Η Καρόλ, μια Βελγίδα, ζει στο Λονδίνο μαζί με την αδελφή της. Ο ψυχικός της κόσμος διαταράσσεται από τον προβληματικό τρόπο που αντιμετωπίζει τη σεξουαλική δραστηριότητα. Τα προβλήματά της εντείνονται από την παρουσία του εραστή της αδελφής της. Όταν η τελευταία φεύγει για διακοπές, η Καρόλ βυθίζεται στην κατάθλιψη και στη συνέχεια στην παράνοια.

Σκηνοθεσία:

Roman Polanski

Κύριοι Ρόλοι:

Catherine Deneuve … Carol Ledoux

Ian Hendry … Michael

John Fraser … Colin

Yvonne Furneaux … Helen Ledoux

Patrick Wymark … ο σπιτονοικοκύρης

Renee Houston … Δις Balch

Valerie Taylor … μαντάμ Denise

James Villiers … John

Helen Fraser … Bridget Bishop

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Roman Polanski, Gerard Brach, David Stone

Στόρι: Roman Polanski, Gerard Brach

Παραγωγή: Gene Gutowski

Μουσική: Chico Hamilton

Φωτογραφία: Gilbert Taylor

Μοντάζ: Alastair McIntyre

Σκηνικά: Seamus Flannery

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Repulsion
  • Ελληνικός Τίτλος: Αποστροφή

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Bafta φωτογραφίας.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου. Ειδικό βραβείο επιτροπής και βραβείο FIPRESCI.

Παραλειπόμενα

  • Η δεύτερη ταινία του Polanski ήταν και η πρώτη του στην αγγλική γλώσσα.
  • Μαζί με το Μωρό της Ρόζμαρι και τον Ένοικο συναποτελούν μια ανεπίσημη τριλογία για τον τρόμο εντός αστικών διαμερισμάτων.
  • Μετά το Μαχαίρι στο Νερό, ο πολωνός δημιουργός είχε μεταθέσει την έδρα του στη Μεγάλη Βρετανία. Το στόρι όμως αυτό το έγραψε με τον Gerard Brach στο Παρίσι, αν κι αποφάσισε να γυρίσει την ταινία στο Λονδίνο. Σύμφωνα με τον δημιουργό, η ιστορία προέκυψε ως έμπνευση από μια κοινή φιλία των δυο τους με μια γυναίκα, που αργότερα έμαθαν ότι έπασχε από σχιζοφρένια.
  • Polanski και Brach πρότειναν την παραγωγή στην British Lion Films και την Paramount Pictures, αλλά αμφότερες την απέρριψαν. Αυτή που την ενέκρινε ήταν μια μικρή εταιρία, η Compton Films, γνωστότερη για ταινίες exploitation και softcore πορνό.
  • Οι εξωτερικές σκηνές πραγματοποιήθηκαν στη λονδρέζικη συνοικία του South Kensington, ενώ για το διαμέρισμα χρησιμοποιήθηκε ένα μικρό πλατό στα Twickenham Studios. Για τη διαμόρφωση του τελευταίου φωτογραφήθηκαν διαμερίσματα γυναικών σε παρακμιακή πλευρά του South Kensington, ώστε να υπάρχει αυθεντικότητα.
  • Ούτε ο σκηνοθέτης ούτε η Deneuve γνώριζαν καλά εγγλέζικα, κάτι που επέφερε πρόβλημα επί των γυρισμάτων.
  • Ο σκηνοθέτης είχε πει ότι το φιλμ γυρίστηκε με μόλις 65 χιλιάδες λίρες. Ο περφεξιονισμός όμως του Polanski τον έκανε να γυρνάει ένα απλό πλάνο της Deneuve ακόμα και σχεδόν 30 φορές, κάτι που εκτόξευσε το μπάτζετ στις 95 χιλιάδες λίρες. Ευτυχώς για όλους, τα έσοδα ήταν στα 3,1 εκατομμύρια δολάρια.
  • Εντάσεις αναφέρθηκαν ανάμεσα στον Polanski και το καστ κατά τα γυρίσματα, ειδικά με την Yvonne Furneaux, για την οποία λέχθηκε ότι ο Πολωνός τής φέρθηκε σκληρά.
  • Πριν τη διανομή στις βρετανικές αίθουσες προηγήθηκε προβολή στο φεστιβάλ Κανών, και η ταινία γνώρισε άμεσα την κριτική καταξίωση. Ήταν όμως σε αυτό του Βερολίνου που προβλήθηκε αργότερα, και στο οποίο το φιλμ πήρε τα μόνα του βραβεία.
  • Στην αυτοβιογραφία του, ο Polanski είχε παραδεχτεί ότι έκαναν αυτή την ταινία μόνο και μόνο για να βγουν χρήματα ώστε να γυριστεί το Η Νύχτα των Δολοφόνων (1966).

