Σουηδία 1940. Δύο γειτονικά λούνα παρκ στη Στοκχόλμη βρίσκονται σε πόλεμο μεταξύ τους: το ένα προσφέρει μπουρζουά διασκέδαση, το άλλο έχει φτηνή μπίρα και λαϊκές ατραξιόν, και κανένα από τα δυο δεν αντέχει την ύπαρξη του άλλου. Οι δυο οικογένειες που τα διαχειρίζονται είναι έτοιμες να καταστρέψουν η μία την άλλη, όταν οι δυο νεαροί κληρονόμοι τους, ο Τζον και η Νίνι, ερωτεύονται. Όταν η σύγκρουση των δυο λούνα παρκ εκτροχιάζεται, ο έρωτας τους κινδυνεύει.

Σκηνοθεσία:

Mans Marlind

Bjorn Stein

Κύριοι Ρόλοι:

Frida Gustavsson … Ninni Nilsson

Albin Grenholm … John Lindgren

Robert Gustafsson … Gustaf Nilsson

Helena Af Sandeberg … Nadescha Nilsson

Pernilla August … Elin Lindgren

Lennart Jahkel … Johan Lindgren

Edvin Endre … Lennart Lindgren

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Mans Marlind

Παραγωγή: Kristina Aberg

Μουσική: Nathaniel Mechaly

Φωτογραφία: Aril Wretblad

Μοντάζ: Bjorn Stein

Σκηνικά: Pater Sparrow

Κοστούμια: Margret Einarsdottir

Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Video-on-Demand.

Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Eld & Lagor
  • Ελληνικός Τίτλος: Στη Ζάλη του Έρωτα
  • Διεθνής Τίτλος: Swoon

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο μουσικής και κοστουμιών στα Guldbagge, τα εθνικά βραβεία της Σουηδίας.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η γνωστή τραγουδίστρια Zara Larsson έχει ένα γκεστ πέρασμα από την ταινία, ερμηνεύοντας ζωντανά το When I’m not Around.
  • Η Lily Oakes ερμηνεύει το αυθεντικό The Keep.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 18/3/2021

Δεν χρειάζεται να περάσει πολλή ώρα για να γίνει κατανοητό ότι το δίδυμο των Marlind και Stein σκηνοθετικά εδώ έχουν ως βασικό μπούσουλα το φανταχτερό οπτικά σινεμά του Baz Luhrmann. Τα πλούσια σκηνικά, τα λαμπερά κοστούμια, οι ενέσεις φανταστικού στοιχείου, μέχρι και οι αναχρονισμοί κυρίως στη χρήση της μουσικής, με τραγουδιστές να ερμηνεύουν μεταξύ άλλων τα «Gimme! Gimme! Gimme! (A Man After Midnight)» των ABBA και το «Suicide Is Painless» από το «MASH» του Altman εντός των πλαισίων της δεκαετίας του 1940, όλα παραπέμπουν στη φιλμική ιδιοσυγκρασία του συγκεκριμένου σκηνοθέτη. Αν όμως τα γνωρίσματα αυτά στον Luhrmann πολλές φορές φλερτάρουν με το βαρυφορτωμένο και το κιτς, εδώ αυτό συμβαίνει δυστυχώς σε αισθητά μεγαλύτερο βαθμό. Και αν το φιλμ ξεκινάει με ένα τεχνικά υποσχόμενο ψευτο-μονόπλανο που ανοίγει την όρεξη για τη συνέχεια, σύντομα αντιλαμβάνεται κανείς πως ελάχιστο «ζουμί» υπάρχει στα δρώμενα.

Αυτό που αρχίζει ως μια ιστορία αντιπαλότητας μεταξύ οικογενειών, καταλήγει σε ένα ρομάντζο τόσο ακατέργαστα αφελές και υπερβολικό, που όσο σίγουρο είναι ότι θα μισηθεί από κάποιους, ειδικά σε μια εποχή που ο ρομαντισμός στο σινεμά έχει φτάσει σε ένα κάποιο επίπεδο μετασχηματισμού, άλλο τόσο είναι πιθανό να βρει μέχρι και θερμούς υποστηρικτές, ειδικά στις νεαρές ηλικίες! Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν μπαίνουν στην εξίσωση και πολυάριθμες υποπλοκές, πολύ συχνά ασύνδετες με το δράμα που βρίσκεται στο επίκεντρο της πλοκής και που αφορούν χαρακτήρες ασήμαντους και μονοδιάστατους, που τελικά καταλήγουν να εξυπηρετούν μονάχα ένα άσκοπο γέμισμα του κινηματογραφικού χρόνου μπας και η διάρκεια ξεπεράσει ένα προκαθορισμένο όριο.

