Βρισκόμαστε στο Σαντιάγο της Χιλής. Τη δεκαετία του 1940 και του 1950, ο «Αλεχαντρίτο» Χοδορόφσκι αποφασίζει να γίνει ποιητής, ενάντια στη θέληση της οικογένειάς του. Μπαίνοντας στους κύκλους της καλλιτεχνικής αβάν-γκαρντ της εποχής, ο εικοσάχρονος Αλεχάντρο θα γνωρίσει τον Ενρίκε Λιν, τη Στέλα Ντίαζ, τον Νικάνορ Πάρα και άλλους πολλά υποσχόμενους αλλά άγνωστους ακόμα νεαρούς συγγραφείς, που στη συνέχεια θα γίνουν οι μεγάλοι της μοντέρνας λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Βυθισμένοι σ’ έναν κόσμο ποιητικού πειραματισμού, θα ζήσουν όλοι μαζί, όπως λίγοι αποτόλμησαν στο παρελθόν: αισθησιακά, αυθεντικά, με τρέλα και πλήρη ελευθερία.

Σκηνοθεσία:

Alejandro Jodorowsky

Κύριοι Ρόλοι:

Adan Jodorowsky … Alejandro Jodorowsky (νεαρός)

Brontis Jodorowsky … Jaime Jodorowsky

Alejandro Jodorowsky … Alejandro Jodorowsky

Pamela Flores … Sara/Stella Diaz Varin

Leandro Taub … Enrique Lihn

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Alejandro Jodorowsky

Παραγωγή: Xavier Guerrero Yamamoto

Μουσική: Adan Jodorowsky

Φωτογραφία: Christopher Doyle

Μοντάζ: Maryline Monthieux

Σκηνικά: Alejandro Jodorowsky

Κοστούμια: Pascale Montandon-Jodorowsky

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Poesia Sin Fin
  • Ελληνικός Τίτλος: Ποίηση Χωρίς Τέλος
  • Διεθνής Τίτλος: Endless Poetry