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 21/7/2022

Η ιστορία του φιλμ περιστρέφεται γύρω από μια νεαρή Βελγίδα, την Carol (Catherine Deneuve), η οποία εργάζεται ως μανικιουρίστα σε ένα σαλόνι ομορφιάς στο Λονδίνο. Μοιράζεται ένα διαμέρισμα με τη μεγαλύτερη αδερφή της, Helene (Yvonne Furneaux), η οποία διατηρεί σχέση με έναν μεγαλύτερο και παντρεμένο άνδρα, τον Michael (Ian Hendry). Ένας νεαρός, ο Colin (John Fraser), τη φλερτάρει χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, βλέπουμε ότι η Carol ενοχλείται ολοένα και περισσότερο από την παρουσία του Michael. Η κατάσταση της επιδεινώνεται όταν η αδελφή και ο εραστής της κάνουν ένα ταξίδι στην Ιταλία αφήνοντάς τη μόνη στο σπίτι, με ένα σάπιο κουνέλι στο ψυγείο. Από εδώ και πέρα ξεκινά η σύγχυσή της μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης, και η προοδευτική κάθοδος στην άβυσσο της ψύχωσης. Αρχίζει να βλέπει συνεχώς τους ίδιους εφιάλτες: έναν άντρα να προσπαθεί να τη βιάσει, απειλητικά αντρικά μπράτσα να ξεφυτρώνουν από τους τοίχους και να την αρπάζουν. Όμως αντί να ζητήσει ιατρική βοήθεια, παρατάει τη δουλειά της και κλείνεται στο διαμέρισμα της. Όταν αρχικά ο Colin και αργότερα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού την επισκέπτονται στο διαμέρισμα της, ανοίγουν οι πύλες της κόλασης…

Το πρώιμο έργο του Polanski διακρίνεται από απόλυτη ενότητα και ιδιότυπη προσωπική έκφραση, απεικονίζοντας το όραμα του για έναν κόσμο παγιδευμένο, φθαρμένο, διαποτισμένο από ένα υπόγειο ρεύμα θανάτου. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι στην αέναη διαμάχη καλού-κακού, το κακό επικρατεί ή και θριαμβεύει. Οι ταινίες του Polanski αφορούν σχεδόν πάντα τη ματαιότητα της αρετής. Οι ήρωές του είναι συχνά αθώα θύματα ή καλοπροαίρετοι απροσάρμοστοι που φαίνονται αδύναμοι απέναντι στις κακοήθεις δυνάμεις του Σκότους, με την τελική ήττα τους να είναι αναπόφευκτη.

Η «Αποστροφή» (1965) αποτελεί το πρώτο μέρος της άτυπης «τριλογίας των διαμερισμάτων» (τα άλλα είναι το «Μωρό της Ρόζμαρι, 1968» και ο «Ένοικος, 1976»), με κοινό στοιχείο ότι υιοθετούν την οπτική γωνία ενός διαταραγμένου κεντρικού χαρακτήρα. Όλα τα φιλμ τοποθετούνται στη λεπτή διαχωριστική γραμμή  μεταξύ της -καθαρά ατομικής φύσης- παράνοιας και της καταπιεστικής επίδρασης των κοινωνικών παραγόντων που ελέγχουν, περιορίζουν και στρεβλώνουν την ανθρώπινη κατάσταση.

Είναι γνωστό ότι οι ταινίες του Polanski είναι δύσκολο να εξηγηθούν και να αναλυθούν. Είναι παραπλανητικές, ανοιχτά χειραγωγικές και ποτέ δεν προσφέρουν ξεκάθαρες απαντήσεις στα ζητήματα που θέτουν. Η «Αποστροφή» -πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Polanski- δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακόμη και σήμερα, εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να σοκάρει τον θεατή, ασκώντας του μια βαθιά αποπροσανατολιστική επίδραση.

