Δύο άντρες φτάνουν υποβρυχίως σε μια έρημη παραλία. Πρόκειται για τον Τζον Στράτον, εξέχων μέλος της SBS της κατασκοπικής βρετανικής υπηρεσίας MI5, και τον Μάρτι, έναν σκληρό αμερικανό πεζοναύτη. Στόχος τους ένα εργοστάσιο στο Ιράν, που παράγει βιοχημικά όπλα που δεν πρέπει να πέσουν σε λάθος χέρια. Αλλά εκεί κάποιος τους περιμένει και η αποστολή αποτυγχάνει. Πίσω στο αρχηγείο, ο Στράτον μαθαίνει ότι υπάρχει ολόκληρο δίκτυο διεθνούς τρομοκρατίας και ότι αυτός είναι ο μόνος κατάλληλος για να το σταματήσει.

Σκηνοθεσία:

Simon West

Κύριοι Ρόλοι:

Dominic Cooper … John Stratton

Gemma Chan … Aggy

Austin Stowell … Hank

Tyler Hoechlin … Marty

Tom Felton … Cummings

Thomas Kretschmann … Grigory Barovsky

Olegar Fedoro … Sergei Orlov

Derek Jacobi … Ross

Connie Nielsen … Sumner

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Warren Davis II, Duncan Falconer

Παραγωγή: Guy Collins, Matthew Jenkins

Μουσική: Nathaniel Mechaly

Φωτογραφία: Felix Wiedemann

Μοντάζ: Andrew MacRitchie

Σκηνικά: Jonathan Lee

Κοστούμια: Stephanie Collie

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Stratton
  • Ελληνικός Τίτλος: Επίλεκτος Πράκτορας Stratton
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Stratton: First Into Action

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Hostage του Duncan Falconer.

Παραλειπόμενα

  • Αρχικά, ανακοινώθηκε ότι δεν θα βασίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο, αλλά στην οχτώ βιβλίων σειρά μυθιστορημάτων του Duncan Falconer με ήρωα τον Τζον Στράτον, μια εναλλακτική εκδοχή του 007. Εντέλει, στα κρέντιτ υπάρχει μόνο το πρώτο της σειράς, το The Hostage (2003). Ο συγγραφέας είχε υπηρετήσει σε ειδική στρατιωτική μονάδα της Μεγάλης Βρετανίας, με αποστολές σε κρίσιμες περιοχές όπως τα Φώκλαντ και τη Βόρεια Ιρλανδία.
  • Ο Henry Cavill αποχώρησε από τον κεντρικό ρόλο μόλις μία βδομάδα πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Ο λόγος που ανακοινώθηκε ήταν «δημιουργικές διαφορές» πάνω στο σενάριο.
  • Μεγάλη εμπορική αποτυχία, με εισπράξεις μόλις 257 χιλιάδες δολάρια. Το μπάτζετ ήταν στις 12,9 εκατομμύρια λίρες.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 8/8/2017

Ο Simon West ανήκει σε αυτήν την εκτενή κατηγορία σκηνοθετών μισθοφόρων που εκτελούν συνταγές, ειδικευμένος (ποσοτικά όχι ποιοτικά) στο σινεμά δράσης, έχοντας βάλει και την υπογραφή του στη σεναριακή διασκευή στη μεγάλη οθόνη του “Lara Croft: Tomb Raider” με τα γνωστά απογοητευτικά αποτελέσματα. Γενικότερα, καταλαβαίνει κάποιος για τι περίπτωση πρόκειται όταν ίσως καλύτερη στιγμή του αποτελεί το ντεμπούτο του “Con Air”, ένα αν μη τι άλλο διασκεδαστικό φιλμ, που όμως όπως όλες σχεδόν οι υπόλοιπες σκηνοθετικές απόπειρες του ίδιου, έχουν την απαράδεκτη απαίτηση να «κατεβάσει» κάποιος το διακόπτη νοητικής επεξεργασίας απέναντι στα δρώμενα που παρουσιάζονται στην οθόνη.

