαγμένο «όπως τον παλιό καλό καιρό». Υπάρχει μια νωθρότητα στο ρυθμό που σαμποτάρει το όποιο σασπένς θα μπορούσε να προκύψει, καταλήγοντας να κάνει «χαλαρή» σαν… μελάτο αυγό μια ταινία με συνολική διάρκεια ούτε εκατό λεπτών, τη στιγμή που ειδικά μια τέτοια θεματολογία θέλει σφιχτή και νευρώδη αφήγηση. Η δε και καλά εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση του ήρωα μόνο στα χαρτιά υπάρχει, καθώς ούτε ο χρόνος που αφιερώνεται επαρκεί, ούτε οι στιγμές που προσφέρονται σε αυτό το διάστημα δεν αποτελούν ουσιαστικό πορτραίτο του Berg, παρά μόνο μια παράθεση κοινοτοπιών, ειδικά στο κομμάτι της σεξουαλικότητάς του που διαχειρίζεται με τον πλέον μπανάλ τρόπο.

Η επιλογή του Paul Rudd (ο οποίος φαντάζει όλο και πιο περιζήτητος στο Χόλιγουντ σε βάθος χρόνου ακόμη και πριν το «Ant-Man») για τον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι κάπως προβληματική. Αν και πρόκειται για μια συμπαθέστατη παρουσία, δεν έχει το ερμηνευτικό εκτόπισμα για να σηκώσει το βάρος του πρωταγωνιστή, ιδίως όταν αυτό αφορά έναν, όπως τουλάχιστον υποτίθεται, πολυδιάστατο κι ελαφρώς μυστήριο χαρακτήρα. Δεν είναι σε καμία περίπτωση κακός, όμως η υποτονικότητά του προσγειώνει μια ιντριγκαδόρικη φιγούρα στα επίπεδα ενός συνηθισμένου ήρωα που απλά τυχαίνει να έχει κάποια γνωρίσματα πέραν του μέσου όρου. Λαμβάνοντας αυτό υπόψιν, δεν αποτελεί σοκ το ότι οι δευτεραγωνιστές καταλήγουν να έχουν μια πιο ενδιαφέρουσα παρουσία, με εξέχουσα περίπτωση τον σχεδόν πάντοτε αξιόπιστο Tom Wilkinson. Η έκπληξη έρχεται από τον συνήθως πομπωδώς «υπερπατριώτη» Robert Rodat της «Διάσωσης του Στρατιώτη Ράιαν», ο οποίος αν και δεν αντιστέκεται να πετάξει κάποιες, εμμέσως ακόμη και προσβλητικές, κορώνες του τύπου «δεν έχει σημασία όπως και να είσαι, αν θες να προσφέρεις στην πατρίδα είσαι καλοδεχούμενος», παραδόξως είναι αρκετά συγκρατημένος σε σύγκριση με παλιότερα δείγματα δουλειάς του, όμως το ότι απουσιάζουν δυνατές συγκινήσεις από το φιλμ είναι ξεκάθαρα ευθύνη της γραφής του, που μοιάζει υπερβολικά απονευρωμένη.

Παρά το ότι πρόκειται για ένα θέαμα που θα άρμοζε περισσότερο για τη μικρή οθόνη (και αυτό υπό αστερίσκους μιας και η κινηματογραφική νοοτροπία εδώ και χρόνια έχει μεταφερθεί κι εκεί πλέον), κρατάει γενικά ένα αξιοπρεπές επίπεδο: η εικονογραφία είναι φροντισμένη και η σκηνοθεσία, αν και ακαδημαϊκή μέχρι το μεδούλι, δεν παρεκτρέπεται σε κανένα σημείο σε κραυγαλέα λάθη. Αν όμως η κατασκευαστική αρτιότητα αρκούσε για να εγγυηθεί την καλλιτεχνική αξία ενός φιλμ, τότε αυτομάτως ότι θα έβγαινε από το Χόλιγουντ θα έπρεπε να παίρνει στο τσεπάκι του επαίνους από παντού. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ακόμη κι αν φαίνεται ότι έχει κορεστεί από την κινηματογραφική βιομηχανία, δύναται να δώσει κι άλλες μεγάλες και δυνατές ταινίες, δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές που καταπιάνονται κινηματογραφιστές μαζί του φαίνεται να αρκούνται στο πόσο αβανταδόρικη εξακολουθεί να είναι η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος χωρίς να προσπαθούν από τη δική τους πλευρά να προχωρήσουν πέρα από τα προφανή συμπεράσματα και τα καθιερωμένα κλισέ για τα γεγονότα εκείνου του διαστήματος. Το «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» ανήκει ακριβώς σε αυτήν την πολυπληθέστατη κατηγορία, σε έναν σωρό έργων που η μεγαλύτερη συνεισφορά τους είναι να οδηγήσουν σε κάποιου είδους παρότρυνση το κοινό ώστε να αναζητήσει από μόνο του τα πραγματικά περιστατικά πίσω από το φιλμ. Μέχρι εκεί.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.