Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Ο Μπρούνο Άντονι σκαρφίστηκε το καλύτερο σχέδιο για να ξεφορτωθεί τον πατέρα του, τη στιγμή που συνάντησε τον διάσημο τενίστα Γκάι Χέινς μέσα σε τρένο. Οι δυο άντρες γνωρίζονται σε ένα βαγόνι, και η πρόταση είναι να ανταλλάξουν φόνους. Ο Μπρούνο θα αναλάβει να σκοτώσει την άπιστη σύζυγο του Γκάι, κι ο Γκάι τον πατέρα του Μπρούνο. Ο Γκάι ωστόσο δεν παίρνει στα σοβαρά την πρόταση του Μπρούνο, θεωρώντας ότι έγινε μεταξύ σοβαρού και αστείου, γι’ αυτό κατεβαίνοντας από το τρένο ξεχνά τη συζήτηση που προηγήθηκε. Σύντομα όμως θα καταλάβει ότι ο Μπρούνο μιλούσε σοβαρά…

Σκηνοθεσία:

Alfred Hitchcock

Κύριοι Ρόλοι:

Farley Granger … Guy Haines

Robert Walker … Bruno Antony

Ruth Roman … Anne Morton

Leo G. Carroll … γερουσιαστής Morton

Patricia Hitchcock … Barbara Morton

Kasey Rogers … Miriam Joyce Haines

Marion Lorne … Κα Antony

Jonathan Hale … Κος Antony

Howard St. John … αστυνόμος Turley

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Raymond Chandler, Czenzi Ormonde, Whitfield Cook

Παραγωγή: Alfred Hitchcock

Μουσική: Dimitri Tiomkin

Φωτογραφία: Robert Burks

Μοντάζ: William H. Ziegler

Σκηνικά: Ted Haworth

Κοστούμια: Leah Rhodes

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Strangers on a Train
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Άγνωστος του Εξπρές
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Alfred Hitchcock’s ‘Strangers on a Train’

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Strangers on a Train της Patricia Highsmith.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ φωτογραφίας.

