Το Καλοκαίρι του 1984, η Μάργκαρετ Θάτσερ είναι στην εξουσία και οι ανθρακωρύχοι σε απεργία. Στην παρέλαση των ομοφυλόφιλων στο Λονδίνο, αποφασίζεται να συγκεντρωθούν χρήματα για να υποστηριχτούν οι οικογένειες των απεργών. Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα: οι ανθρακωρύχοι ντρέπονται να πάρουν τα λεφτά. Οι γκέι ακτιβιστές, από την άλλη, είναι αποφασισμένοι να κάνουν τη δωρεά και πηγαίνουν πόρτα-πόρτα στις οικογένειες. Εντοπίζουν αρχικά ένα χωριό στην Ουαλία, που έχει πληγεί από την απεργία, και ξεκινούν με ένα μικρό πούλμαν.

Σκηνοθεσία:

Matthew Warchus

Κύριοι Ρόλοι:

Ben Schnetzer … Mark Ashton

Joseph Gilgun … Michael ‘Mike’ Jackson

Faye Marsay … Stephanie ‘Steph’ Chambers

Dominic West … Jonathan Blake

Andrew Scott … Gethin Roberts

Freddie Fox … Jeff Cole

Chris Overton … Reggie Blennerhassett

George MacKay … Joe ‘Bromley’ Cooper

Imelda Staunton … Hefina Headon

Jessica Gunning … Sian James

Liz White … Margaret Donovan

Bill Nighy … Cliff Barry

Paddy Considine … David ‘Dai’ Donovan

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Stephen Beresford

Παραγωγή: David Livingstone

Μουσική: Christopher Nightingale

Φωτογραφία: Tat Radcliffe

Μοντάζ: Melanie Oliver

Σκηνικά: Simon Bowles

Κοστούμια: Charlotte Walter

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Pride

Ελληνικός Τίτλος: Pride

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας στην κατηγορία κωμωδία/μιούζικαλ.
  • Βραβείο Bafta καλύτερου δημιουργικού ντεμπούτου. Υποψήφιο για καλύτερη βρετανική ταινία και δεύτερο γυναικείο ρόλο (Imelda Staunton).
  • Queer Palm στο φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Έξι από τα αληθινά πρόσωπα της ιστορίας κάνουν πέρασμα στη σκηνή της γέφυρας του Γουεστμίστερ.
  • Δεύτερη ταινία για τον Matthew Warchus, αλλά πρώτη από το 1999 και το Simpatico.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το σάουντρακ περιλαμβάνει 39 ως επί το πλείστον χαρακτηριστικές ποπ επιτυχίες της δεκαετίας του 1980.
  • Το τραγούδι For a Friend των The Communards, που ακούγεται στους τίτλους τέλους, είχε γραφτεί για τον αληθινό Μαρκ Άστον.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 22/7/2015

Η αλληλεγγύη είναι ίσως το μοναδικό (και δυνατότερο) όπλο στον αγώνα των πολλών αλλά αδύναμων, ενάντια στους λίγους αλλά ισχυρούς. Σε μια εποχή στην οποία αυτού του είδους οι άδολες εκδηλώσεις αφενός σπανίζουν και αφετέρου γίνονται πιο επίκαιρες από ποτέ, δεν μπορείς παρά να είσαι διατεθειμένος να αγκαλιάσεις κάθε δημιουργία που αφορά γεγονότα κοινωνικής ανισότητας, αγώνες για δικαιοσύνη και οδυνηρές αλλά μεγαλοπρεπείς αντιδράσεις απέναντι σε οποιασδήποτε μορφής κατεστημένο. Η κινητήρια δύναμη του συγκεκριμένου εγχειρήματος (παρότι αυτό διαδραματίζεται σε άλλες εποχές) παραμένει θλιβερά καίρια, γι` αυτό και ίσως αποδεικνύεται τόσο εύστοχη κι αποδοτική. Αναμιγνύοντας σκληρά γεγονότα με μικρές αλλά συγκλονιστικές νότες δραματοποίησης, το φιλμ μιλά όσο πιο απλά και κατανοητά γίνεται για τη δύναμη που καλούνται να αντλήσουν ανόμοιες ομάδες ώστε να αλλάξουν τη ζωή τους προς το καλύτερο. Χωρίς να χάνει τον χρόνο του, ή να αργεί να βρει το βήμα του, το «Pride» σε κερδίζει σχεδόν από την πρώτη του σκηνή.

Ο κατά κύριο λόγο θεατρικός σκηνοθέτης Μάθιου Γουόρχος κατορθώνει να δημιουργήσει ένα φιλμ το οποίο είναι διασκεδαστικό, χωρίς όμως να ευτελίζει τα σοβαρότατα θέματα που πραγματεύεται. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα -και με την ουσιαστική συμβολή του επίσης θεατρικού Στίβεν Μπέρεσφορντ στο σενάριο-, μας μεταφέρει στα χρόνια της αμείλικτης θατσερικής κυβέρνησης και τις μεγαλύτερες ίσως απεργιακές κινητοποιήσεις που γνώρισε ποτέ η Μεγάλη Βρετανία. Κινηματογραφώντας νοσταλγικά μια εποχή στην οποία το να παίζεις δυνατά ντίσκο μουσική θεωρούνταν ξεκάθαρα πολιτική πράξη, μιλά για την ιστορία μιας απίθανης ένωσης δυο εντελώς διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που διασύρονται κάτω από την ακραία συντηρητική πολιτική της Αγγλίας της δεκαετίας του ογδόντα. Η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων που κράτησε σχεδόν έναν χρόνο (ο επονομαζόμενος και «εμφύλιος χωρίς όπλα»), ζητά τη στήριξη όλων των κοινωνικών στρωμάτων και τελικά τη βρίσκει εκεί που δεν το περιμένει. Μια ομάδα γκέι λονδρέζων ακτιβιστών ιδρύει τον σύλλογο αλληλεγγύης με τον ευφάνταστο τίτλο «Οι γκέι και οι λέσβιες υποστηρίζουν τους ανθρακωρύχους», με σκοπό να συνεισφέρουν οικονομικά και ηθικά στον αγώνα τους. Το πρόβλημα είναι ότι το μικρό χωριό της Ουαλίας που τελικά αποδέχεται τη στήριξη, αντιμετωπίζει τους γκέι και τους χορτοφάγους με την ίδια καχυποψία. Ανάμεσα στις αμήχανες στιγμές, τις σκηνές ομοφοβικής βίας, την ακραία σκληρότητα και τη δαιμονοποίηση αυτών που μάχονται για τα δικαιώματά τους, φτάνεις ολοκάθαρα σε ένα σημείο στο οποίο το φιλμ σού ζητά να διαλέξεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις.