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Παραλειπόμενα

  • Συνέχεια της αυτοβιογραφίας του Jodorowsky μετά τον Χορός της Πραγματικότητας (2013). Αρχικός στόχος του δημιουργού ήταν να υπάρξουν 5 αυτοβιογραφικές ταινίες.
  • Ο Jodorowsky δεν ήθελε η ταινία να μοιάζει με ρεαλιστική βιογραφία. Η βασική του αρχή ήταν ότι «μπορεί να αλλάξει την οπτική του παρελθόντος»: τα πραγματικά γεγονότα παραμένουν, αλλά οι αναμνήσεις μετατρέπονται σε μια έντονα στιλιζαρισμένη, σουρεαλιστική πραγματικότητα.
  • Η παραγωγή έγινε με εξαιρετικά περιορισμένο προϋπολογισμό. Η χρηματοδότηση συμπληρώθηκε μέσω crowdfunding, με περίπου 10.000 ανθρώπους να συμμετέχουν. Ο ίδιος ο Jodorowsky αστειευόταν στις Κάννες ότι η ταινία είχε «10.000 παραγωγούς».
  • Τα γυρίσματα διήρκεσαν οκτώ εβδομάδες, ενώ η προετοιμασία κράτησε περίπου δύο μήνες. Η παραγωγή ξεκίνησε χωρίς να υπάρχει εξασφαλισμένο ολόκληρο το απαιτούμενο μπάτζετ. Η οικονομική στενότητα ήταν τέτοια ώστε ο Jodorowsky είχε σκεφτεί αν τελείωναν τα χρήματα, να σταματήσει την κανονική κινηματογράφηση και να ολοκληρώσει την ταινία με ένα στατικό πλάνο του ίδιου να αφηγείται το τέλος.
  • Ο Jodorowsky υπολόγιζε ότι κάθε χαμένη ημέρα γυρισμάτων κόστιζε περίπου 50.000 δολάρια. Μια ηλικιωμένη ηθοποιός, η Peggy Cordero, που είχε προσληφθεί για τον ρόλο της γιαγιάς δεν μπορούσε να θυμηθεί τα λόγια της και αρνιόταν να ακολουθήσει τις οδηγίες του, με αποτέλεσμα να χαθεί ολόκληρη ημέρα παραγωγής. Ο σκηνοθέτης είχε σχεδιάσει μάλιστα τεράστια «σκονάκια» για να μπορεί η ηθοποιός να διαβάζει τις ατάκες της από απόσταση. Όταν όμως δεν εμφανίστηκε την επόμενη ημέρα, ο Jodorowsky έστειλε ανθρώπους να την αναζητήσουν -σύμφωνα με την αφήγησή του, τη βρήκαν νεκρή στο σπίτι της.
  • Ο πραγματικός ποιητής Nicanor Parra υπήρξε καθοριστική μορφή για τον νεαρό Jodorowsky και εμφανίζεται ως χαρακτήρας στην ταινία. Ο σκηνοθέτης τον είχε επισκεφθεί όταν ο Parra ήταν πλέον 100 ετών και χρησιμοποίησε μάλιστα μια φράση από εκείνη τη συνάντηση ως έμπνευση για την ταινία.
  • Η ταινία γυρίστηκε στους πραγματικούς δρόμους όπου έζησε ο Jodorowsky στο Σαντιάγο. Το σπίτι του και το κατάστημα του πατέρα του υπήρχαν ακόμη, και ο σκηνοθέτης επέστρεψε εκεί για να ανασυστήσει τις αναμνήσεις του αντί να τις αναπαραστήσει σε συμβατικά σκηνικά.
  • Η δημιουργία της ταινίας είχε για τον Jodorowsky και προσωπική θεραπευτική διάσταση. Κατά τη διάρκεια της σκηνής όπου ο νεαρός Alejandro συγκρούεται με τον πατέρα του, ο σκηνοθέτης, παίζοντας ο ίδιος τον ηλικιωμένο Alejandro, είπε για πρώτη φορά στη ζωή του ότι τον συγχωρεί, και ξέσπασε σε κλάματα.

Κριτικός: Σπύρος Δούκας

Έκδοση Κειμένου: 29/12/2016

Εκεί που τελειώνει ο Χορός της Πραγματικότητας, αρχίζει η Ποίηση. Ο 87χρονος Αλεχάνδρο Χοδορόφσκι συνεχίζει την αυτοβιογραφία του, συστήνοντάς μας το δεύτερο μέρος μιας σχεδιασμένος κινηματογραφικής πενταλογίας.

Η οικογένεια του Χοδορόφσκι έχει μετακομίσει από την επαρχιακή Τοκοπίγια στο Σαντιάγκο. Ο καταπιεστικός πατέρας του, Χάιμε (Μπρόντις Χοδορόφσκι, ο μεγαλύτερος γιος του Αλεχάνδρο), παρά την πολυτάραχη περιπέτειά του με την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Ιμπάνιεζ, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Καθώς ο Αλεχάνδρο μπαίνει στα εφηβικά του χρόνια, ο Χάιμε ανησυχεί διαρκώς για τις επιρροές που δέχεται ο γιος του, και παρά το ενδιαφέρον του προς την τέχνη, εκείνος του επιβάλλει να γίνει γιατρός, αφού «η ποίηση είναι για τις αδερφές». Ο πάντα μοιρολατρικός ρόλος της μητέρας του (Pamela Flores) εξακολουθεί να επιδρά αρνητικά στον Αλεχάνδρο, ο οποίος ασφυκτιά και τελικά επαναστατεί, κόβοντας το οικογενειακό του δέντρο. Ύστερα, μέσω της γνωριμίας με τον ξάδερφό του, Ρικάρντο, θα έρθει σε επαφή με πολλούς καλλιτέχνες της εποχής, γεγονός καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία του στο χώρο της ποίησης.

