Είναι το έτος 1916 και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται, με τα πνεύματα της Γαλλίας και της Γερμανίας να είναι ιδιαίτερα οξυμένα. Ο στρατηγός Μιρό με το βλέμμα σε μια ενδεχόμενη αναβάθμισή του διατάζει τις δυνάμεις του να καταλάβουν ένα στρατηγικό σημείο σε γερμανικά εδάφη, μια κίνηση που εμπεριέχει τεράστιο ρίσκο καθώς προϋποθέτει τεράστιες απώλειες σε έμψυχο υλικό. Όταν η επιχείρηση αποτυγχάνει, αποφασίζει για παραδειγματισμό του υπόλοιπου στρατεύματος να στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα τρεις στρατιώτες κατηγορώντας τους για δειλία στο πεδίο της μάχης. Την υπεράσπισή τους θα αναλάβει ο συνταγματάρχης Νταξ που ασκούσε το λειτούργημα του δικηγόρου πριν την έναρξη του πολέμου.

Σκηνοθεσία:

Stanley Kubrick

Κύριοι Ρόλοι:

Kirk Douglas … συνταγματάρχης Dax

Ralph Meeker … δεκανέας Philippe Paris

Adolphe Menjou … υποστράτηγος George Broulard

George Macready … ταξίαρχος Paul Mireau

Wayne Morris … υπολοχαγός Roget

Richard Anderson … ταγματάρχης Saint-Auban

Joe Turkel … Pierre Arnaud

Timothy Carey … Maurice Ferol

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Stanley Kubrick, Calder Willingham, Jim Thompson

Παραγωγή: Kirk Douglas, James B. Harris

Μουσική: Gerald Fried

Φωτογραφία: Georg Krause

Μοντάζ: Eva Kroll

Σκηνικά: Ludwig Reiber

Κοστούμια: Ilse Dubois

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Paths of Glory
  • Ελληνικός Τίτλος: Σταυροί στο Μέτωπο

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Paths of Glory του Humphrey Cobb.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Bafta καλύτερης ταινίας.