Δυστυχώς, το νέο του φιλμ ούτε ως ανέμελη ψυχαγωγία για μιάμιση ώρα μπορεί να λειτουργήσει και ίσως να αποτελεί ένα νέο δημιουργικό ναδίρ για τον ίδιο για πολλούς λόγους. Η ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα βαραίνει κατά κύριο λόγο το σενάριο, στο οποίο η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι κυριολεκτικά μηδενική, με μία εξαίρεση, η οποία και αυτή μεταπηδάει από το ένα στάδιο στο άλλο με μια εντελώς άτσαλη μετάβαση, με χαμένη έτσι την ευκαιρία για ένα πιο σύνθετο ψυχολογικό πορτραίτο πέραν του αφόρητα αυστηρού επαγγελματισμού και προσήλωσης στο στόχο που επιδεικνύουν απαντές από αμφότερα τα στρατόπεδα του «καλού» και του «κακού» εδώ. Λείπει το πάθος, η διάθεση για συναισθηματική εμπλοκή με όσα συμβαίνουν, με τους σεναριογράφους Warren Davis II και Duncan Falconer (που έγραψε και τη νουβέλα στην οποία βασίζεται η ταινία) να αυτοσαμποτάρονται, αποκλείοντας ακόμη και το έστω κλισέ αλλά με πιθανότητες προσθήκης επιπρόσθετου ενδιαφέροντος ενδεχόμενο της εκδίκησης για τον πρωταγωνιστή και το βοηθό του (εδώ να επισημανθούν και οι ελαφρώς ομοφυλοφιλικές νύξεις του σεναρίου στη σχέση τους που γίνεται μια απόπειρα να διαλυθούν στο φινάλε με ατσούμπαλο τρόπο).

Όσον αφορά τη λειτουργικότητα των σεκάνς δράσης, αυτή εξαντλείται στην εναρκτήρια σκηνή, με τις επόμενες σκηνές καταδιώξεων και συμπλοκών να χαρακτηρίζονται από την επανάληψη, αλλά και από έναν εμφανή περιορισμό στον προϋπολογισμό που προσγειώνει την εκτέλεσή τους και τις κατατάζει στην κατηγορία αυτών που θα περίμενε να βρει κανείς σε μια περιπέτεια που κυκλοφορεί κατευθείαν σε DVD. Είναι κρίμα, διότι ο West, όσο αμφίβολης ποιότητας και να είναι η φιλμογραφία του, έχει αποδείξει σε μεμονωμένες περιπτώσεις την ικανότητα να χτίσει εκρηκτικά set pieces (ένα που έρχεται στο μυαλό είναι αυτό που ανοίγει το “The Expendables 2”, ασχέτα από τη χαμηλή τελική αξία του προϊόντος). Οι ερμηνείες έχουν κι αυτές πολλά σφάλματα, με μοναδική εξαίρεση το βετεράνο Derek Jacobi, που δυστυχώς κρατά απλώς ένα διακοσμητικό ρόλο. Αυτό που ενοχλεί περισσότερο από όλα όμως είναι η αδιάντροπα προπαγανδιστική στάση της όλης κατασκευής που γίνεται φανερή και από το εισαγωγικό σημείωμα που είναι σαν σχεδόν να ομολογεί πως η δουλειά αυτή είναι ένα ενενηντάλεπτο διαφημιστικό για την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα της ύπαρξης της βρετανικής SBS όπως και της MI6. Ούτε μια στιγμή αμφιβολίας για τους στόχους και τα κίνητρα της οργάνωσης του Stratton, όπως και για ευθύνες προϊσταμένων για τις καταστάσεις που καλούνται τάχα να διορθώσουν (σε ένα πραγματικά απαράδεκτο στιγμιότυπο οι ήρωες εκβιάζουν με το χειρότερο δυνατό τρόπο έναν επιβεβαιωμένο κακοποιό, κάτι που παρουσιάζεται ως τυπική διαδικασία και κανονικότητα, σχεδόν επικροτείται). Φυσικά για άλλη μια φορά επειδή το επιτάζουν οι γεωπολιτικές και όχι μόνο μόδες ο κακός παίρνει το πρόσωπο της Ρωσίας και του Ιράν, ξεκαθαρίζοντας έτσι και την αναμενόμενη ιδεολογική ατζέντα του περιεχομένου.

Άγευστο σαν περιπέτεια δράσης, προσβλητικό σε επίπεδο πολιτικής νοημοσύνης, το “Stratton” μοιάζει σαν προορισμένο να θαφτεί στη λήθη στο πέρασμα του χρόνου, κι όχι αδίκως.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.