Η Λίνα, μια πλούσια κληρονόμος, γνωρίζει σε ένα τρένο τον γοητευτικό Τζόνι, τον ερωτεύεται, και παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της, τον παντρεύεται. Όταν όμως διαπιστώνει ότι ο Τζόνι δεν έχει εισοδήματα και ζει με δανικά, αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο αγαπημένος της είναι απατεώνας, ίσως και δολοφόνος. Μήπως θέλει να δολοφονήσει και την ίδια; Η υποψία αυτή μετατρέπει το όνειρο της Λίνας για έναν ευτυχισμένο γάμο σε ένα διαρκή εφιάλτη.

Σκηνοθεσία:

Alfred Hitchcock

Κύριοι Ρόλοι:

Joan Fontaine … Lina McLaidlaw Aysgarth

Cary Grant … Johnnie Aysgarth

Nigel Bruce … Gordon Cochrane ‘Beaky’ Thwaite

Cedric Hardwicke … στρατηγός McLaidlaw

May Whitty … Martha McLaidlaw

Isabel Jeans … Helen Newsham

Heather Angel … Ethel

Leo G. Carroll … George Melbeck

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Samson Raphaelson, Joan Harrison, Alma Reville

Παραγωγή: Harry E. Edington

Μουσική: Franz Waxman

Φωτογραφία: Harry Stradling Sr.

Μοντάζ: William Hamilton

Σκηνικά: Van Nest Polglase

Κοστούμια: Edward Stevenson

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Suspicion
  • Ελληνικός Τίτλος: Υποψίες

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Before the Fact του Anthony Berkeley.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου (Joan Fontaine). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία και μουσική (δράμα).

Παραλειπόμενα

  • Η νίκη της Joan Fontaine στα Όσκαρ ήταν η μοναδική οσκαρική ερμηνευτική βράβευση σε ταινία του Hitchcock.
  • Το κάμεο του Hitchcock είναι περίπου στο 47ο λεπτό, όταν και ρίχνει ένα γράμμα στο γραμματοκιβώτιο.
  • Το 1939, η RKO Radio Pictures προσέλαβε τον Nathanael West και τον Boris Ingster, με τους δυο τους να ολοκληρώνουν το διασκευασμένο σενάριο σε 7 εβδομάδες. Όταν όμως έδωσαν τη σκηνοθεσία στον Hitchcock, εκείνος είχε ήδη έτοιμο κείμενο από άλλους συγγραφείς, και με αισθητές διαφορές. Το σενάριο των West και Ingster έμελλε να μείνει στην άκρη και να μη γίνει ποτέ ταινία, αλλά υπάρχει στην εθνική βιβλιοθήκη των ΗΠΑ.
  • Λόγω των αστεριών πρωταγωνιστών, το στούντιο επέβαλε τελείως διαφορετικό φινάλε από του σεναρίου και του βιβλίου, κάτι για το οποίο ο Hitchcock παραπονούνταν μία ολόκληρη ζωή.
  • Πριν αναλάβει ο βρετανός μαιτρ, ήταν να γίνει μικρού μπάτζετ η ταινία, με τους George Sanders και Anne Shirley στους δύο κεντρικούς ρόλους. Όταν ανέλαβε ο Hitchcock, άμεσα ήταν να παίζουν οι Laurence Olivier και Frances Dee.
  • Η Joan Fontaine κόστισε ακριβά στην παραγωγή, μια και ήταν δάνειο από τον David O. Selznick, κι ενώ η ηθοποιός πριν λίγα χρόνια είχε σπάσει το συμβόλαιο της με την RKO.
  • Ανάμεσα στο 1942 και το 1949, το έργο διασκευάστηκε 6 φορές για το ραδιόφωνο.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 25/7/2022

