Πέντε μαθητές λυκείου, εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, περνούν το σαββατοκύριακό τους σε μια σχολική αίθουσα για να γράψουν μια έκθεση, καθώς έχουν τιμωρηθεί ο καθένας για διαφορετικό λόγο. Καθώς η ώρα περνά, αρχίζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους, ενώ οι διαφορετικοί χαρακτήρες τους δεν θα αργήσουν να συγκρουστούν αλλά και να συγκλίνουν.

Σκηνοθεσία:

John Hughes

Κύριοι Ρόλοι:

Judd Nelson … John Bender

Molly Ringwald … Claire Standish

Emilio Estevez … Andrew Clark

Anthony Michael Hall … Brian Johnson

Ally Sheedy … Allison Reynolds

Paul Gleason … υποδιευθυντής Richard Vernon

John Kapelos … Carl Reed

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: John Hughes

Παραγωγή: John Hughes, Ned Tanen

Μουσική: Keith Forsey

Φωτογραφία: Thomas Del Ruth

Μοντάζ: Dede Allen

Σκηνικά: John W. Corso

Κοστούμια: Marilyn Vance

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Breakfast Club

Ελληνικός Τίτλος: Μπρέκφαστ Κλαμπ

Παραλειπόμενα

  • Η πεντάδα των παιδιών έμεινε γνωστή με το παρατσούκλι που τους έδωσαν τα ΜΜΕ, Brat Pack.
  • Η Ringwald επέμενε να πάρει τον ρόλο της Κλερ, παρότι ο σκηνοθέτης την ήθελε για την Άλισον. Παρόλο που στις οντισιόν εμφανίστηκαν οι Robin Wright, Jodie Foster και Laura Dern, η νεαρή σταρ έπεισε τον Hughes και το στούντιο να της δώσουν τον ρόλο.
  • Ο Emilio Estevez πέρασε από οντισιόν για τον Τζον, αλλά προέκυψε ανάγκη για αυτόν του Άντριου. Ο ρόλος του Τζον έμελλε να μείνει τελευταίος χωρίς κάλυψη, και στην οντισιόν βρέθηκε κι ο Nicolas Cage. Οι δύο όμως επικρατέστεροι ήταν ο John Cusack και ο Judd Nelson. Ο Hughes προσέλαβε τον πρώτο, αλλά λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα άλλαξε γνώμη, επειδή ο Cusack δεν έδειχνε καθόλου ατίθασος.
  • Ο Nelson παρέμενε στον χαρακτήρα του κι εκτός κάμερας, παρενοχλώντας συνεχώς τη Ringwald, κάτι που απογοήτευε τον σκηνοθέτη. Το υπόλοιπο καστ ήταν αυτό που τον έπεισε να μη τον απολύσει.
  • Ο Rick Moranis είχε πάρει τον ρόλο του επιστάτη, αλλά αποχώρησε λόγω δημιουργικών διαφορών.
  • Το 1999, ο Hughes αποκάλυψε ότι οι επενδυτές της παραγωγής ήταν πολύ διατακτικοί στον να τον αφήσουν να το σκηνοθετήσει λόγω της μικρής του πείρας. Αυτό που τους έπεισε είναι ότι ο αμερικανός δημιουργός τους είπε ότι θα το κάνει με μόλις 1 εκατομμύριο δολάρια και σε ένα μόνο σκηνικό, άρα το οικονομικό ρίσκο ήταν μικρό. Τα έσοδα του φιλμ έφτασαν στα 51,5 εκατομμύρια δολάρια, και δικαίωσαν εντέλει την επιλογή.
  • Η βιβλιοθήκη της ταινίας κατασκευάστηκε στο γυμναστήριο ενός σχολείου που είχε κλείσει δύο χρόνια πριν τα γυρίσματα. Αργότερα, το ίδιο μέρος έγινε αστυνομικό τμήμα. Στο ίδιο μέρος γυρίστηκαν ταυτόχρονα σκηνές και για το Η Πιο Κουφή Μέρα του Φέρι Μπούλερ, κάτι που έκανε ο Hughes για εξοικονόμηση χρημάτων. Υπήρχαν στιγμές που αμφότερα τα επιτελεία των δύο ταινιών βρίσκονταν στο ίδιο μέρος.
  • Στην 25 επέτειο της πρεμιέρας, η Ally Sheedy αποκάλυψε ότι υπήρχε κι ένα Director’s Cut, αλλά η χήρα του Hughes δεν θέλησε να προβεί σε λεπτομέρειες πάνω σε αυτό.
  • Το 2015, όταν μεταφέρονταν γραφεία από το μέρος γυρισμάτων σε νέο κτήριο, ανακαλύφθηκε το πρώτο δοκιμαστικό σενάριο της ταινίας.
  • Η διάσημη φωτογράφος Annie Leibovitz ήταν που τράβηξε τη φωτογραφία της πεντάδας για την αφίσα, μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η ταινία έβγαλε ένα κλασικό χιτ της δεκαετίας του 1980, το Don’t You (Forget About Me) των σκοτσέζων Simple Minds. Έμελλε να φτάσει στο νούμερο ένα των ΗΠΑ.
  • Σε βιντεοκλίπ βγήκε και το Fire in the Twilight των Wang Chung, χωρίς όμως κάποια επιτυχία.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 8/7/2020