Θεωρητικά υπάρχει η ευκαιρία εδώ για κάτι με μεγαλύτερο βάθος κι εμβέλεια από αυτό που τελικά προκύπτει: μια επικού μεγέθους ερωτική ιστορία εντός των συνόρων μιας εκ των λίγων χωρών που παρέμειναν ουδέτερες επί Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με αλληγορικές νότες, συνδυάζοντας ρετρό ατμόσφαιρα και νεωτερισμό και λοξοκοιτάζοντας προς χολιγουντιανού τύπου πρότυπα παραγωγής. Η συγκεκριμένη περιγραφή είναι πολύ πιο ελκυστική από το αποτυχημένο τελικό αποτέλεσμα. Ίσως να φταίει και ότι οι Marlind και Stein έχουν δοκιμαστεί περισσότερο στο είδος του μεταφυσικού τρόμου, κι εδώ, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια φαντασμαγορία στα ίχνη ενός σουηδικού «Moulin Rouge!», φαίνεται να βρίσκονται έξω από τα νερά τους και παραδίδουν κάτι άκρως χαοτικό, που ενίοτε περνάει και στη στρατόσφαιρα της ανοησίας. Ειδικά οι ουκ ολίγες πινελιές φαντασίας είναι εκτός τόπου και χρόνου, εντελώς άτσαλα ενταγμένες στο σύνολο. Οι παρεξηγήσεις και οι ανατροπές που πλήττουν το ειδύλλιο που βρίσκεται στο επίκεντρο είναι άκρως μπανάλ, επιπέδου χλιαρής ρομαντικής σειράς, ενώ επιλύονται υπερβολικά εύκολα και «μικραίνουν» την έκδηλη φιλοδοξία του σκηνοθετικού ντουέτου που φανερώνεται από τις πληθωρικές οπτικές συνθέσεις και τις μεγαλεπήβολες εκρήξεις λυρισμού. Το δε πολιτικό υπόβαθρο του ιστορικού πλαισίου είναι σαν ένα συνοδευτικό τής κατά τα άλλα παραμυθένιας ατμόσφαιρας, σαν μια παράπλευρη ενόχληση, και αντιμετωπίζεται με τρόπο τέτοιο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο απόλυτος θρίαμβος του απολιτίκ. Όσο προσεγμένη κι αν είναι η κατασκευή, η έλλειψη ουσίας δίνει την αίσθηση πως πραγματικά το σενάριο είναι απλά ένα πρόσχημα για να παρελάσουν επί της οθόνης εντυπωσιακά κάδρα. Έτσι, ενώ μπορεί κάποιος να χαζέψει με άνεση μια σειρά πλούσιων κι ενίοτε υπέρ του δέοντος «μπουκωμένων» εικόνων, το όλο οικοδόμημα καταρρέει όταν έρχεται η ώρα να το επεξεργαστεί νοηματικά, και συνειδητοποιεί κανείς ότι λίγα υπάρχουν από πίσω για να προχωρήσει σε κριτική θεώρηση.

Ακόμη και το στιλ προσέγγισης της καθοδήγησης των ηθοποιών μαρτυρά μια ιλουστρασιόν νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει το φαίνεσθαι. Μεγαλύτερη σημασία έχουν εδώ οι φυσιογνωμίες των ερμηνευτών για τους ήρωες που υποδύονται, όχι όσα προσδίδουν οι ίδιοι σε αυτούς με τις ικανότητές τους. Κάπως έτσι, αυτά που μένουν στο μυαλό, ενδεικτικά, είναι η ξεχωριστή ψηλόλιγνη φιγούρα της Frida Gustavsson ή το αυστηρό παρουσιαστικό του Robert Gustafsson, και όχι τόσο οι συνεισφορές τους σε επίπεδο υποκριτικής. Και τελικά, όσο θετικά διακείμενος και να είναι κανείς μπροστά στην υπόσχεση ενός ρομάντζου που πλειοδοτεί σε φαντασία και διάθεση εντυπωσιασμού, οι αδυναμίες είναι συσσωρευμένες σε βαθμό τέτοιο που το καλλιτεχνικό φιάσκο παραείναι οφθαλμοφανές για να αγνοηθεί.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.