Περίπου δύο δεκαετίες αργότερα, τον Αλεχάνδρο ερμηνεύει πλέον ο μικρότερος γιος του Χοδορόφσκι, Αντάν. Αναζητώντας τη μούσα του, ο Αλεχάνδρο βρίσκει τη Στέλα Ντίαζ, μια πανκ ποιήτρια, την παρθένα που ήταν μοιραίο να γνωρίσει, και γίνεται ο πρώτος του έρωτας. Εν τέλει, τον αποχαυνώνει και καλλιεργεί το χάος μέσα του, οπότε της ζητάει να χωρίσουν. Την Ντίαζ ερμηνεύει και πάλι η Πάμελα Φλόρες, αναδεικνύοντας μια μορφή οιδιπόδειου συμπλέγματος. Στον Χορό της Πραγματικότητας, η μητέρα του τον εναρμονίζει με το σκοτάδι, προκειμένου να νικήσει τους φόβους του, κι εδώ το σκοτάδι λαμβάνει την έννοια του αποπροσανατολιστικού χάους, επιτυγχάνοντας μια λειτουργική σύνδεση.

Στη συνέχεια, ο Αλεχάνδρο θα συμφιλιωθεί με περισσότερους αβανγκάρντ καλλιτέχνες και ποιητές, όπως ο Ενρίκε Λιν. Θα υιοθετήσει μια ποιητική ταυτότητα, αντιμετωπίζοντας την ποίηση ως φιλοσοφία και στάση ζωής, βλέποντας τον κόσμο μέσα από τη ματιά της. Και σε αυτό το έργο, θα την χρησιμοποιήσει ως μοναδικό αφηγηματικό όχημα για να αποδώσει και να κοινωνήσει στον θεατή τα βιώματά του. Παραμένοντας την ίδια στιγμή πιστός στο σουρεαλιστικό του ύφος που βρίθει από συμβολισμούς και αναφορές, ο Χοδορόφσκι πλάθει ένα υπερβατικό αριστούργημα, μέσω του οποίου αφηγείται σαν γέρος παραμυθάς, προκαλεί, διδάσκει, πρωτίστως στον εαυτό του, συγκινεί, μα πάνω απ’ όλα λυτρώνει. Σαν ένας σαμάνος του κινηματογράφου, γίνεται κοινωνός ενός απόλυτα βιωματικού έργου τέχνης που αισθαντικά θεραπεύει πληγές και απελευθερώνει από δεσμά του παρελθόντος.

Όταν στο τέλος του Χορού μάς αποχαιρετά πλέοντας εναρμονισμένος με τον θάνατο, ενώ προηγουμένως ανέλυσε διεξοδικότατα το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο της χώρας του και εξίσωσε με ασύλληπτη εφευρετικότητα τα κομμουνισμό με τον φασισμό, αναρωτιόμαστε πόσα ακόμα αυτός ο πολυδιάστατος άνθρωπος έχει να δώσει στο σινεμά. Κι εδώ, πάλι, δεν σταματάει να εκπλήσσει με την αστείρευτη δημιουργικότητα και φαντασία του. Μα η ποίηση είναι υπέρβαση, κι έτσι παραμένοντας αρμονικά ευθυγραμμισμένος με τον δρόμο της, παραδίδει ίσως το σπουδαιότερο δημιούργημά του μέχρι στιγμής.

Χρωστάει επίσης αρκετά στον φωτογράφο του, Κρίστοφερ Ντόιλ (Ερωτική Επιθυμία, 2046), για τη χρωματική πανδαισία που πλημμυρίζει τα χοδοροφσκικής αισθητικής κάδρα του, ενώ ο γιος του και πρωταγωνιστής Αντάν Χοδορόφσκι έχει επιμεληθεί και εδώ μουσικά το έργο, παράγοντας ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Θα έλεγα πως πρόκειται για ένα καθαρό κινηματογραφικό διαμάντι, αλλά είναι πιθανό μελλοντικά ο μάγος Χοδορόφσκι με κάποιον ανεξήγητο τρόπο να υπερβεί ακόμα και αυτό.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *