Ο Gianfranco Rosi γυρνάει επί τρία χρόνια με ένα μίνι-βαν ανά την εθνική οδό, την GRA της Ρώμης, τον μεγαλύτερο εθνικό αυτοκινητόδρομο της Ιταλίας, με 70 χιλιόμετρα μάκρος. Μαζί με την ιστορία του δρόμου, συλλέγει ιστορίες ανθρώπων που ζουν γύρω του στην καθημερινότητα τους, ένα ταξίδι στις ζωές και στα άγνωστα τοπία της Αιώνιας Πόλης.

Σκηνοθεσία:

Gianfranco Rosi

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Gianfranco Rosi

Στόρι: Niccolo Bassetti

Παραγωγή: Roberta Ballarini, Marco Visalberghi

Φωτογραφία: Gianfranco Rosi

Μοντάζ: Jacopo Quadri

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Sacro GRA

Ελληνικός Τίτλος: Sacro GRA

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Λέοντας στο φεστιβάλ Βενετίας.
  • Υποψήφιο για καλύτερο ντοκιμαντέρ στα David di Donatello.
  • Υποψήφιο για καλύτερο ντοκιμαντέρ στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Δεύτερο βραβείο στο φεστιβάλ της Σεβίλης.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη φορά που ντοκιμαντέρ παίρνει τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία.
  • Έμπνευση για τον σκηνοθέτη αποτέλεσε το μυθιστόρημα Invisible Cities (1972) του Italo Calvino, στο οποίο ο συγγραφέας φαντάζεται τον Μάρκο Πόλο να περιγράφει τα ταξίδια του στον αυτοκράτορα της Κίνας, Κουμπλάι Χαν.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 23/4/2014

Ο σκηνοθέτης Gianfranco Rossi μετά τις ερήμους της Καλιφόρνιας και το «Below Sea Level», κάνοντας μια στάση στο Μεξικό και κινηματογραφώντας το εξαιρετικό «El Sicario, Room 164», επιστρέφει στην Ιταλία, τη γενέτειρά του, και παρουσιάζει στο κοινό το τελευταίο του ντοκιμαντέρ με τίτλο «Sacro GRA», το οποίο μάλιστα του απέφερε και το πρώτο βραβείο στο τελευταίο φεστιβάλ της Βενετίας (το πρώτο ντοκιμαντέρ που το καταφέρνει αυτό), πρώτος Χρυσός Λέοντας σε ιταλική ταινία εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Ο δημιουργός, παίζοντας με τη φράση «sacro Graal: ιερό δισκοπότηρο», εικονογραφεί την καθημερινότητα ανθρώπων που ζουν κι εργάζονται γύρω από το GRA (Grande Raccordo Anulare), έναν δρόμο 70 χιλιομέτρων που βρίσκεται περιφερειακά της Ρώμης και την εσωκλείει σαν δακτύλιος. Είναι μάλιστα ο μεγαλύτερος αστικός εσωτερικός αυτοκινητόδρομος της Ιταλίας. Κατά μήκος του, όπως εξάλλου και στα προάστια οποιασδήποτε μητρόπολης, εξελίσσονται καθημερινά οι -όχι και τόσο συνηθισμένες τελικά- ζωές συνηθισμένων ανθρώπων.

Ο Rossi, όπως ο ίδιος δήλωσε, εμπνευσμένος από το «αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, παρουσιάζει ένα ντοκιμαντέρ κινηματογραφώντας υλικό για περίπου δύο χρόνια και ξοδεύοντας σχεδόν οχτώ μήνες στο μοντάζ. Μέσω των ηρώων του, που δεν είναι άλλοι από τους ανθρώπους, τους μη προνομιούχους που έχουν ήδη εξοντωθεί από την κρίση, ρίχνει μια ομολογουμένως λίγο επιπόλαιη κι επιφανειακή ματιά στην κοινωνική και στην πολιτισμική φτώχια που μαστίζει τα τελευταία χρόνια τη γειτονική χώρα, αλλά κι ολόκληρη την Ευρώπη. Το δράμα υποβόσκει, αλλά δεν αφήνεται ποτέ να ανέβει στην επιφάνεια και να επισκιάσει το εγχείρημα. Οι διάλογοι είναι απόλυτα φυσικοί και οι πρωταγωνιστές «υποδύονται» απλά τους εαυτούς τους, αχνά πρόσωπα, μέσα στο συνεχή βόμβο των αυτοκινήτων που διαρκώς περνούν. Ένας τραυματιοφορέας που κινείται με το ασθενοφόρο ψάχνοντας για ατυχήματα. Ένας βοτανολόγος που έχει βάλει σκοπό να εξοντώσει τα παράσιτα που καταστρέφουν τους φοίνικες κατά μήκος του δρόμου. Ένας από τους τελευταίους ψαράδες χελιών του Τίβερη, που ζει με τη γυναίκα του απομονωμένος σε ένα νησάκι του ποταμού. Ένας ξεπεσμένος ευγενής που νοικιάζει την επίσης ξεπεσμένη κιτς βίλα του για δεξιώσεις. Ένας ιδιαίτερα φιλοσοφημένος πατέρας που ζει με την κόρη του σε μικροσκοπικό διαμέρισμα συμπλέγματος πολυκατοικιών. Δύο γέρικες τραβεστί που επιβιώνουν πια σε ένα εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο. Όλοι αυτοί συνθέτουν έναν καμβά της καθημερινότητας, όχι των περιθωριακών αστικών κοινωνιών, απλά αυτών που ζουν στο περιθώριο, στις παρυφές, στην έξοδο της πόλης. Μιας πόλης που αλλάζει αυτόματα, σχεδόν τρομακτικά, όπως και κάθε μητρόπολη άλλωστε, καθώς κανείς απομακρύνεται από το λαμπερό ιστορικό της κέντρο.

