Η ιστορία ενός άνδρα που νιώθει χαρούμενος μόνο όταν είναι δυστυχισμένος, ενός άνδρα εθισμένου στη θλίψη, που έχει τόση ανάγκη τον οίκτο, που είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να τον εκμαιεύσει από τους άλλους. Αυτή είναι η ζωή ενός άνδρα σ’ έναν κόσμο που δεν είναι αρκετά σκληρός γι’ αυτόν.

Σκηνοθεσία:

Μπάμπης Μακρίδης

Κύριοι Ρόλοι:

Γιάννης Δρακόπουλος … ο δικηγόρος

Εύη Σαουλίδου … η σύζυγος του δικηγόρου

Μάκης Παπαδημητρίου … ιδιοκτήτης στεγνοκαθαριστηρίου

Κώστας Ξυκομηνός … Νίκος

Παύλος Μακρίδης …. ο γιος του δικηγόρου

Nota Tserniafski … η αδελφή του δικηγόρου

Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη … γειτόνισσα

Νίκος Καραθάνος … ο αδελφός του δικηγόρου

Ευδοξία Ανδρουλιδάκη … γραμματέας

Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου … νοσοκόμα

Αγγελική Παπούλια … γυναίκα στο νοσοκομείο

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ευθύμης Φιλίππου, Μπάμπης Μακρίδης

Παραγωγή: Χρήστος Κωνσταντακόπουλος, Αμάντα Λιβανού, Beata Rzezniczek, Klaudia Smieja

Μουσική: Mikolaj Trzaska

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Κουκουλιός

Μοντάζ: Γιάννης Χαλκιαδάκης

Σκηνικά: Άννα Γεωργιάδου

Κοστούμια: Δημήτρης Παπαθωμάς

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Οίκτος

Διεθνής Τίτλος: Pity

Εναλλακτικός Τίτλος: Pity

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο παγκόσμιο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Sundance.
  • Βραβείο καλύτερης διεθνούς ταινίας και σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Οδησσού.
  • Βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ του Τορίνο.
  • Βραβείο καλύτερης ταινίας, ήχου και μακιγιάζ στα βραβεία Ίρις. Υποψήφιο για σκηνοθεσία, σενάριο, πρώτο αντρικό ρόλο (Γιάννης Δρακόπουλος), δεύτερο αντρικό ρόλο (Μάκης Παπαδημητρίου) και μοντάζ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 17/10/2018

Ένας μοναχικός δικηγόρος που τελεί στα πρόθυρα της χηρείας, με τη γυναίκα του σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο μετά από ατύχημα, προσπαθεί να επιζήσει κουβαλώντας το βαρύ φορτίο της θλίψης του. Κάθε πρωί κλαίει λυγμικά και περιφέρεται ωσάν φάντασμα, φορτίζοντας την ατμόσφαιρα όπου σταθεί με μόνη τη θλιβερή παρουσία του. Ωστόσο, τα πράγματα εξελίσσονται απροσδόκητα θετικά και ο άνδρας πλέον καλείται να επιβιώσει σε αυτές τις νέες συνθήκες, απεμπολώντας τον χαρακτήρα του θλιψιγενούς υποκειμένου που τόσο επιμελώς καλλιέργησε.

Η ταινία του Mπάμπη Μακρίδη, με πασίδηλα τα σημάδια του Ευθύμη Φιλίππου πάνω της, βασίζεται σε μία θεσπέσια ιδέα. Εξετάζει μεθοδικά και υπομονετικά έναν βαθιά ταραγμένο ψυχισμό, οδηγώντας τον θεατή με ακρίβεια στην παραδοχή ότι και ο ίδιος μπορεί να ανακαλέσει περιόδους και περιπτώσεις που συμπεριφέρθηκε αναλόγως. Παρατηρεί έναν άνθρωπο που έχει εθιστεί στη λύπηση. Ο οίκτος των άλλων είναι γι’ αυτόν οξυγόνο, πνοή ζωής και λόγος ύπαρξης. Είναι εξαιρετικά ευφυής ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται οι δημιουργοί σε αυτό το τόσο πολυσχιδές και οξύ συναίσθημα που τοποθετούν στο επίκεντρο του έργου τους.

Ο Οίκτος δεν είναι πια συναίσθημα, αλλά κατάσταση. Η ταινία παραμένει καθ’ όλη τη διάρκειά της και ως αναμενόταν, κενή συναισθηματικής αφήγησης. Τα γενικά, ακίνητα πλάνα που επιλέγει ως επί το πλείστον ο Μακρίδης υπηρετούν το ψυχρό κλίμα, το οποίο συμπληρώνεται από μία ηθελημένη τονική ανακολουθία που ποδηγετεί ευφάνταστα τον θεατή. Η θέση του τελευταίου προς όσα παρατίθενται επί της οθόνης σταδιακά και αναπόδραστα μεταβάλλεται. Αρχικά, συμμετέχει στη συνολική διαδικασία επιδερμικής συμπόνιας, για να νιώσει κάποιες στιγμές αργότερα κοινωνός της νοσηρότητας του κεντρικού χαρακτήρα.

Πρόκειται περί ενός θλιβερού τύπου, που επιζητά λυσσασμένα τη λύπηση, που ζει μέσα στα μισόκλειστα βλέμματα και τα κεκλιμένα κρανία των ανθρώπων που ξοδεύουν έναν καλό τους λόγο για χατίρι του. Η φαινόμενη ανηδονία του είναι η ύψιστη ηδονή, η μεμψιμοιρία δεν είναι πλέον τρόπος σκέψης, αλλά τρόπος ζωής. Αυτός που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του όταν η δυσάρεστη συνθήκη στην οποία έχει βασίσει τη ζωή του απειλείται και επιστρατεύει τη ζωηρή φαντασία του προκειμένου να υπερασπιστεί τη μεγαλύτερη του αρετή. Τη μιζέρια, που κρύβει μέσα της ωκεανούς αυτολύπησης.

Ενώ λοιπόν κατά τις δύο πρώτες πράξεις του έργου, οι δημιουργοί μοιάζουν να έχουν αιχμαλωτίσει τον θεατή σε ένα στυγερό και απολαυστικό παιχνίδι ηθικής ανατροπής και ανακατασκευής, η τελευταία πράξη έρχεται να απορρυθμίσει βάναυσα το φιλμ. Το ξέσπασμα -αμφίβολο το κατά πόσο ήταν δραματουργικά απαραίτητο να υπάρξει- είναι χοντροκομμένο, ανακόλουθο προς τη συνολικά ιστορία, υποβαθμίζει τη σπουδή πάνω στον χαρακτήρα σε επίπεδα επιδερμικής ανάλυσης της εσωτερικής του συνθήκης. Κυριότερα όμως, ενώ έχει επιτευχθεί η ύψιστης δυσκολίας μετατροπή του ανοίκειου σε οικείο, το φινάλε έρχεται να διαλύσει εμφατικά κάθε συναισθηματική εμπλοκή του θεατή με το έργο.

Ένα ακόμα στοιχείο που βλάπτει τη συνολική εικόνα της ταινίας είναι οι μεσότιτλοι, που τη βυθίζουν στην υπερεπεξηγηματικότητα και καθιστούν το μανιπουλάρισμά της αρκετά προφανές. Η σαρωτική ερμηνεία του Γιάννη Δρακόπουλου είναι πολύ παραπάνω από αρκετή για να χωρέσει όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ταινίας, καθώς η παλέτα των εκφράσεων και των μορφασμών του αποδεικνύεται εξαιρετικά πλούσια.

Αν θεωρήσει κανείς ότι ο Ευθύμης Φιλίππου είναι η καρδιά που πάλλεται μέσα στο σώμα του Weird Greek Cinema, αυτή η ταινία θα μπορούσε να αποτελέσει την κορυφαία στιγμή της διαλεκτικής σχέσης του με το ρεύμα στο οποίο πρωτοστατεί. Στοιχεία του διαλόγου αυτού μπορεί κανείς να βρει και στο Chevalier της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη. Εν τέλει όμως, αποτελεί μία εκδήλωση εμμονών που υπονομεύουν ένα δυνητικά σπουδαίο φιλμ. Μία πανέξυπνα αναιδής ματιά σε μία χειριστική στάση ζωής που καταλήγει καρικατούρα και ακυρώνει όσα επιμελώς δημιούργησε.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.