Παραλειπόμενα

  • Το μυθιστόρημα της Patricia Highsmith επηρέασε κι άλλες μεταγενέστερες ταινίες μέσω της συγκεκριμένης, άμεσα ή έμμεσα. Πλέον χαρακτηριστική, το Πέτα τη Μαμά από το Τρένο (1987), στην κωμική του εκδοχή.
  • Η Patricia Highsmith πούλησε τα δικαιώματα του βιβλίου της για μόλις 7,5 χιλιάδες δολάρια, μια και ήταν η πρωτόλεια δουλειά της. Ο Hitchcock όμως παρέμεινε “κρυμμένος” καθ’ όλες τις διαπραγματεύσεις, με τη συγγραφέα να εκνευρίζεται μαθαίνοντας αργότερα το ποιος ήταν ο αγοραστής, αφού εάν γνώριζε θα ζητούσε περισσότερα.
  • Ήταν ο σεναριογράφος Whitfield Cook που παρείσφρησε υπό τις εντολές του σκηνοθέτη το ανοιχτό ομοφυλοφιλικό υπόστρωμα, το οποίο και στο μυθιστόρημα απλά υπονοούνταν, αλλά και μετέτρεψε τον Μπρούνο από αλκοολικό σε κομψό χιτσκοκικό “κακό”. Αργότερα το κείμενο ανέλαβε ο Raymond Chandler, παρότι το έβρισκε “αστείο”, με τη συνεργασία του με τον Hitchcock να μην είναι η ομαλότερη (ήταν όμως σίγουρα η τελευταία). Για την τελική νότα, ο δημιουργός προσέγγισε τον Ben Hecht, αλλά εκείνος ήταν απασχολημένος, και του πρότεινε τη βοηθό του, Czenzi Ormonde. Παρότι ήταν άπειρη, ο Hitchcock έχτισε μαζί της όλα όσα χρειάζονταν για την τελική μορφή.
  • Ξεπερνώντας τη χλιαρή αντιμετώπιση που συνάντησε κατά το δεύτερο μισό των 1940, ο Hitchcock έκανε την “αναγέννηση” του μέσω αυτής της παραγωγής, λαμβάνοντας μέρος ακόμα και σε τυπικά της μικροθέματα.
  • Το κάμεο του Alfred Hitchcock είναι στο 11ο λεπτό, όπου επιβιβάζεται στο τρένο κρατώντας ένα κοντραμπάσο.
  • Δεύτερη αλλά πρώτη σημαντική εμφάνιση της Patricia Hitchcock σε ταινία του πατέρα της. Υπάρχει κι ένας μύθος που συνοδεύει την ταινία σχετικά με αυτήν. Πατέρας και κόρη είχαν σοβαρό πρόβλημα υψοφοβίας. Ο Hitchcock όμως της έδωσε 100 δολάρια, αρκεί να ανέβαινε στη ρόδα του λούνα-παρκ. Όταν η Patricia έφτασε στην κορυφή, ο πατέρας της έκοψε το ρεύμα, κι εκείνη έμεινε εκεί ψηλά και στο απόλυτο σκοτάδι. Κι ενώ ο τύπος της εποχής υποστήριζε ότι την άφησε εκεί πάνω τρομοκρατημένη επί μία ώρα, η Patricia Hitchcock είχε αργότερα δηλώσει ότι η όλη ιστορία ήταν διαστρευλομένη.
  • Για τον ρόλο του Γκάινς, ο μετρ ήθελε αρχικά τον William Holden, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
  • Η Kasey Rogers είχε άψογη όραση την εποχή που έγινε η ταινία. Παρόλα αυτά, ο Hitchcock τής επέβαλε να φοράει γυαλιά μυωπίας, ακόμα και στις μακρινές λήψεις. Η ηθοποιός ήταν ουσιαστικά τυφλή κατά τα γυρίσματα, με τους συνάδελφους της να τη βοηθούν σε κάθε της βήμα.
  • Οι κριτικές την εποχή της πρεμιέρας ήταν ανάμικτες, ούτε αποτέλεσε ιδιαίτερη επιτυχία στα ταμεία. Πλέον βέβαια θεωρείται από τις κλασικές στιγμές του μάστορα του σασπένς.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 12/6/2022

Μια δεκαετία που βρήκε τον μαιτρ σε απίστευτα κέφια, με τον Άγνωστο του Εξπρές να είναι η κορυφαία του στιγμή σε μια μίνι σειρά τεσσάρων ασπρόμαυρων ταινιών (μια επιτυχία που την είχε πολλή ανάγκη τη συγκεκριμένη περίοδο) πριν κάνει μια έκρηξη δημιουργικότητας που θα τον εκτοξεύσει στη μυθολογία της τέχνης.

Ο Άγνωστος παντρεύει το αμερικανικό νουάρ με τη βρετανική νοοτροπία και μετατρέπει μια απλή υπόθεση του αστυνομικού δελτίου σε κάτι εξαιρετικά γοητευτικό. Η σύλληψη του «criss-cross» φόνου δεν ήταν φυσικά δική του, ούτε προσπαθεί μέσω αυτής ο Hitchcock να παράγει μυστήριο. Μέλημα του είναι να παγιδεύει τόσο τον άμοιρο Γκάι όσο και τον θεατή στην τετραπέρατη παράνοια του Μπρούνο. Είναι σημαντικό το ότι όπως τυχαία έπεσε πάνω ο ένας στον άλλον μέσα στο τρένο, έτσι περνάει η αίσθηση και στον θεατή, με το τόσο απλό «κοίτα να δεις πώς μπλέξαμε από το πουθενά» να μελετάται από σκηνή σε σκηνή αιχμαλωτίζοντας θύμα και εμάς. Ακριβώς για αυτό δεν έχει φτιάξει η πλοκή έναν Γκάι που θα υπέπιπτε στο ανορθόδοξο λάθος, αφού έτσι θα αποστερούσε από τον θεατή την ευκαιρία της προσομοίωσης στη μύγα που πιάστηκε στον ιστό της αράχνης, και η κάθε της κίνηση αντί να την απελευθερώνει, την μπλέκει ολοένα και περισσότερο.