Βασικές αρετές της ταινίας είναι η υπέροχη, αν και πολλές φορές ελαφρώς φλύαρη φωτογραφία τού σε αργή αποσύνθεση αστικού τοπίου μιας χώρας σε πτώση, αλλά κυρίως ο πλούσιος ήχος, γεμάτος τριξίματα, όπως τα έντομα που τρώνε την καρδιά των δέντρων. Ποτέ ενοχλητικός, με απουσία μουσικής επένδυσης, εκτός από το εκπληκτικό «Il Cielo» του Lucio Dalla, που ακούγεται στους τίτλους τέλους και συγκινεί με την αμεσότητά του. Το μοντάζ είναι από τα δυνατά σημεία, διασταυρώνοντας τις ιστορίες, μην ακολουθώντας μια ευθύγραμμη εξέλιξη. Δυστυχώς, όμως, οι πολλές κι ασαφείς μεταφορές και η γενική αίσθηση της τυχαιότητας θολώνουν τους συμβολισμούς των χαρακτήρων ή των σκηνών. Μέσα στην πολυπλοκότητά των εικόνων και των νοημάτων που θέλει (ή δεν θέλει) να περάσει στο κοινό, ο σκηνοθέτης φτιάχνει τελικά ένα ντοκιμαντέρ που δυσκολεύεται να πείσει για την αντισυμβατικότητά του. Καταλήγεις, δε, πολλές φορές να αναρωτιέσαι αν τελικά θέλει κάτι να πει, ή απλά αφήνει όλο τον χώρο στον θεατή να αξιολογήσει τι βλέπει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Η διαλεκτική λείπει τις περισσότερες φορές από την ταινία και το συναίσθημα περιορίζεται, εξαιτίας μάλλον και του είδους της. Εξαίρεση αποτελεί η ιστορία του τραυματιοφορέα, που φαντάζει η πιο ανθρώπινη και ουσιαστική. Η σκηνή της συνομιλίας με τη γριά μητέρα του, που πάσχει από άνοια, είναι γεμάτη από νεορεαλισμό και θυμίζει τόσο πολύ το «Αγάπη» του Haneke. Καταφέρνει να συγκινήσει βαθιά, με την απλότητα και την αμεσότητά, παρόλη τη μικρή της διάρκεια.

Το «Sacro GRA» αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη στη Βενετία υποσκελίζοντας μεγάλα ονόματα του διαγωνισμού, όπως το Stray Dogs του Tsai Ming-Liang, ή το The Wind Rises του Hayao Miyasaki. O Gianfranco Rossi, τοποθετώντας την κάμερα σε σωστές γωνίες, προσπαθεί να μελετήσει το ανθρώπινο στοιχείο και τελικά να διαπιστώσει πώς μπορεί ο άνθρωπος να γυρίσει πίσω σε μια κατάσταση αστικής συνείδησης, μνήμης και συνδιάλεξης, χωρίς να ομογενοποιηθεί, όπως στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες. Μηνύματα, όμως, που χρειάζονται πολύ καλή διάθεση από τον ίδιο τον θεατή για να ανέβουν στην επιφάνεια. Δυστυχώς, αυτό το ντοκιμαντέρ, παρότι έχει κάποιο ενδιαφέρον, δεν στέκεται ακριβώς επάξια μπροστά σε άλλες ταινίες του διαγωνισμού. Χωρίς να παρουσιάζει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, μοιάζει να υποφέρει, όντας δομικά ασύνδετο, δίχως να παίρνει ξεκάθαρη θέση, ακροβατώντας ανάμεσα στο ουσιαστικό και το ανούσιο. Μοιάζοντας με ένα ιδιότυπο road-movie που δεν διασχίζει τίποτε, μένει ημιτελές, χωρίς ξεκάθαρη ταυτότητα, μην καταλήγοντας τελικά πουθενά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

6 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.