Η Φιόνα, μια βιβλιοθηκάριος από μικρή καναδική πόλη, λαμβάνει γράμμα απελπισίας από την 93χρονη θεία της Μάρθα που ζει στο Παρίσι. Η Φιόνα μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και ανακαλύπτει πως η θεία είναι εξαφανισμένη. Μέσα σε έναν κυκεώνα καταστροφών, γνωρίζει τον Ντομ, έναν γοητευτικό και εγωμανή άστεγο, ο οποίος δεν την αφήνει μόνη.

Σκηνοθεσία:

Dominique Abel

Fiona Gordon

Κύριοι Ρόλοι:

Fiona Gordon … Fiona

Dominique Abel … Dom

Emmanuelle Riva … Martha

Pierre Richard … Norman

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Dominique Abel, Fiona Gordon

Παραγωγή: Dominique Abel, Charles Gillibert, Fiona Gordon, Christie Molia

Φωτογραφία: Claire Childeric, Jean-Christophe Leforestier

Μοντάζ: Sandrine Deegen

Σκηνικά: Nicolas Girault

Κοστούμια: Claire Dubien

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Paris Pieds Nus

Ελληνικός Τίτλος: Ξυπόλητοι στο Παρίσι

Διεθνής Τίτλος: Lost in Paris

Παραλειπόμενα

  • Η Emmanuelle Riva έφυγε από τη ζωή δύο βδομάδες πριν την πρεμιέρα στη Γαλλία. Συμμετείχε παρά το προχωρημένο της ηλικίας στην ταινία ως μεγάλη θαυμάστρια του Buster Keaton, το στυλ του οποίου μιμούνται οι δύο δημιουργοί.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 22/5/2018

Κανονικά, μέσα στη μαζικότητα των προοριζόμενων για ευρεία κατανάλωση κομεντί με χώρα παραγωγής τη Γαλλία, που ενίοτε μπορεί να εμφανίσει και κάποιες ευτυχείς ποιοτικές εξαιρέσεις, μια εκτός τυποποιημένης αισθητικής πρόταση που πατάει πάνω στην παράδοση κι ενός Tati αλλά κι ενός Chaplin, ακόμη κι ενός Etaix (άλλωστε ο πρώτος είχε δηλώσει πως χωρίς την επιρροή του έργου του δεύτερου δεν θα είχε ολοκληρώσει ούτε μία ταινία) φαινομενικά θα έπρεπε να είναι μια όαση δημιουργικότητας σε ένα πεδίο που λόγω εμπορικότητας έχει κορεστεί καλλιτεχνικά.

Όμως, παρόλη τη γλυκύτητα και την ευαισθησία που χαρακτηρίζουν την προσέγγιση των Dominique Abel και Fiona Gordon καθώς και μια χούφτα πραγματικά εμπνευσμένων σκηνών, το “Paris Pieds Nus” μένει σε χλιαρές θερμοκρασίες. Το κύριο πρόβλημα εδώ είναι ότι ο φόρος τιμής που γίνεται στις προαναφερθείσες κωμικές ιδιοφυΐες φαντάζει βεβιασμένος κι επιτηδευμένος σε αρκετές φάσεις. Υπάρχουν στιγμές που το σκηνοθετικό, σεναριακό και πρωταγωνιστικό δίδυμο λάμπει με μια ευρηματικότητα και μια χάρη που αποτυπώνεται τόσο στις καθαρά σωματικές ερμηνείες που δίνει, στα όρια της παντομίμας, όσο και σε κάποια πραγματικά έξυπνα οπτικά γκαγκ. Κάποιες φορές όμως το σλάπστικ δε λειτουργεί, φαντάζει υπερβολικά στημένο και προβλέψιμο (χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή με την πετονιά) καθώς και δοσμένο με μια αποστασιοποίηση που καθιστά αδύνατο το γέλιο, ενώ το δίδυμο συχνά ξεχνάει πως κυρίως ο Chaplin πέρα από ανεξάντλητες οπτικές ιδέες κατόρθωνε να πλάσει και ολοκληρωμένους, αξέχαστους χαρακτήρες που λειτουργούσαν ως κάτι πολύ παραπάνω ως απλά οχήματα για μια σειρά από εύθυμες σεκάνς εν αντιθέσει με το πως χρησιμοποιούνται εδώ.

Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει είναι πως αυτό που προσπαθεί να κάνει το συμπαθέστατο κατά τα άλλα ντουέτο των Gordon κι Abel έχει γίνει πολύ καλύτερα από το Sylvain Chomet, και μάλιστα έχοντας ως μέτρο σύγκρισης την οργιαστική φαντασία του σκίτσου των δικών του δουλειών, συμπεραίνει κανείς πως το φορμάτ του κινουμένου σχεδίου είναι σαφώς πιο ταιριαστό κι εύφορο δημιουργικά για ένα πραγματικά μεγαλειώδες αφιέρωμα στους δημιουργούς των οποίων τα ύφη διατρέχουν το φιλμ. Οι συντελεστές ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν και σε ποιο κοινό απευθύνονται, και από αυτήν την άποψη όσοι νοσταλγούν το σινεμά που αποπειρώνται να μιμηθούν μπορεί να παρουσιάσουν μειωμένες αντιστάσεις, παραβλέποντας τις αδυναμίες που υπάρχουν με προεξέχουσα το ότι ο υπερβάλλων ζήλος που υπάρχει προκειμένου η ταινία να παραπέμπει στους σκηνοθέτες τους οποίους θαυμάζει είναι ορατός κι ενίοτε κουράζει με τα αμέτρητα κλεισίματα ματιού προς το θεατή: το σύνολο θα μπορούσε να είναι λιγότερο βαρυφορτωμένο με ετεροαναφορικότητα και μάλλον έτσι θα λειτουργούσε και καλύτερα, θα υπήρχε περισσότερη ισορροπία.

Παρόλο που τα προβλήματα είναι εμφανή, το τελικό αποτέλεσμα βλέπεται αρκετά ευχάριστα. Κάτι η αγάπη που έχει προς τους ήρωές του, κάτι η παλιομοδίτικη γοητεία του όλου εγχειρήματος, κάτι οι χαριτωμένες παρεξηγήσεις, η ταινία κατορθώνει να αποσπάσει τα χαμόγελά της και να χτίσει μια συμπαθητική εικόνα ακόμη και με τις ατέλειές της. Ειδική μνεία αξίζει η παρουσία της Emmanuelle Riva σε μια εκ των τελευταίων κινηματογραφικών της εμφανίσεων, που εκπέμπει μια υπέροχη ζεστασιά, καταφέρνοντας να καταστήσει την ηρωίδα της ως την πιο στέρεα σε ψυχοσύνθεση φιγούρα που υπάρχει σε ολόκληρο το φιλμ. Το πρωταγωνιστικό ζεύγος, ενώ δεν είναι τόσο χαρισματικό στο βαθμό που να επιτυγχάνει να μπει στην ίδια κατηγορία με τις κωμικές περσόνες τις οποίες έχει σαν ινδάλματα και αποπειράται να μιμηθεί, έχει μια χημεία που τραβάει το βλέμμα πάνω του κι ενώ σαν μονάδες οι δυο ηθοποιοί δεν κάνουν πολλά, όταν αλληλεπιδρούν στην οθόνη κλέβουν την παράσταση.

Ιδιοσυγκρασιακό δίχως να είναι απρόσιτο, αλλά και όχι απολύτως συνειδητοποιημένο στο όραμά του, το “Paris Pieds Nus” είναι μια ευχάριστη αναδρομή σε ένα στυλ κινηματογράφου που ευτυχώς μνημονεύεται ακόμη από κάποιες φωνές, χωρίς όμως να έχει σε ίδια ποιοτικά ύψη τη χάρη άλλων παρόμοιων αποπειρών.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.