Από τη στιγμή που πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα τρένο, η εύπορη Lina MacKinlaw (Joan Fontaine) ήξερε ότι ο Johnnie Aysgarth (Cary Grant) θα ήταν ο έρωτας της ζωής της. Ένας γάμος ακολουθεί βιαστικά, αλλά μόνο μετά τον μήνα του μέλιτος η Lina ανακαλύπτει ότι ο Johnnie είναι αδέκαρος. Μανιώδης τζογαδόρος και σπάταλος playboy, είναι καταχρεωμένος και η Lina τρομοκρατείται όταν ανακαλύπτει ότι απολύθηκε επειδή έκλεψε τον πρώην εργοδότη του. Όταν τον προτρέπει να βρει δουλειά, της απαντά: «Ας είμαστε ρεαλιστές. Ξέρεις ποιο είναι το ποσοστό ανεργίας;» Στη συνέχεια συνεργάζεται με έναν φίλο του, τον Beaky Thwaite (Nigel Bruce), ο οποίος βάζει το κεφάλαιο για να ξεκινήσουν μια επιχείρηση real-estate. Όταν λίγο καιρό αργότερα ο Beaky βρίσκεται νεκρός, η αστυνομία ελέγχει τον Johnnie ως ύποπτο. Η Lina αρχίζει να υποπτεύεται ότι την παντρεύτηκε μόνο και μόνο για την περιουσία της. Άραγε θα επιχειρήσει να σκοτώσει και την ίδια;..

Οι «Υποψίες» είναι ένα -γεμάτο σασπένς- ψυχολογικό θρίλερ που ρίχνει μια σκοτεινή ματιά σε μια από τις εμμονές του σκηνοθέτη: τον αστικό θεσμό του γάμου. Το σενάριο των Samson Raphaelson, Joan Harrison και Alma Reville βασίζεται στο μυθιστόρημα «Before the Fact» του Anthony Berkeley.

Η ταινία πραγματεύεται ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στο έργο του Hitchcock -τη δυαδικότητα της ανθρώπινης φύσης. Ο αμφιλεγόμενος χαρακτήρας του Johnnie  τονίζεται από την ατμοσφαιρική νουάρ φωτογραφία του Harry Stradling Sr., με τις έντονες σκιές να δίνουν την εντύπωση ότι η ηρωίδα έχει πιαστεί σε μια παγίδα από την οποία η μόνη διαφυγή είναι ο θάνατος. Δεν γνωρίζουμε ποτέ αν η απειλή είναι πραγματική ή φανταστική, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ωστόσο και η ίδια η ταινία πάσχει από τον σχιζοειδή χαρακτήρα της και το ανομοιογενές ύφος της. Ενώ ξεκινά ως ανάλαφρη ρομαντική κομεντί, σταδιακά σκοτεινιάζει καθώς οι υποψίες μας για τον χαρακτήρα του Grant αυξάνονται, και το δεύτερο μισό της ταινίας γίνεται ένα απόλυτα αναγνωρίσιμο χιτσκοκικό θρίλερ.

Επίσης, η αμφιθυμία του Hitchcock για τον χαρακτήρα του Cary Grant είναι εμφανής. Αν ο Johnnie είναι αθώος, τότε η Lina είναι διαταραγμένη, φαντασιόπληκτη, καθώς επινοεί όλα τα απαίσια κίνητρα του συζύγου της. Σε αυτή την περίπτωση το σασπένς που δημιουργήθηκε σε όλη την ταινία ήταν τεχνητό, σαν μια μεταφορά για τον ίδιο τον κινηματογράφο που έχει την ικανότητα να χειραγωγεί τον θεατή. Αν όμως ο Johnnie είναι  άσωτος, απερίσκεπτος, δόλιος και παθολογικός ψεύτης, τότε η αφήγηση είναι μια αποδεικτική διαδικασία του προφανούς: ο πιθανός δολοφόνος αποδεικνύεται και πραγματικός δολοφόνος. Κάτω από τις αφόρητες πιέσεις των παραγωγών, ο Hitchcock προσπάθησε να συμβιβάσει μέχρι το φινάλε και τις δυο εκδοχές:  η Lina δεν λέει στον Johnnie ότι υποπτεύεται ότι της έχει βάλει δηλητήριο στο γάλα, αλλά ούτε το πίνει.