Παραλειπόμενα

  • Η ιστορία βασίζεται στα γενικά της πλαίσια στην περίπτωση του γάλλου στρατηγού του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Geraud Reveilhac.
  • Το βιβλίο του Humphrey Cobb διασκευάστηκε αρχικά για το θέατρο από τον βετεράνο πολέμου και σεναριογράφο του Όσα Παίρνει ο Άνεμος, Sidney Howard, τη χρονιά που είχε εκδοθεί, το 1935. Θεωρήθηκε όμως σκληρό για τους θεατές, και αποτέλεσε αποτυχία. Ο Howard επέμεινε όμως, θεωρώντας ότι έπρεπε να γίνει ταινία. Αυτό έγινε μόλις τη δεκαετία του 1950, όταν και εμφανίστηκε ο Stanley Kubrick, που θυμόταν το βιβλίο από όταν το είχε διαβάσει νεότερος στα 14 του. Η MGM όμως, που είχε προσλάβει τον Kubrick και τον παραγωγό James B. Harris για διασκευές μυθιστορημάτων, έδειξε έντονη αμφιβολία για την εμπορική του πορεία (ειδικά στις ευρωπαϊκές αγορές). Όταν όμως απολύθηκε ο επικεφαλής της, Dore Schary, οι δυο τους κατάφεραν να τραβήξουν το ενδιαφέρον του Kirk Douglas, κι αυτός πέτυχε να πάρει μπροστά 1 εκατομμύριο από τη United Artists και το έριξε στο φιλμ.
  • Η αρχική επεξεργασία του σεναρίου άνηκε στον Jim Thompson, αλλά ο Kubrick επιστράτευσε τον Calder Willingham για να εργαστεί εκ νέου πάνω σε αυτό. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι το 99% από όσα βλέπουμε επί της ταινίας ήταν δικά του, αλλά όταν έγινε αντιπαραβολή των δύο σεναρίων, ήταν αρκετές οι σκηνές που είχαν την υπογραφή του Thompson. Εντέλει, η ένωση σεναριογράφων αποφάσισε να μπουν και τα δύο ονόματα στους τίτλους, μα και του Kubrick ως πρώτο. Ο τελευταίος δεν είχε δουλέψει το κείμενο σε χαρτί, αλλά ήταν δικές του οι περισσότερες ιδέες π0ου διαφοροποιούσαν το βιβλίο με την ταινία.
  • Όλα τα γυρίσματα έγιναν στη Βαυαρία, ειδικά γύρω από το ανάκτορο Σλάισχαϊμ κοντά στο Μόναχο.
  • Ο ηθοποιός Timothy Carey είχε έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο επί του φιλμ. Κατά τα μισά όμως της παραγωγής απολύθηκε, μια και δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος. Οι σκηνές που του απέμεναν πραγματοποιήθηκαν με σωσία του.
  • Ως κομπάρσοι χρησιμοποιήθηκαν 600 γερμανοί αστυνομικοί.
  • Η μοναδική γυναικεία παρουσία είναι της Christiane Harlan (στους τίτλους ως Susanne Christian), που εμφανίζεται να ερμηνεύει το τοπικό τραγούδι The Faithful Hussar. Η γνωριμία εδώ της Γερμανίδας με τον Kubrick έμελλε να είναι καθοριστική και για τους δυο τους, μια και το 1958 παντρεύτηκαν, και παρέμειναν μαζί ως τον θάνατο του αμερικανού δημιουργού το 1999.
  • Η ταινία κέρδισε τους κριτικούς, αλλά και επισήμως κάποια καλά χρήματα από τα ταμεία (με κάποιες όμως εκτιμήσεις να θέλουν απλά να έβγαλε το μπάτζετ της), μα ο αντιπολεμικός της τόνος συνάντησε ακόμα και τη λογοκρισία. Η γαλλική κυβέρνηση πίεσε τη United Artists να μη διανείμει την ταινία στη Γαλλία (κάτι που εντέλει επιτεύχθηκε μόλις το 1975), αποσύρθηκε από το φεστιβάλ του Βερολίνου για να μη δημιουργήσει θέμα η Γερμανία με τους Γάλλους, ενώ απαγορεύτηκε επίσης σε Ισπανία και Ελβετία. Τέλος, στις ΗΠΑ απαγορεύτηκε να προβάλλεται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εντός κι εκτός χώρας.
  • Η αποκατάσταση της ταινίας πήρε αρκετά χρόνια (στην ουσία ολοκληρώθηκε ως 4K το 2022), μια και το αρχικό υλικό ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Χρειάστηκαν αρκετά ψηφιακά στούντιο στο Λος Άντζελες ώστε να καταστεί άρτια η ταινία για σύγχρονες προβολές.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 26/5/2017

Είναι το έτος 1916 και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται, με τα πνεύματα της Γαλλίας και της Γερμανίας να είναι ιδιαίτερα οξυμένα. Ο στρατηγός Mireau με το βλέμμα σε μια ενδεχόμενη αναβάθμισή του διατάζει τις δυνάμεις του να καταλάβουν ένα στρατηγικό σημείο σε γερμανικά εδάφη, μια κίνηση που εμπεριέχει τεράστιο ρίσκο καθώς προϋποθέτει τεράστιες απώλειες σε έμψυχο υλικό. Όταν η επιχείρηση αποτυγχάνει, αποφασίζει για παραδειγματισμό του υπόλοιπου στρατεύματος να στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα τρεις στρατιώτες κατηγορώντας τους για δειλία στο πεδίο της μάχης. Την υπεράσπισή τους θα αναλάβει ο συνταγματάρχης Dax που ασκούσε το λειτούργημα του δικηγόρου πριν την έναρξη του πολέμου.

