Ο Γoυίλιαμ Σόμερσετ, βετεράvoς αστυνομικός ντετέκτιβ, πρόκειται σύντομα να συνταξιοδοτηθεί. Ωστόσo, έξι μέρες πριv απoσυρθεί από τo σώμα, αναλαμβάνει vα εκπαιδεύσει τov oρμητικό, vεαρό αvτικαταστάτη τoυ, Ντέιβιvτ Μιλς. Οι δυο αστυvoμικoί πρόκειται vα συvεργαστoύv για την επίλυση μιας υπόθεσης μακάβριων φόνων, πoυ θα τoυς παρασύρει βαθιά στov διεστραμμέvo κόσμo τoυ Τζov Ντo, εvός παvoύργoυ, θρησκόληπτoυ εγκληματία. Ο Τζον Ντο επιλέγει να δολοφονεί ανθρώπους πoυ έχoυv διαπράξει τα εφτά θαvάσιμα αμαρτήματα (τηv αδηφαγία, τηv απληστία, τηv oκvηρία, τη ζηλoφθovία, τηv oργή, τη φιλαυτία και τη λαγvεία), χρησιμoπoιώvτας κάθε φoρά και μια ανατριχιαστική μέθοδο εκτέλεσης πoυ συvδέεται με τo συγκεκριμέvo αμάρτημα…

Σκηνοθεσία:

David Fincher

Κύριοι Ρόλοι:

Brad Pitt … ντετέκτιβ David Mills

Morgan Freeman … ντετέκτιβ William Somerset

Gwyneth Paltrow … Tracy Mills

Kevin Spacey … John Doe

R. Lee Ermey … ο αρχηγός αστυνομίας

Richard Roundtree … εισαγγελέας Martin Talbot

Richard Schiff … Mark Swarr

Mark Boone Junior … πράκτορας

John C. McGinley … California

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Andrew Kevin Walker

Παραγωγή: Phyllis Carlyle, Arnold Kopelson

Μουσική: Howard Shore

Φωτογραφία: Darius Khondji

Μοντάζ: Richard Francis-Bruce

Σκηνικά: Arthur Max

Κοστούμια: Michael Kaplan

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Se7en

Ελληνικός Τίτλος: Seven

Διεθνής Τίτλος: Seven

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Επτά

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ μοντάζ.
  • Υποψήφιο για Bafta σεναρίου.