Ένα από τα ορόσημα του σινεμά του Τζον Χιουζ, και της νεανικής ταινίας στη δεκαετία του  1980. Η Αμερική δεν έχει αποτινάξει ακόμα τον συντηρητισμό της, και για την ακρίβεια μοιάζει να επιδιώκει επί Ρίγκαν να τον αναθερμάνει. Δεν ζούμε πλέον στη εποχή της αμφισβήτησης, και ο νέος της συγκεκριμένης εποχής αναρωτιέται έντονα μέσα του «ποιος νομίζω ότι είμαι», εξού και ο τίτλος της έκθεσης επί της ταινίας.

Ο Χιουζ κοιτάει με μια σοβαρότητα το θέμα του, την οποία δεν συνήθιζε. Βρίσκει γρήγορα τα σκηνοθετικά του πατήματα επί της οπτικής που θέλει να δώσει, μια μινιμαλιστική θεατρικού τύπου σπουδή, χωρίς βέβαια να έχει και σαφείς απαντήσεις στο ερώτημα που θέτει. Νικητής δεν βγαίνει κάποια ιδεολογία ή κάποια ανανέωση επαναστατικών κανόνων, αλλά μια απλή κραυγή που λέει «μη με ξεχνάτε», αποτυπωμένη στο εικονικό τραγούδι των Simple Minds.

Το νεανικό καστ είναι ένας κι ένας, και όλοι μαζί μια ερμηνευτική γροθιά. Το σενάριο γεμάτο καλογραμμένες φράσεις, σε παίρνει γρήγορα μαζί του και σε πηγαίνει με ασφάλεια προς ένα φινάλε που δεν χρειάζεται τα καθιερωμένα χολιγουντιανά «εφέ» για να μείνει στη μνήμη (ακόμα κι εν είδει εκείνης της παγωμένης εικόνας). Χωρίς εντέλει να έχουμε σινεμά υψηλής δημιουργίας, είναι από τα δείγματα μιας εύπεπτης μεν δραμεντί, που όμως συμβαδίζει κατά γράμμα με την ψυχοσύνθεση μιας ολόκληρης γενιάς, και όχι μόνο (διατηρώντας μια διαχρονική αξία). Το ότι δεν είναι εντέλει τόσο πολυσύνθετο, όπως κάποιοι εύκολα και δικαίως θα επισημάνουν, εντέλει αφορά και δεν προδίδει την αγνότητα στον τρόπο σκέψης της νεολαίας που δεν έχει τα ακατάλληλα ερεθίσματα να μάθει παραπάνω για όσα συμβαίνουν γύρω της.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.