Ο Πολ Μαγκουάιρ και οι συνεργάτες του, Κέιν και Ντόχερτι, ζουν μέσα στο έγκλημα. Ένα βράδυ, ληστεύουν επιτυχώς έναν ρώσο μαφιόζο. Μαζί με μία βαλίτσα με μετρητά, κλέβουν κι ένα ρώσικο όπλο, το Tokarev. Έτσι, ξεκινάει ένας πόλεμος μεταξύ των ιρλανδών εγκληματιών και της ρώσικης μαφίας. Πέντε χρόνια μετά και ενώ ο Πολ έχει ξεκινήσει έναν νέο τρόπο ζωής μακριά από το έγκλημα, η ρώσικη μαφία απαγάγει την κόρη του. Για να τη σώσει, θα αναγκαστεί να επιστρέψει στις παλιές του «συνήθειες».

Σκηνοθεσία:

Paco Cabezas

Κύριοι Ρόλοι:

Nicolas Cage … Paul Maguire

Rachel Nichols … Vanessa Maguire

Peter Stormare … Frances ‘Frank’ O’Connell

Danny Glover … ντετέκτιβ Peter St. John

Max Ryan … Kane

Michael McGrady … Danny Doherty

Pasha D. Lychnikoff … Chernov

Aubrey Peeples … Caitlin Maguire

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jim Agnew, Sean Keller

Παραγωγή: Josh Cowell, Michael Mendelsohn, Richard Rionda Del Castro

Μουσική: Laurent Eyquem

Φωτογραφία: Andrzej Sekula

Μοντάζ: Robert A. Ferretti

Σκηνικά: Vincent DeFelice

Κοστούμια: Critter Pierce

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Rage
  • Ελληνικός Τίτλος: Rage
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Tokarev

Παραλειπόμενα

  • Αγγλόφωνο ντεμπούτο για τον ισπανό Paco Cabezas. Ήταν μια προσωπική επιλογή του Nicolas Cage, που δήλωνε φαν παλιότερης ταινίας του.
  • Κόστισε 15 εκατομμύρια δολάρια, αλλά οι εισπράξεις δεν ξεπέρασαν τα 2,4.

Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 10/6/2014

Για κάθε μία καλή ταινία που γυρίζει ο Nicolas Cage, θα υπάρχουν άλλες δέκα κακές ή άντε μέτριες στη συνέχεια. Μέτα από την εξαιρετική του ερμηνεία στο πάρα πολύ καλό δράμα Joe, επιστρέφει με το -επιεικώς- μέτριο Rage (αλλιώς Tokarev), καθησυχάζοντας το σινεφίλ κοινό, το οποίο πίστευε ότι ο Cage απήχθη από εξωγήινους και στη θέση του έβαλαν κλώνο που μπορούσε να ερμηνεύσει όπως ο προ δεκαπενταετίας Nicolas.

Λοιπόν, εντάξει, δεν θα συνεχίσω την πλάκα με τον Nicolas, παρότι το τραβάει ο οργανισμός του. Σοβαρά όμως τώρα. Με ποιο κριτήριο επιλέγει πλέον τους ρόλους του αυτός ο άνθρωπος; Γιατί πρέπει να παίζει σε τόσο μέτριες ταινίες, από τη στιγμή που μπορεί να υποστηρίξει απαιτητικούς ρόλους; Και δεν δέχομαι σαν απάντηση το «χρήμα». Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να γυρίζει 3-4 μπούρδες τον χρόνο, μόνο και μόνο για έξτρα χρήματα. Όπως και να `χει, δικό του πρόβλημα. Δική του η καριέρα, ό,τι θέλει την κάνει. Το κακό είναι ότι μέσα σε αυτό τον σωρό κακών ταινιών, που βάζει το όνομα του στην πρωταγωνιστική θέση, περνάνε απαρατήρητες και μερικές καλές ταινίες, όπως το Δίκιο σου το Παίρνεις με Αίμα (2011) και το Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη (2009).

Το Rage ανήκει στην κατηγορία των μέτριων προς κακών ταινιών, παρά την προσπάθεια του στο τελευταίο μισάωρο να φανεί ως ένα πιο φιλοσοφημένο και βαθύ δράμα χαρακτήρων. Πολύ αργό για περιπέτεια, άνευρο και βαρετό ακόμα και στις σκηνές δράσης που διαθέτει, χάνει εύκολα το θεατή. Δεν θα έχετε, οι περισσότεροι από εσάς, τη διάθεση να το φτάσετε μέχρι το τέλος, γιατί επιλέξατε να δείτε μια περιπέτεια, αφού ως τέτοια πλασάρεται, αλλά σαν περιπέτεια έχει τα μειονεκτήματα που ανέφερα πιο πάνω. Τώρα, τα μηνύματα που θέλει να περάσει στη συνέχεια, του στυλ «αμαρτίες γονέων» και τα λοιπά, δυστυχώς είναι τοποθετημένα σε λάθος ταινία, με λάθος τρόπο και σε λάθος χρονικό σημείο.

Το μόνο θετικό του φιλμ είναι ο Cage, ο οποίος είναι αρκετά καλός στον ρόλο του, παρότι αρχικά φαίνεται να ακολουθεί τον αδιάφορο τρόπο παιξίματος που έχει τα τελευταία χρόνια. Στην πορεία σε κερδίζει μεν, καθώς προσπαθεί να κρατήσει την ερμηνεία του σε καλό επίπεδο, απογοητεύεσαι όμως από το κακό σενάριο και την άψυχη σκηνοθεσία.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 4/8/2016

Ενώ τον βλέπεις ότι κάθε μία στο τόσο προσπαθεί να ανακάμψει, ο απίστευτος κατήφορος του Νίκολας Κέιτζ δεν μοιάζει να έχει ποτέ σταματημό. Όταν μάλιστα βλέπεις από αυτόν μια μέτρια κι όχι τελείως τραγική περιπέτεια, δεν μπορείς παρά να είσαι ευχαριστημένος. Αλλά δεν είναι λογική αυτή, και το «Rage» είναι αυτό που είναι: μια μετριότητα. Βασικά, έχουμε μια περιπέτεια που αποτυγχάνει τελείως στον τομέα της δράσης, πέρα των τελευταίων αναλαμπών. Ακόμα κι όταν αυτή εμφανίζεται, δεν μετακινεί το βαρετό κλίμα προς το θετικό, αλλά γίνεται ένα μαζί του. Οι διάλογοι, η πλοκή, το σκηνοθετικό μοτίβο, όλα σε μια κουραστική ευθεία που επιβάλλει αργούς ρυθμούς, πιστεύοντας ίσως ότι έχει κάτι το ποιοτικό να αποδείξει. Όλο αυτό βοηθάει μονάχα τον Κέιτζ, που πάντα απέδιδε στους αργούς ρυθμούς, αλλά αυτή του η συμπαθητική εμφάνιση πνίγεται από το σύνολο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.