Δουλεύοντας παράλληλα σαν part-time ντελιβεράς, ο Αντουάν, ένας επίδοξος νέος ράπερ από τα προάστια του Παρισιού, συναντά την Κα Λοϊσό, διακεκριμένη καθηγήτρια της Όπερας του Παρισιού. Γοητευμένη από το ταλέντο του, η Κα Λοϊσό τον συστήνει στον κόσμο της όπερας. Καθώς γίνεται μαθητής της πια, ο Αντουάν κρύβει τα νέα του όνειρα από τους φίλους και την οικογένειά του, φοβούμενος ότι δεν θα τον καταλάβουν. Κάπου ανάμεσα στην καθωσπρέπει αριστοκρατική τάξη και τη σκληρή μα ελεύθερη πραγματικότητα της γειτονιάς που μεγάλωσε, ο Αντουάν θα πρέπει να βρει τη δική του φωνή.

Σκηνοθεσία:

Claude Zidi Jr.

Κύριοι Ρόλοι:

Mohammed Belkhir … Antoine Zerkaoui

Michele Laroque … Κα Loyseau

Guillaume Duhesme … Didier

Maeva El Aroussi … Samia

Samir Decazza … Elio

Marie Oppert … Josephine

Stephane Debac … Pierre

Roberto Alagna … Roberto Alagna

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Claude Zidi Jr., Raphael Benoliel, Cyrille Droux

Παραγωγή: Raphael Benoliel, Cyril Hanouna, Stephane Hasbanian

Μουσική: Laurent Perez Del Mar

Φωτογραφία: Laurent Dailland

Μοντάζ: Benjamin Favreul

Σκηνικά: Lise Peault

Κοστούμια: Lenaig Periot-Boulben

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Ténor
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Τενόρος
  • Διεθνής Τίτλος: Tenor

Παραλειπόμενα

  • Ο Mohammed Belkhir δεν είναι άλλος από τον ράπερ MB14, και αυτό είναι το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη. Ο σκηνοθέτης τον επέλεξε βλέποντας τον στην πέμπτη σαιζόν (2016) του γαλλικού The Voice.
  • Η οπερετική φωνή του MB14 είναι ντουμπλαρισμένη με του τενόρου Paul Gaugler.

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 18/7/2022

Και να που μία στις τόσες κάνει την εμφάνισή της στις κινηματογραφικές αίθουσες μια ταινία από αυτές που έχουν εκλείψει στη θερινή περίοδο της μπλοκμπαστερικής κυριαρχίας και της χοντροκομμένης κωμικής σάχλας. Ο “Τενόρος” βρίσκεται ακριβώς στο σωστό σημείο τομής τής κοινωνικά προσιτής ταινίας και της εκλεπτυσμένης σκηνοθεσίας που υπηρετεί την κοινότοπη θεματική της, αλλά λειτουργεί διαρκώς ώστε να την παρουσιάσει με φρεσκάδα και ενθουσιασμό.

Με πιο τρανταχτό παράδειγμα το “Ένα Αστέρι Γεννιέται”, που με την έλευση κάθε νέου κοινωνικού ή κινηματογραφικού ρεύματος επανεμφανίζεται σταθερά μέσα στις δεκαετίες, η συνθήκη “απ’ τ’ αλώνια στα σαλόνια” είναι από τις πιο διαχρονικές στην αφήγηση εν γένει, και μέσα σε αυτήν πέφτει η ιστορία ενός νεαρού ράπερ που επιχειρεί να εισχωρήσει στους κύκλους της όπερας όταν ανακαλύπτει το σπάνιο φωνητικό του ταλέντο. Τα προβλήματα που προκύπτουν αναφέρονται μοιραία στις ταξικές ανισότητες αλλά και στο κοινωνικό οικογενειακό υπόβαθρο, καθώς ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συμφιλιώσει την καθημερινή του ζωή με ένα άπιαστο όνειρο επαναπροσδιορίζοντας τη θέση του μέσα στον κόσμο αλλά και τα προσωπικά του θέλω.

Ενώ είναι εμφανές πως σαν ιστορία δεν πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια παραλλαγή αυτού του αρχετυπικού μοτίβου, η προσέγγιση του υιού Claude Zidi κατορθώνει να αναπληρώνει σταθερά όσα λείπουν από το σενάριο σε πρωτοτυπία με μια ποιοτική δημιουργία χαρακτήρων, ρεαλισμού και διαλόγων. Ο νεοφερμένος Mohammed Belkhir, ράπερ στην πραγματική ζωή, ερμηνεύει με αφοπλιστική φυσικότητα επενδύοντας στη συμπάθεια που προξενεί ο καλόκαρδος ρόλος του, λαμβάνοντας υπολογίσιμη στήριξη στις σκηνές που μοιράζεται με τη Michele Laroque, η οποία ηγείται της διανομής με την εμπειρία και την τεχνογνωσία της. Χωρίς να αναπτύσσει ποτέ τις υποπλοκές των συμπληρωματικών χαρακτήρων, η ταινία τους αξιοποιεί αρκούντως ως δορυφόρους του πρωταγωνιστή χτίζοντάς τους μέσα από λίγες περιγραφές και πολλές δράσεις, διατηρώντας την ταινία σαφή στις προθέσεις της και χωρίς στάσιμες σκηνές.

Παρότι η μετριότητα που κυριαρχεί στην αφήγηση αυτών των ιστοριών μάς κάνει να συμβιβαζόμαστε με το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης απλώς εκμεταλλεύεται τους ηθοποιούς του, ο Zidi Junior επιχειρεί και κατορθώνει να στριμώξει την ιστορία του οπτικά, δημιουργώντας με κομψότητα αρκετό υλικό ώστε να χωρέσει σε διάρκεια 100 λεπτών χωρίς να φαντάζει προσχηματικό. Η μίξη του χιούμορ και του δράματος λειτουργεί χάρη σε εμπνευσμένα ευρήματα, ενώ όπως φανερώνεται από την ποιητικής λογικής πρώτη σκηνή της ταινίας, οι δύο κόσμοι της ραπ και της όπερας δεν συγκρούονται ποιοτικά, αντίθετα τους απομυθοποιεί από στερεοτυπικές προκαταλήψεις αφήνοντας χώρο για μια ρεαλιστική συνύπαρξη.

Παρότι το «αγεφύρωτο» των κοινωνικών ή διαπροσωπικών σχέσεων βρίσκει τελικά λύση με την επιστράτευση μιας πολιτιστικής εξισορρόπησης πασπαλισμένης με το ουτοπικό όνειρο της μεγάλης οθόνης, η ταινία αξιοποιεί το προφανές για να ενσταλάξει στον θεατή την ελπίδα της αποδοχής και της στήριξης.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.