Βασισμένο εν μέρει σε αληθινά γεγονότα, το «Σταυροί στο Μέτωπο» έχει μια ποιότητα κι ένα ήθος που πλέον δεν συναντάται τόσο συχνά στις ταινίες του ιδιώματός του, του αντιπολεμικού δράματος δηλαδή. Μπαίνοντας στο πεδίο της μάχης, μονάχα μία φορά (παράγοντας ωστόσο αξιομνημόνευτες εικόνες κι εντυπωσιάζοντας με την τεχνική της κάμερας που είχε αναπτύξει ήδη σε τόσο νεαρή ηλικία ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος) στα 88 λεπτά της διάρκειάς του, το πόνημα του αείμνηστου Kubrick δεν πέφτει στην παγίδα να ασχοληθεί με πολεμικά ανδραγαθήματα, καταλήγοντας έτσι όπως άλλα (ακόμη και σπουδαία) φιλμ του είδους που πέφτουν σε αντιφάσεις προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσουν ένα ειρηνιστικό μήνυμα και ηρωικές εξιστορήσεις, και τελικά γέρνουν περισσότερο προς το δεύτερο αναιρώντας την ουσία. Η ροή της αφήγησης είναι θαυμαστά αβίαστη και οι περφεξιονιστικές λήψεις, σήμα κατατεθέν του Kubrick, είναι εκκωφαντικά παρούσες, τόσο στα πανέμορφα τράβελινγκ με πιο χαρακτηριστικό την περιπλάνηση του Kirk Douglas στα χαρακώματα, όσο και στις ευρηματικές γωνίες που αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες του κάδρου.

Ωστόσο, όλο το «ζουμί» βρίσκεται στο αντιμιλιταριστικό κι αντιεξουσιαστικό πνεύμα του σεναρίου μέσω της καυστικής απεικόνισης των φορέων επιρροής κι εξουσίας στο στράτευμα, γεγονός που εξηγεί και το γιατί απαγορεύτηκε μεταξύ άλλων η προβολή του έργου στην Ισπανία του Φράνκο, αλλά και το πόσο επιδεικτικά αγνοήθηκε από όλους τους μεγάλους αμερικάνικους θεσμούς κινηματογραφικών βραβεύσεων την ίδια χρονιά παραγωγής που σάρωνε τους τίτλους το «Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι». Ο τρόπος με τον οποίο υπονομεύονται οι φιγούρες που υποτίθεται ότι είναι αυθεντίες είναι ευθύς και ξεκάθαρα καταγγελτικός, βέβαια όχι με τη σκοτεινή ειρωνεία και τις δόσεις μαύρου χιούμορ που θα αποκτούσε αργότερα το σινεμά του μεγάλου δημιουργού, διαθέτοντας όμως και για αυτό τον λόγο μια πρωτόλεια γοητεία, όντας μια ματιά σε ένα ταλέντο που βρίσκει ακόμη τον δρόμο του μην έχοντας ωριμάσει ακόμη πλήρως (αν και εννιά στους δέκα σκηνοθέτες θα έδιναν πολλά για να φτάσουν στην ώριμη περίοδό τους τα ποιοτικά ύψη του συγκεκριμένου φιλμ).

Αφήνοντας τον ωμό κυνισμό, στα όρια της μισανθρωπίας που χαρακτήριζε το μόλις προ ενός έτους «Χρήμα της Οργής», το «Σταυροί στο Μέτωπο» χαρακτηρίζεται από έναν μεγαλόπνοο ουμανισμό που εκπροσωπείται από τον αμερικανικής κοπής ιδεαλιστικό ήρωα που υποδύεται ο Douglas, αποτελώντας ουσιαστικά τον φάρο του ιδεολογικού οπλοστασίου της ταινίας, και απογειώνεται στο φινάλε, μια όμορφη στιγμή, διόλου τυχαία τη μοναδική στην οποία υπάρχει γυναικείος χαρακτήρας μπροστά από την κάμερα, που ο ηττημένος του πολέμου αναγνωρίζεται με τον σεβασμό που του αρμόζει και γίνεται κοινωνός στην ομορφιά της ανθρώπινης εμπειρίας μέσω της τέχνης (μουσική) και της αλληλεπίδρασης με τον «εχθρό».