Παραλειπόμενα

  • Ο σεναριογράφος εμπνεύστηκε το κείμενο από τη δύσκολη για εκείνον εποχή που βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη, και προσπαθούσε να πετύχει στη δουλειά του.
  • Ο ρόλος του Σόμερσετ ονομάστηκε από τον αγαπημένο συγγραφέα του σεναριογράφου, τον W. Somerset Maugham, ενώ οραματίζονταν για ενσαρκωτή αυτού τον William Hurt.
  • Σε πρώιμο στάδιο, ήταν να το αναλάβει σκηνοθετικά ο Jeremiah S. Chechik, ενώ το είχε αρνηθεί ο Guillermo del Toro ως πολύ σκοτεινό.
  • Οι Al Pacino, Robert Duvall και Gene Hackman προσπέρασαν τον ρόλο του Σόμερσετ, ενώ οι Denzel Washington, Sylvester Stallone αρνήθηκαν αυτόν του Μάιλς. Η δε Christina Applegate είπε όχι για την Τρέισι, και ο Val Kilmer για τον Ντο.
  • Το φινάλε με το κουτί δεν άνηκε στο εγκεκριμένο σενάριο, αλλά βρίσκονταν σε ένα από τα δοκιμαστικά που είχε προηγούμενα απορρίψει η New Line. Όταν ανέλαβε ο David Fincher, του έστειλαν από λάθος αυτό με το κουτί, κι εκείνος εντυπωσιάστηκε. Όταν το λάθος έγινε αντιληπτό κι ενώ ο σκηνοθέτης είχε πει το ναι, ο επικεφαλής του στούντιο Michael De Luca τού εξήγησε ότι υπήρχαν εσωτερικές πιέσεις κατά του συγκεκριμένου φινάλε. Τόσο όμως ο Fincher όσο έπειτα κι ο Brad Pitt απείλησαν με φυγή αν δεν γίνονταν το δικό τους. Ακόμα και μετά το πέρας των γυρισμάτων, οι πιέσεις συνεχίζονταν.
  • Η αρχική σκηνή αφορούσε τον χαρακτήρα του Freeman που αγόραζε ένα σπίτι στην επαρχία, κι επέστρεφε πίσω στην πόλη. Το μπάτζετ όμως δεν αρκούσε, και ο σκηνοθέτης απευθύνθηκε στον σχεδιαστή Kyle Cooper για να βρει κάτι το φτηνό. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για το σημειωματάριο του Τζον Ντο.
  • Η λέξη fuck και παράγωγα της ακούγονται 74 φορές επί του φιλμ, και κυρίως από το στόμα του Brad Pitt.
  • Κοστίζοντας 33 εκατομμύρια δολάρια, κατάφερε να βγάλει από τα ταμεία 327,3. Ήταν η έβδομη πιο πετυχημένη εμπορικά ταινία της χρονιάς.
  • Άμεσα ο Anthony Bruno μετέφερε το σενάριο σε μυθιστόρημα, ενώ η Zenescope Entertainment το 2006 το μετέτρεψε σε σειρά 7 κόμικ από την οπτική του Τζο Ντο.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η ταινία ανοίγει με μια εκδοχή του Closer των Nine Inch Nails (μιξαρισμένη από τους Coil) και κλείνει με το The Hearts Filthy Lesson του David Bowie. Κανένα βέβαια δεν γράφτηκε από αυτά για την ταινία, και δεν βρίσκονται στο σάουντρακ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 19/6/2011

Αν τολμήσεις να σκάψεις βαθύτερα από την επιφάνεια, θα διακρίνεις μια μεγάλη «μπλόφα» σε αυτό το τόσο διαχρονικό θρίλερ, αγαπημένο πλήθους κόσμου. Η όποια νοηματική του κουτουλάει πάω σε μια φασίζουσα λογική: ο δολοφόνος παρουσιάζεται ως ευφυής, και ηθικά η ταινία τον αθωώνει που σκοτώνει τον κάθε ανθρωπάκο (εκτός κι αν αυτός είναι συγγενής μας…). Το ίδιο με το «Γεννημένοι Δολοφόνοι», αλλά σε εκείνη την περίπτωση είχαμε μια εξυπνότατη σάτιρα.

Ας μην κολλήσουμε όμως εκεί, αφού έχουμε ένα θρίλερ-ύμνο στην ορθή κινηματογραφική αφήγηση, τέτοια που ανανέωσε τους όρους στο σύγχρονο σινεμά. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ είναι μεγάλος μάστορας και στην κατασκευή ατμόσφαιρας, μαζί και του σασπένς. Οι γκορ σκηνές των πτωμάτων δένουν άρτια με μια ιστορία που αναπτύσσεται ως καθαρά αστυνομική, κάτι που είχε πετύχει κι ο Ντέμι στο «Σιωπή των Αμνών». Έτσι, είναι ταυτόχρονα ένα cult θρίλερ (στα όρια του τρόμου) και μια mainstream ποιοτική ταινία. Πολύ καλή, οπτικά κι ερμηνευτικά, η αντιπαράθεση ηλικιών, αφού Μόργκαν Φρίμαν, Μπραντ Πιτ αλληλοσυμπληρώνονται κι αποφεύγουν έντεχνα τα κλισέ των «buddy-movies».

