Ο Σον είναι ένα έξυπνο, άτακτο πρόβατο, που ζει με το κοπάδι του στη φάρμα Μόζι Μπότομ και υπό την επίβλεψη του Αγρότη και του Μπίτζερ, ενός καλοπροαίρετου αλλά μη αποτελεσματικού τσοπανόσκυλου. Παρά τις προσπάθειες του Σον, η ζωή στη φάρμα τους έχει δυσκολέψει, κι ο Σον θα καταστρώσει ένα πανούργο σχέδιο: να πάρουν ρεπό. Πρέπει να προσέχετε τι εύχεστε όμως. Σύντομα τα πράγματα θα βγουν εκτός ελέγχου και οι αταξίες του Σον θα απομακρύνουν τον άμοιρο αγρότη από τη φάρμα του. Με τη βοήθεια του κοπαδιού, ο Σον θα ταξιδέψει στη Μεγάλη Πόλη για να σώσουν τον αγρότη. Η αποτυχία δεν είναι επιλογή!

Σκηνοθεσία:

Mark Burton

Richard Starzak

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Mark Burton, Richard Starzak

Παραγωγή: Paul Kewley, Julie Lockhart

Μουσική: Ilan Eshkeri

Φωτογραφία: Charles Copping, Dave Alex Riddett

Μοντάζ: Sim Evan-Jones

Σκηνικά: Matt Perry

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Shaun the Sheep Movie
  • Ελληνικός Τίτλος: Σον το Πρόβατο: Η Ταινία
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Shaun the Sheep: The Movie

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Τηλεοπτική σειρά (χαρακτήρες): Shaun the Sheep του Nick Park.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων.
  • Υποψήφιο για Bafta καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων.
  • Υποψήφιο για καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.

Παραλειπόμενα

  • Τεχνική: Stop-motion animation
  • Βασισμένο στην πετυχημένη βρετανική τηλεοπτική σειρά, δημιουργία του Nick Park, γνωστού από το Γουάλας & Γκρόμιτ στον Τεράστιο Λαχανόκηπο.
  • Επιτυχία στα ταμεία, με εισπράξεις 106,2 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ κόστισε 25.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το τραγούδι της ταινίας ονομάζεται Feels Like Summer, κι ερμηνεύεται από τον Tim Wheeler.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 24/9/2021

Η καλύτερη ταινία της Aardman, αλλά και σχετικά απλησίαστη για τους «εσωτερικούς αντιπάλους», ώστε να μπορώ να συνηγορήσω για κάποιο στούντιο-φαινόμενο κινουμένων σχεδίων. Ο προσανατολισμός πάντα είναι το χιούμορ και η λαϊκή απλότητα, ενώ το stop-motion είναι εγγύηση σινεφιλικής απόλαυσης. Αυτά όμως που βλέπουμε εδώ, δυστυχώς είναι και η μόνη φορά που παντρεύουν όλο το πακέτο με ένα χιούμορ που κάνει το «μπε» σύνθημα!

Το στοίχημα κερδήθηκε εδώ από τους Mark Burton, Richard Starzak με την άμεση παραπομπή της δουλειάς τους με τον βωβό κινηματογράφο. Μπορεί εκεί οι Βρετανοί να μην ήταν πρωτεργάτες της κωμωδίας (ακόμα κι αν ο Chaplin ήταν μετανάστης Βρετανός), αλλά ειδικά με τη θριαμβευτική Mr. Bean πορεία έχουν εκείνες τις παραστάσεις που τους έθεσαν τις νέες βάσεις. Το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να λες ούτε λέξη για να κάνεις αληθινά καλή κωμωδία είναι ένα κοινό μυστικό στον χώρο, απλά το σύγχρονο κοινό θέλει το ανάλογο «σερβίρισμα» για να ξεπεράσει τις λανθασμένες φοβίες του και να το ασπαστεί.

Έτσι λοιπόν στα σιωπηλά, έχουμε χαρακτήρες ολοζώντανους, πέρα του συνηθισμένου, μακριά από χολιγουντιανά μοτίβα και κλισέ, και με βάθος στην έκφραση. Εδώ το χιούμορ χτυπάει κατευθείαν στη ρίζα των ενστίκτων μας, σε αυτά που μας κάνουν να γελάμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε ως αυτήν που αποχωρούμε. Είναι αυτό το οικουμενικό χιούμορ που αναφέρονταν ο Chaplin, όταν αρνούνταν να ασπαστεί τον ομιλούντα κινηματογράφο, μια και διακυβεύονταν η κατανόηση των αστείων του από το σύνολο της παγκόσμιας κοινότητας θεατών. Και μέχρι ενός προχωρημένου σημείου, ο Σον δεν σε αφήνει σε χλωρό κλαρί. Ακόμα και η σάτιρα χωράει, και μάλιστα απλωμένη σε αρκετά μικρά ή πιο γενικευμένα συμπεράσματα, που αφορούν τον πλέον καθημερινό άνθρωπο ως τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικο-πολιτικών συστημάτων.

Πλησιάζοντας όμως προς το φινάλε, έχουμε ξεμπερδέψει με την ανάπτυξη, έχουμε καλυφθεί με όσα είχε να μας διδάξει εν μέσω άφθονου γέλιου η ταινία, και προχωράμε στη «μοιραία» πορεία προς το φινάλε, όπου αυτή απαιτεί μια μυθοπλαστική κορύφωση για να λειτουργήσει -σύμφωνα με τους καθιερωμένους όρους- το όλο πακέτο. Κι εκεί πάλι επιλέγεται η λύση μέσω του βωβού σινεμά, με το σλάπστικ να φιλτράρεται με τις περίφημες καταδιώξεις του Benny Hill, και με την παρέμβαση του αναγκαίου (;) κακού. Σε αυτό το σημείο τα πράγματα είναι αρκετά τυποποιημένα σε σχέση με όσα είχαμε δει προηγουμένως, ίσως επειδή οι δύο δημιουργοί είχαν ήδη αντιληφθεί ότι η επιτυχία του «προβάτου» τους ήταν ήδη εξασφαλισμένη. Το χιούμορ είναι πιο επίπεδο, και αν οι βωβές εκφράσεις επέζησαν εις τους αιώνες, το σλάπστικ θέλει μια αναπροσαρμογή ανά εποχές για να είναι εξίσου λειτουργικό. Αυτή εδώ γίνεται μόνο οπτικά, αλλά όχι επί της ουσίας που απευθύνεται σε ένα πιο απαίδευτο και σίγουρα μικρότερης ηλικίας κοινό.

Και πάλι όμως «μπε» θα αναφωνήσουμε, έχοντας την κορυφή ενός στούντιο που δεν θέλει να παρουσιάσει ό,τι και τα υπόλοιπα της κλίκας του, απλά είναι κατιτίς φανερό πως επιζητεί και ό,τι θέλει και η υπόλοιπη κλίκα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.