Τις εντυπώσεις όμως κλέβουν οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, με εξέχουσες περιπτώσεις τον εξαιρετικό George Macready που με την οξυδερκή ερμηνεία του ως ο απάνθρωπος και μωροφιλόδοξος στρατηγός Mireau κατορθώνει να παγιώσει το μήνυμα που επιδιώκεται να περαστεί, τον καρατερίστα Timothy Carey (από τον οποίο έχει σίγουρα επηρεαστεί ο Peter Stormare) που είχε έναν μικρό ρόλο και στον Ralph Meeker που «ηγείται» της ομάδας των καταδικασμένων σε θάνατο και που στην προσωπική του ιστορία συνοψίζεται αυτή η τραγωδία των συνηθισμένων ανθρώπων που γίνονται βορά στις ορέξεις των ανωτέρων τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τα ματαιόδοξα, κατ’ επίφαση μονάχα «πατριωτικά» σχέδιά τους.

Πραγματικά σπουδαίο σινεμά.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου25/10/2025

Ο Stanley Kubrick, με το «Paths of Glory» (1957), τοποθετείται ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα της αντιπολεμικής αφήγησης: στον λυρικό ρεαλισμό του «All Quiet on the Western Front» (1930) του Lewis Milestone και στον σατιρικό παραλογισμό του «Catch-22» (1970) του Mike Nichols. Ο Kubrick δεν διαλέγει στρατόπεδο · συγχωνεύει τη συμπόνια του ενός με την ειρωνεία του άλλου. Η οργή του είναι ψυχρή και αναλυτική, ενώ η αγανάκτηση λειτουργεί ως εργαλείο αποστασιοποίησης και όχι κραυγαλέας ρητορικής.

«Το 1916, μετά από δύο απαίσια χρόνια πολέμου στα χαρακώματα, οι πολεμικές γραμμές είχαν αλλάξει ελάχιστα. Πετυχημένες επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν σε εκατοντάδες γιάρδες και πληρώθηκαν με τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων μαχητών», αναφέρει το σχόλιο του προλόγου της ταινίας.

Ο γάλλος στρατηγός Broulard (Adolphe Menjou) επιδιώκει μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη, πιέζοντας τον υφιστάμενό του, στρατηγό Mireau (George Macready), να εξαπολύσει επίθεση στο Ant Hill, ένα απροσπέλαστο γερμανικό οχυρό. Ο Mireau μεταβιβάζει τη διαταγή στον συνταγματάρχη Dax (Kirk Douglas), ο οποίος σοκάρεται, γνωρίζοντας πως οι άνδρες του είναι εξαντλημένοι και ότι μια τέτοια επίθεση θα σημάνει βέβαιες απώλειες. Παρά τις αντιρρήσεις του, υπακούει υπό την απειλή καθαίρεσης. Η επίθεση εξελίσσεται σε καταστροφή: οι περισσότεροι στρατιώτες αδυνατούν να εξέλθουν από τα χαρακώματα λόγω των καταιγιστικών εχθρικών πυρών, ενώ όσοι προχωρούν στη «νεκρή ζώνη» σκοτώνονται ή υποχωρούν. Όταν ο Mireau διατάσσει το πυροβολικό να στοχεύσει τους ίδιους του τους άνδρες -διαταγή που ευτυχώς αγνοείται- επιβάλλει αυστηρά πειθαρχικά μέτρα, απαιτώντας να επιλεγεί ένας στρατιώτης από κάθε λόχο και να δικαστεί για δειλία. Ο πρώην δικηγόρος Dax, αγανακτισμένος, αναλαμβάνει εθελοντικά τον ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισής τους, μόνο για να συνειδητοποιήσει πως οι πιθανότητες επιτυχίας είναι μηδαμινές.

Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Humphrey Cobb (1935), που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: την εκτέλεση τεσσάρων γάλλων στρατιωτών ως παραδειγματική τιμωρία για ανυπακοή. Η ταινία του Kubrick πάλλεται από ανθρωπιστική αγανάκτηση και σαφή αντιπολεμική στάση, καταγγέλλοντας την κατάχρηση εξουσίας από εκείνους που εκμεταλλεύονται τη θέση τους για προσωπικό όφελος. Ο Kubrick αποδεικνύεται μπροστά από την εποχή του: η δυσπιστία του απέναντι στην εξουσία επηρέασε βαθιά τον σύγχρονο δυτικό κινηματογράφο, τοποθετώντας τον στην πρωτοπορία ενός νέου πολιτιστικού και πολιτικού κύματος. Το φιλμ είναι ένα σφιχτό, αρραγές «κείμενο», με λιτή και ουσιαστική γραφή, που εκπέμπει αποτελεσματικά αντιμιλιταριστικό πνεύμα. Κάθε φράση του απεχθούς Mireau προκαλεί αποστροφή, όπως η κυνική του ατάκα:

«Ξέρω πώς να ενισχύσω το ηθικό του στρατεύματος. Απλώς ας εκτελέσουμε μερικούς δειλούς. Ένας τρόπος να διατηρείς την πειθαρχία είναι να εκτελείς έναν άντρα που και που».

Τεχνικά, η ταινία είναι επίτευγμα για έναν νέο σκηνοθέτη. Η ευρηματική κινηματογράφηση και η εντυπωσιακή οπτική σχεδίαση -σε μεγάλο βαθμό χάρη στον διευθυντή φωτογραφίας Georg Krause- συνθέτουν ένα οπτικό σύμπαν σκοτεινής φιλμ νουάρ υφής. Με έντονα κοντράστ και ανησυχητικές γωνίες λήψης, το φιλμ αποπνέει ασφυκτική ένταση, που κορυφώνεται καθώς οι προσπάθειες του Dax να σώσει τους άνδρες του αποδεικνύονται μάταιες. Εντυπωσιακή είναι η αντίθεση στην κινηματογράφηση μεταξύ των στρατιωτών στα χαρακώματα και των αξιωματικών στα πολυτελή δωμάτια: οι σκηνές στο château αποπνέουν κομψότητα και ψυχρή πολυτέλεια, σε αντιπαραβολή με τον ωμό ρεαλισμό της «νεκρής ζώνης». Η ταινία αντιπαραθέτει δύο κόσμους -τον προνομιούχο, γεμάτο σήψη και υποκρισία, και τον ταπεινό, βυθισμένο στη λάσπη, το αίμα και τον φόβο. Αν και ο Dax δεν κατορθώνει να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, η ταινία υποδηλώνει ότι η ανθρωπιά και η συμπόνια μπορούν, έστω και στιγμιαία, να υπερισχύσουν της τυραννίας και της ανοησίας.

Το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του έργου είναι η σκηνή του στρατοδικείου, όπου η παθιασμένη ομιλία του Dax παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα και αποκαλύπτει τον παραλογισμό των κατηγοριών, αλλά αποτυγχάνει να συγκινήσει τους δικαστές που προτιμούν να σταθούν στην πλευρά των μεγαλόσχημων στρατιωτικών, οι οποίοι επιμένουν ότι μια δίκη-παρωδία για τους «δειλούς» θα έχει το επιθυμητό εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. Ο Kubrick καυτηριάζει τη στρατιωτική μηχανή, που στην προσπάθειά της να διαφυλάξει την υπεροχή των κρατικών συμφερόντων εις βάρος των ανθρώπινων ζωών, διαπράττει φρικτά εγκλήματα. Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες αντιπολεμικές ταινίες που τονίζουν ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν υπάρχουν νικητές, το «Paths of Glory» εκθέτει την υποκρισία και αλαζονεία των στρατιωτικών ηγετών.