Βαθμολογία:


Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 28/8/2020

Το 1995, ο Ντέιβιντ Φίντσερ ήταν 33 χρονών και η επαφή του με τη σκηνοθετική καρέκλα εξαντλούταν σε μερικά βίντεο κλιπ της Μαντόνα και το αξιοπρεπές Alien 3. Εκείνη τη χρονιά, όμως, κατάφερε να εισάγει τον εαυτό του με ορμή στη λίστα των πολλά υποσχόμενων Αμερικανών δημιουργών, χωρίς αντιρρήσεις και ενστάσεις, παραδίδοντας στον κόσμο ένα αδιανόητης καλλιτεχνικής αξίας κομψοτέχνημα. Μια ταινία, η οποία αποτελεί κομμάτι της κινηματογραφικής αφρόκρεμας του ’90 και παράλληλα ένα φιλμ που καθόρισε τους όρους της μετέπειτα σκηνοθετικής πορείας του Φίντσερ. Πρόκειται, φυσικά, για το ήδη μνημειώδες Se7en.

Το έργο θα μπορούσε θεωρητικά να περιγραφεί ως ένα αστυνομικό θρίλερ με καθηλωτική νέο-νουάρ ατμόσφαιρα. Είναι όμως κάτι πολύ παραπάνω από μια ταινία με εγκλήματα σε σκοτεινό φόντο. Είναι μια ζοφερή σκιαγράφηση της ανθρώπινης ύπαρξης, κατάμαυρη και τρομακτικά ενδελεχής. Μακριά από whodunit δομές και περιττούς εντυπωσιασμούς, το Se7en μαγνητίζει όχι τόσο χάρη σε όσα λέει και δείχνει, αλλά για όσα αφήνει να φανούν αχνά πίσω από τις ανώφελες ενέργειες των πρωταγωνιστών του.

Ο νέος αστυνόμος Μιλς και ο σχεδόν συνταξιούχος Σόμερσετ συγκροτούν ένα αντιθετικό δίδυμο. Οξύθυμος ο ένας, πράος ο δεύτερος. Παρορμητικός ο πρώτος, μετρημένος ο δεύτερος. Αυτό που τους χωρίζει όμως περισσότερο από όλα είναι ότι ο Μιλς διαθέτει ακέραια και χειμαρρώδη όρεξη για ζωή, ενώ ο Σόμερσετ είναι σε στάση αναμονής του τέλους. Μαζί λοιπόν πρέπει να εξιχνιάσουν μια σειρά από δολοφονίες που διαπράττονται με βάση τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα. Τα εγκλήματά αυτά μοιάζουν με φρικώδη θεόσταλτη απάντηση στον εκτροχιασμό του ανθρώπου και αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δράστης είναι κάποιος ψυχοπαθής που θεωρεί ότι επαναφέρει την κοινωνία στην θεϊκή ισορροπία.

Όσο η έρευνα εξελίσσεται, τα εγκλήματα συνεχίζονται και ο δολοφόνος διατηρεί με άνεση το πάνω χέρι στο κρυφτό με τους αστυνομικούς. Σταδιακά, αυτοί αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ο συγκεκριμένος εγκληματίας δεν είναι απλώς παρανοϊκός όπως βολικά είχαν πιστέψει, λειτουργεί βάσει σχεδίου και μάλιστα πολύ καλοφτιαγμένου. Δεν προσπαθεί καν να αναδείξει τη σήψη της κοινωνίας, δεν βάλλει κατά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μέσω της εγκληματικής του δραστηριότητας προσπαθεί να αποδείξει ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον δομικά ελαττωματικό, έτοιμο πάντα να υποκύψει στις αδυναμίες και με πλήρη αδυναμία συγκρότησης μια ηθικής υπόστασης. Ένα ον που ηττάται στο διηνεκές από την ίδια του τη φύση. Και για να το κάνει, χρησιμοποιεί το κυρίαρχο μέσο το οποίο εφηύραν οι ανθρώπινες κοινωνίες για να κρύψουν τις αδυναμίες των μελών τους: τη θρησκεία και τις επιταγές της.

Η σκοτεινή και σκεβρωμένη πόλη που περιβάλλει συνεχώς τους ήρωες μοιάζει το ιδανικό τοπίο για τη δράση του δολοφόνου. Οι αστυνομικοί ξαφνικά βρίσκονται σε θέση υπερασπιστή της ανθρώπινης υπόστασης, έχοντας προ πολλού απεκδυθεί τον αρχικό τους ρόλο. Όπως είναι πλήρως φυσικό, αδυνατούν πλήρως να φέρουν εις πέρας αυτό το νέο τους καθήκον, καθώς όσα στοιχεία εκμεταλλεύεται ο «ψυχοπαθής» για να αποδείξει τη θέση του υπάρχουν και μέσα τους. Δίνουν έναν αγώνα με τους εαυτούς τους, με τον εγκληματία που αρχικά καταδιώκουν σε ρόλο καταλύτη της θλιβερής αυτής αντίδρασης.

Πίσω από τις ενέργειες των ηρώων, που συνθέτουν το πολυσχιδές αφηγηματικό παζλ της ταινίας, βρίσκεται το μεγαλείο του μυαλού του Φίντσερ. Θαρρεί κανείς πως ο Αμερικανός δημιούργησε ένα φιλμ χωρίς ίχνος φωτός, καταφέρνοντας έτσι να αναδείξει την τραγικότητα των καταδικασμένων σε αποτυχία ηρώων του. Και η κάθαρση; Η απάντηση του Φίντσερ είναι σαφής. Κάθαρση δεν υπάρχει, ο άνθρωπος δεν μπορεί να την κερδίσει και ο θεατής δεν δικαιούται να την προσμένει.

Όσο οδηγούμαστε προς το φινάλε, το οποίο αποτελεί ένα έμβλημα για την παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία, οι πρωταγωνιστές μοιάζουν να χάνουν όλο και περισσότερο τον προσανατολισμό τους. Η νοσηρή σύλληψη του δολοφόνου τους έχει ήδη υπερβεί και έχουν καταστεί έρμαια του σχεδίου του, το οποίο είναι ανίκητο, επειδή αντλεί την έμπνευση και εκτέλεση του από το έρεβος της ανθρώπινης ψυχής. Η απόλυτη αδυναμία του ανθρώπου μοιάζει τόσο σίγουρη όσο το αποτέλεσμα μιας μαθηματικής πράξης, την οποία ο δολοφόνος έχει υπολογίσει με απόλυτη ακρίβεια.

Το Se7en δεν είναι απλώς το δυνατότερο θρίλερ που είδαμε στις αίθουσες τα τελευταία πολλά χρόνια. Είναι από εκείνες τις ταινίες που υπερβαίνουν το είδους τους και υψώνονται στο πάνθεον της κινηματογραφικής δημιουργίας. Μέσα στην ατμόσφαιρα του Φίντσερ είναι αδύνατο να βρεθεί έστω και ένα ψεγάδι και το αποτέλεσμά που προκύπτει είναι καθηλωτικό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια αφόρητα άψογη ταινία η οποία κρύβει μέσα της έναν τόσο άρτια θεμελιωμένο πεσιμισμό που καταλήγει ακαταμάχητος. Το Se7en είναι τελικά ένας αδιαπραγμάτευτος λόγος να αγαπήσει κανείς τον ίδιο τον κινηματογράφο και ο σκηνοθέτης του ένας ακαταπόνητος εργάτης της 7ης τέχνης που εκμεταλλεύεται στο έπακρο όλες τις δυνατότητες του μέσου, αρνούμενος παράλληλα να χαϊδέψει τις ψυχές των θεατών του. Ένας αληθινός υπηρέτης της κινηματογραφικής ειλικρίνειας.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

32 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.