Ο Hitchcock εκμυστηρεύτηκε στον Peter Bogdanovic το φινάλε που προτιμούσε: «Η Lina γράφει ένα γράμμα στη μητέρα της, δηλώνοντας ότι αγαπά τον άντρα της αλλά έχει την εντύπωση ότι είναι δολοφόνος. Δεν επιθυμεί πλέον να ζει μαζί του και είναι έτοιμη να πεθάνει στα χέρια του. Πιστεύει όμως ταυτόχρονα ότι η κοινωνία πρέπει να προστατευτεί απέναντί του. Φτάνει με το μοιραίο ποτήρι γάλα και της το δίνει. Πριν το πιει, του λέει: «Μπορείς να δώσεις αυτό το γράμμα που έγραψα στη μητέρα μου;» Πίνει το γάλα και πεθαίνει. Στη συνέχεια βλέπουμε τον Cary Grant με καλή διάθεση να πηγαίνει στο γραμματοκιβώτιο και να στέλνει την επιστολή!”

Ωστόσο, οι παραγωγοί άσκησαν βέτο για να μην αμαυρώσουν την καλή εικόνα του δημοφιλούς Cary Grant. Ως αποτέλεσμα, επέβαλαν ένα επινοημένο happy-end που μοιάζει με μια ατημέλητη αλλαγή της τελευταίας στιγμής και ουσιαστικά υπονομεύει όλα όσα προηγήθηκαν. Αυτό το αταίριαστο, απογοητευτικό φινάλε ακρωτηριάζει το έργο και το υποβαθμίζει στις λιγότερο αξιόλογες δημιουργίες του μεγάλου μαιτρ.

Πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις, η ικανότητα του Hitchcock να δημιουργεί στιγμές έντασης είναι απαράμιλλη: τα πλάνα εναλλάσσονται ανάμεσα σε μεσαία και κοντινά -συχνά κλειστοφοβικά- που υπογραμμίζουν την ολοένα και πιο σφιχτή μέγγενη που παγιδεύει την πρωταγωνίστρια. Τα παιχνίδια φωτός και σκιάς αυξάνουν το σασπένς, υπογραμμίζοντας την ανησυχία της για τις προθέσεις του συζύγου της. Ακόμη και στις πιο ήρεμες και γαλήνιες στιγμές, ο σκηνοθέτης δεν αφήνει ποτέ τον θεατή να χαλαρώσει, εισάγοντας σήματα, βλέμματα ή χαρακτήρες που αναζωπυρώνουν το άγχος και την ένταση.

Αναμφίβολα η διάσημη σκηνή με το γάλα έχει αποτυπωθεί οριστικά στο συλλογικό ασυνείδητο. Καθώς ο Grant ανεβαίνει μια σκοτεινή σκάλα, κρατά έναν δίσκο από τον οποίο αναδύεται το εκπληκτικό φως ενός ποτηριού με γάλα: σε προγενέστερες σκηνές ζητούσε επίμονα πληροφορίες για ένα ανώδυνο και μη ανιχνεύσιμο δηλητήριο. Για τον θεατή δεν υπάρχει αμφιβολία, το δηλητήριο είναι στο ποτήρι. Ο Hitchcock τεντώνει τη σκηνή, διαστέλλει τον χρόνο για να κάνει την ένταση αφόρητη∙ οι σκιές που πέφτουν από τους τοίχους μέχρι το ταβάνι παραπέμπουν στο σχήμα ενός μοιραίου ιστού αράχνης. Όσο πιο ψηλά ανεβαίνει, τόσο σκοτεινιάζει η σκάλα, σε τέτοιο βαθμό που το μόνο που βλέπεις είναι το «δολοφονικό» λευκό υγρό.

Αυτή η σεκάνς προκαλεί μια ανεπανάληπτη σινεφίλ συγκίνηση. Έτσι παρά τα εμφανή ελαττώματα τους, οι «Υποψίες» κουβαλούν το στίγμα του μεγάλου «auteur», ο οποίος κατάφερε από ένα αδύναμο αρχικό υλικό να δημιουργήσει ένα προσωπικό έργο: ασταθές μεν και ταλαντευόμενο, αλλά ισχυρά ψυχαγωγικό.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

25 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.