Ο σκηνοθέτης δείχνει να απολαμβάνει τα οπτικά κοντράστ και τις αντιπαραθέσεις που κατασκευάζει, καθώς η επιτηδευμένη εκκεντρικότητα της μαχόμενης γκέι κοινότητας συναντά τους χοντροκομμένους κι απλοϊκούς εργάτες της βρετανικής επαρχίας. Το μεγαλύτερο μέρος της κωμικότητας βασίζεται κυρίως στην παρεξήγηση ανάμεσα στις δύο τόσο διαφορετικές ομάδες, αλλά και τη γοητεία που ασκεί η μία στην άλλη. Το νήμα της αφήγησης διατηρείται μέσα από την παράλληλη ιστορία του νεαρού Τζο (Τζορτζ ΜακΚέι), ο οποίος από σχεδόν κατά λάθος μέλος της γκέι οργάνωσης, μετατρέπεται σταδιακά σε μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα περήφανη γι` αυτό που είναι, για αυτό που πιστεύει. Το γεγονός και μόνο ότι το πρώτο του φιλί αντιστοιχεί στην κορύφωση ενός εμπνευστικού λόγου για την αλληλεγγύη και τη δύναμη των καταπιεσμένων, αποδεικνύει ολοκάθαρα ότι πολιτική και προσωπική στάση ζωής πηγαίνουν χέρι-χέρι από την αρχή ως το τέλος της διαδρομής.

Μέσα από ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών, το φιλμ μοιάζει να ισορροπεί το σύνολο χωρίς να καταχράται καμίας ερμηνείας, αλλά και δίχως να αφήνει παραπονεμένο κανέναν. Παρότι δίνει όλες τις δυνατές ατάκες στα στόματα των δυναμικών κι αλύγιστων γυναικών των μεταλλωρύχων (με την υπέροχη Ιμέλντα Στόντον να δίνει ρυθμό σχεδόν από μόνη της), μπορείς εύκολα να σταθείς στις στιβαρές ανδρικές ερμηνείες, όπως αυτή του Πάντι Κόνσιντιν (ο σκηνοθέτης του σοκαριστικού «Τυραννόσαυρου», γεμάτος ισορροπημένο συναίσθημα) ή του Ντομινίκ Γουέστ (αξέχαστου πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής σειράς «The Wire»). Αυτός όμως που κλέβει την παράσταση -και ταυτόχρονα αποτελεί τη βασική δραματική εκτόνωση του φιλμ- είναι ο Μπιλ Νάι, ο οποίος στον ρόλο ενός ηλικιωμένου εργάτη χαρίζει τη συγκλονιστικότερη, μέσα στην απλότητά της, φράση της ταινίας. Όταν κάποια στιγμή ερωτάται αν βρήκε έστω και λίγο περίεργη αυτήν την εγκάρδια στήριξη, απαντά αφοπλιστικά: «Για ποιον λόγο θα έπρεπε κάνεις να το βρίσκει περίεργο;»

Συνοψίζοντας, το «Pride» είναι μια ταινία που γεννά το συναίσθημα που υπόσχεται ο τίτλος της. Ένα ακαταμάχητο φιλμ, περήφανο γι` αυτό που παλεύει και για αυτό που τελικώς κατακτά. Κατορθώνει -αντιμετωπίζοντας κοινωνικά αδιέξοδα με μια feel-good διάθεση- να χρησιμοποιήσει τον χλευασμό, μετατρέποντάς τον σε σύμβολο, στρέφοντάς τον εναντίον όλων αυτών που κάποτε μιλούσαν για έναν «ανθρώπινο βόθρο» και ταυτόχρονα ενδυναμώνοντας οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να δώσει τις μικρές ή μεγάλες του μάχες. Την ώρα που οι γυναίκες στις κοιλάδες της Ουαλίας τραγουδούν το «Bread and Roses» αφήνοντας ελάχιστα μάτια χωρίς δάκρυα, φτάνεις στο συμπέρασμα ότι αυτό το γλυκόπικρο και άκρως επιδραστικό φιλμ, παρά τους μικρούς μελό εκτροχιασμούς του, καταφέρνει να κερδίσει επάξια το χειροκρότημα. Δεν πρόκειται μόνο για μια ιστορία συμμαχιών που ξεπηδούν μέσα από οποιαδήποτε ταξική πάλη. Πρόκειται για μια ανατριχιαστική γιορτή της αξιοπρέπειας, της ανοχής και της συγκατάβασης, που στέκεται παίρνοντας θέση απέναντι σε κάθε μορφής διάκριση και προκατάληψη.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.