Σίγουρα υπάρχουν μικρά σημεία που ο καθένας μας θα έπραττε κάτι διαφορετικό από τον χαρακτήρα του Farley Granger, αλλά είναι η επόμενη του κίνηση κάθε φορά τόσο ορθά επιλεγμένη και προβλεπόμενη μέσω λογικής, που ανατρέπει την πεποίθηση σου περί του «εγώ έτσι θα τη γλύτωνα». Δεν φτάνει λοιπόν να πράξει ο σωστός το σωστό, αλλά να δώσει την ευκαιρία ο «σατανάς» σε σένα για να μπορέσεις να τον ξορκίσεις. Ακόμα πιο ψυχοφθόρο γίνεται όλο αυτό το παιχνίδι νεύρων, όταν επιμελημένα ο δημιουργός σού παρουσιάζει το πόσο ασήμαντος είναι στην πραγματικότητα ο ήρωας του Robert Walker, και πόσο αποτυχημένη είναι η πορεία της ζωής του. Δεν είναι ο παραδοσιακός κακός των νουάρ που τρέμεις στη θωριά του, αλλά ένα θεοπάλαβο «τίποτα», ένας κακομαθημένος από τη μητέρα του τυπάκος (πάλι το «φάντασμα» της μητέρας στο τραπέζι της χιτσκοκικής ψυχανάλυσης) που αναζητά τρόπους να περνάει ευχάριστα την ώρα του, δίχως «περιττούς» κόπους όπως μια εργασία ή η δημιουργία μιας οικογένειας.

Με αυτά και μ’ άλλα, δεν είναι τυχαίο που χρόνια αργότερα ο Danny DeVito το ανάγνωσε ως μαύρη κωμωδία, αφού κάπως έτσι το συνέλαβε κι ο ίδιος ο Hitchcock. Είναι αυτό το «πλάκα μου κάνεις» που αποκτά εφιαλτική σημασία όταν ο διάολος σπάει το ποδάρι του και μπλέκεις από το πουθενά με τον λάθος άνθρωπο τη λάθος στιγμή. Είναι παιχνίδι των θεών προς διασκέδαση τους, παρά ξεπλήρωμα της μοίρας για παλιότερα λάθη μας, και εκεί έγκειται η ιδιαιτερότητα της βρετανικής προσέγγισης, από έναν λαό που στην τέχνη του εκείνη την εποχή τα έβλεπε όλα -σχεδόν- τα σημαντικά υπό ένα καυστικό πρίσμα. Κάπως έτσι γεννιούνται κλασικές εικόνες, όπως αυτή του Μπρούνο στις θέσεις των θεατών του αγώνα τένις ή την παρουσία του στα σκαλιά του Jefferson Memorial, που δεν τρομάζεις με τον εφιάλτη της εικόνας, αλλά με το πώς ο κάθε τυχάρπαστος αποκτά αυτή τη μαγική διάσταση αποκλειστικά για τα δικά σου οπτικά αισθητήρια.

Αγωνιώδες όσο και καλογραμμένο, εφιαλτικό όσο και παιχνιδιάρικο, το Εξπρές παραμένει ένα από τα ορόσημα του μεγάλου δασκάλου και του είδους, και δεν χάνει επ’ ουδενί την αξία του από το γεγονός ότι χρειάζεται να στριμωχτεί για να χωρέσει στη δεκάδα των υψηλότερων δημιουργιών του. Κι αυτό, επειδή μιλάμε για την πλέον ειδική περίπτωση…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

28 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.