Πολλοί θεωρούν -και όχι άδικα- το «Paths of Glory» ως κορυφαία ταινία του Kubrick. Και αυτό γιατί απέχει από τη φλυαρία και τη νωχελικότητα που χαρακτηρίζουν κάποια μεταγενέστερα έργα του · πιστό στο πρωτότυπο υλικό, διατηρεί αριστοτελική ενότητα μεταξύ τόπου, χρόνου και δράσης. Διαθέτει έναν σταθερό, έντονο ρυθμό, με την κάμερα ή τους χαρακτήρες -ή και τα δύο μαζί- να βρίσκονται σε κίνηση, όπως στις εμβληματικές σκηνές όπου οι αξιωματικοί προχωρούν στα χαρακώματα, στη μάταιη επίθεση στο Ant Hill και στη συγκλονιστική πορεία των μελλοθάνατων αθώων προς το εκτελεστικό απόσπασμα.

Οι δύο στρατηγοί, Mireau και Broulard, δρουν ως προσωπεία της εξουσίας: ο πρώτος ωμά φαύλος, με την ουλή στην όψη του να συμβολίζει τη διαφθορά του, ενώ ο δεύτερος πιο εκλεπτυσμένος αλλά με καμουφλαρισμένη κακία. Ο Kubrick ενδιαφέρεται λιγότερο για την ψυχολογία τους και περισσότερο για την ηθική σήψη που εκπροσωπούν · δύο όψεις του ίδιου κενού, που ευτελίζουν τη ζωή. Η ατμόσφαιρα με ομίχλη, λάσπη και συρματοπλέγματα λειτουργεί ως ψυχικό τοπίο. Ο Dax κυκλοφορεί σε αυτό τον σκοτεινό χώρο σαν σκιώδης φάρος ενός χαμένου ιδεαλισμού. Οι στρατιώτες, παγιδευμένοι στην παράλογη λογική του καθήκοντος, εκφράζουν τη φιλοσοφία του φόβου: «Δε φοβάμαι να πεθάνω αύριο, αλλά μόνο αν σκοτωθώ». Η σκηνή του στρατοδικείου, με τις μαρμάρινες αίθουσες και τα πορτρέτα, συμβολίζει τη θεσμική αδιαφορία. Η ρητορική του Dax ηχεί μάταιη στο περιβάλλον της εξουσίας · η δικαιοσύνη είναι μια κακοστημένη παράσταση. Αντίθετα, η εκτέλεση παρουσιάζεται ως μια μουσική πομπή, αργή συμφωνία θανάτου, όπου ο ρυθμός, ο ήχος, το χώμα και τα δάκρυα συνθέτουν την πιο πειστική κατηγορία σιωπής. Μετά τα τύμπανα ακούγεται η φωνή αξιωματικού που σχολιάζει: «Αυτά είναι πάντα κάπως μακάβρια. Αλλά αυτό είχε κάποια Αίγλη. Δεν νομίζεις;» – «Οι άντρες πέθαναν εκπληκτικά. Πάντα υπάρχει η πιθανότητα κάποιος να κάνει κάτι που θα αφήσει σε όλους κακή εντύπωση». Η φρίκη μετατρέπεται σε αισθητική απόλαυση · εδώ βρίσκεται η τελική ειρωνεία του Kubrick: ο πόλεμος ως θέαμα και η ηθική τύφλωση ως τέχνη. Όσο για τους τρεις εκτελεσμένους στρατιώτες, αντιπροσωπεύουν διαφορετικές μορφές αυθαιρεσίας · ο ένας γιατί είδε κάτι που δεν έπρεπε, ο δεύτερος ως κληρωτός, και ο τρίτος λόγω κοινωνικού αποκλεισμού. Ο Kubrick στήνει ένα παράλογο δικαστήριο εξιλαστηρίων θυμάτων, όπου η ηθική έχει ήδη καταργηθεί.