Οι τίτλοι έναρξης γλιστρούν πάνω σε ένα γκρο-πλαν του δεξιού ματιού της Carol. Αυτό το ανοιχτό, φοβισμένο μάτι, καθώς και η μουσική από τύμπανα που θυμίζει χτύπους καρδιάς, δημιουργούν ένταση από το άνοιγμα της αφήγησης. Η νευρική κάμερα του Gilbert Taylor παρακολουθεί την Carole καθώς ακολουθεί καθημερινά τις ίδιες διαδρομές, προσπαθώντας να αγνοήσει τους χυδαίους χλευασμούς των ιδρωμένων εργατών. Τα ακραία κοντινά πλάνα των ρυτιδιασμένων προσώπων στο σαλόνι ομορφιάς προβάλουν τα σκληρά αποτελέσματα της γήρανσης, προκαλώντας φρίκη. Οι παραμορφωτικοί φακοί «fisheye» εκφράζουν την παράνοια που κατακυριεύει ολοκληρωτικά την Carole, κάνοντας το λιτό διαμέρισμά να θυμίζει πύργο φαντασμάτων. Επιπρόσθετα, το soundtrack του Chico Hamilton χρησιμοποιεί εναλλαγές τρομακτικής σιωπής και υπέροχων συνθέσεων με διακριτικά πνευστά, λίγη τζαζ και πολλά δυσοίωνα κρουστά.

Αποφεύγοντας τις διαλέξεις ψυχανάλυσης, ο Polanski αφήνει να εννοηθεί ότι η ψυχική αποσύνθεση της Carole έχει τις ρίζες της στην αδυναμία της να διαχειριστεί το σεξουαλικό της άγχος. Απωθείται από τον Michael και καλύπτει τα αυτιά της όταν τον ακούει να κάνει έρωτα με την αδερφή της στο διπλανό δωμάτιο. Αποκτά εμμονή με μια ρωγμή στην οροφή, για την οποία φαντάζεται ότι παράγει φρικτούς θορύβους. Βλέπει την ίδια ακριβώς ρωγμή στο πεζοδρόμιο κάτω στην πλατεία, αποδεικνύοντας ότι για εκείνη η πραγματικότητα είναι μια εντελώς υποκειμενική ψευδαίσθηση.

Ο Polanski δίνει μεγάλη σημασία στο ηχητικό κομμάτι, με τα ρολόγια και τις βρύσες που στάζουν να ακούγονται πιο δυνατά όταν η Carol βρίσκεται σε πνιγηρή ψυχολογική πίεση. Ο ψυχωτικός «πυρετός» της υποδηλώνεται περιστασιακά από παράξενες σιωπές που διακόπτονται απότομα από σοκαριστικές εικόνες και απόκοσμη μουσική.

Από το τρομαγμένο μάτι της ενήλικης Carol στο ζενερίκ της έναρξης, μέχρι το διαβολικό βλέμμα του μικρού κοριτσιού στο φινάλε, ο Polanski καταγράφει με καθηλωτικό τρόπο μια ελικοειδή διαδρομή σε έναν ολοένα και πιο διαταραγμένο ψυχισμό. Η Carol είναι ψυχωτική, ίσως σχιζοφρενής, ενδεχομένως ανίκανη να επουλώσει τις συναισθηματικές πληγές μιας προγενέστερης σεξουαλικής επίθεσης.

Η «Αποστροφή» είναι ένα ασφυκτικό έργο φανταστικού και ψυχολογικού ρεαλισμού, χάρη στην εξπρεσιονιστική δύναμη της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Gilbert Taylor και στις τολμηρές και μακάβριες οπτικές λύσεις του Polanski. Η αγγελική ομορφιά της Deneuve έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την τερατώδη συμπεριφορά του χαρακτήρα της, ενισχύοντας τον τρόμο σχεδόν σε κάθε σκηνή στην οποία εμφανίζεται. Αν και μιλά ελάχιστα, η φαινομενική εφηβική της ευαλωτότητα την καθιστά ως την τέλεια επιλογή για να ερμηνεύσει τη «δαιμονική πριγκίπισσα».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

25 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.