Η ερμηνεία του Kirk Douglas -ενός ηθοποιού με ασύγκριτη εκφραστικότητα προσώπου- σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του είναι υποδειγματική. Ο δίκαιος, «δονκιχωτικός» συνταγματάρχης αντιπαρατίθεται στους κομψά διεφθαρμένους στρατηγούς Mireau και Broulard, εκτοξεύοντας καυστικά σχόλια όπως η διάσημη ρήση του Samuel Johnson: «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των καθαρμάτων». Έξοχοι είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί, όπως ο Adolphe Menjou και ο George Macready στους ρόλους των εγωκεντρικών στρατηγών, οι τρεις κατηγορούμενοι στρατιώτες (Ralph Meeker, Timothy Carey, Joe Turkel), ο δειλός υπολοχαγός (Wayne Morris) και ο παπάς που συνοδεύει τους μελλοθάνατους (Emile Meyer). Αξιοσημείωτη είναι η μοναδική γυναικεία παρουσία στην τελευταία σκηνή: η γερμανίδα ηθοποιός-τραγουδίστρια Christiane Susanne Harlan (μετέπειτα σύζυγος του Kubrick), που με τη μελωδική και σπαραχτική φωνή της χαρίζει στάλες ανθρωπιάς μέσα στη φρίκη του πολέμου.

Ο επίλογος της ταινίας αποτυπώνει δραματουργικά αυτή την αντίθεση. Μετά την άδικη εκτέλεση των τριών στρατιωτών, οι άνδρες του Dax βρίσκονται σε ένα καπηλειό, όπου μια αιχμάλωτη Γερμανίδα τραγουδά ένα θλιμμένο παραδοσιακό τραγούδι. Η αρχική αμηχανία, ο χλευασμός και η περιφρόνηση των στρατιωτών σταδιακά μετατρέπονται σε συγκίνηση · τα πρόσωπα μαλακώνουν, τα βλέμματα γεμίζουν δάκρυα και, για λίγο, οι άνδρες θυμούνται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος: τη γυναικεία θέρμη, τον έρωτα, τη θαλπωρή του σπιτιού. Αυτή η σπάνια στιγμή ηρεμίας και συναισθηματικής ενότητας συνοδεύεται από την κατανόηση και συμπόνια του Dax. Όταν ο λοχίας του ενημερώνει πως πρέπει να επιστρέψουν άμεσα στο μέτωπο, εκείνος απαντά ήρεμα: «Δώσε τους μερικά λεπτά ακόμη». Μια απλή φράση με βαθύ συμβολισμό.

Τα «μονοπάτια της δόξας» -βαθιά ειρωνικός ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας- είναι φτιαγμένα από αίμα και σάρκες, με ασυνείδητους και απάνθρωπους στρατηγούς και ανθρώπους που ο πόλεμος οδηγεί στον αφανισμό και την αποκτήνωση. Ο Kubrick συνθέτει μια οξεία και κατά μέτωπο καταγγελία της μιλιταριστικής νοοτροπίας, με μοναδικό κινηματογραφικό ύφος, που συνοψίζει το διαχρονικό του θεματικό σύμπαν: τη μηχανοποίηση του ανθρώπου μέσα σε ιεραρχικά συστήματα. Η ταινία λειτουργεί ταυτόχρονα ως ιστορικό τεκμήριο και αισθητικό προοίμιο του δημιουργού, όπου η γεωμετρική κομψότητα, η φρίκη και η ειρωνεία συνυπάρχουν αξεδιάλυτα, μετατρέποντας το έργο σε εργαστήριο του ηθικού φορμαλισμού του Kubrick. Τελικά, αυτά τα «μονοπάτια της δόξας» οδηγούν μόνο στον τάφο · όμως, μέσα σε αυτήν τη ζοφερή διαδρομή, η στιγμή όπου ο συγκινημένος Dax χαρίζει στους στρατιώτες «μερικά λεπτά ακόμη» φωτίζει το σκοτάδι, υπενθυμίζοντας πως όσο υπάρχει έστω και μία πράξη κατανόησης και μία σταγόνα συμπόνιας, η ανθρωπιά δεν έχει χαθεί οριστικά.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *