Η ιστορία του Γκάβινο Λέντα, ενός χωριατόπαιδου και γιου βοσκού από τη Σαρδηνία, ο οποίος καταφέρνει ν’ αντιμετωπίσει, ν’ αντισταθεί και εντέλει να ξεπεράσει τη σκληρότητα, τη βαρβαρότητα, τη μιζέρια και την οπισθοδρομικότητα της κοινωνίας όπου μεγαλώνει, και να γίνει διακεκριμένος επιστήμονας.

Σκηνοθεσία:

Paolo Taviani

Vittorio Taviani

Κύριοι Ρόλοι:

Omero Antonutti … ο πατέρας

Saverio Marconi … Gavino

Fabrizio Forte … Gavino (νεαρός)

Marcella Michelangeli … η μητέρα

Nanni Moretti … Cesare

Stanko Molnar … Sebastiano

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Paolo Taviani, Vittorio Taviani

Παραγωγή: Giuliani G. De Negri

Μουσική: Egisto Macchi

Φωτογραφία: Mario Masini

Μοντάζ: Roberto Perpignani

Σκηνικά: Gianni Sbarra

Κοστούμια: Lina Nerli Taviani

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Padre Padrone

Ελληνικός Τίτλος: Πατέρας Αφέντης

Εναλλακτικός Διεθνής Τίτλος: Father and Master

Εναλλακτικός Διεθνής Τίτλος: My Father My Master

Σεναριακή Πηγή

  • Αυτοβιογραφία: Padre Padrone του Gavino Ledda.

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Φοίνικας και βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Κανών.
  • Υποψήφιο για υποσχόμενο ηθοποιό (Saverio Marconi) στα Bafta.
  • Βραβείο Interfilm στο φεστιβάλ Βερολίνου.
  • Ειδικό βραβείο στα David di Donatello.

Παραλειπόμενα

  • Αρχικά γυρισμένο για την τηλεόραση.
  • Ο ίδιος ο Gavino Ledda εμφανίζεται στην αρχή και το φινάλε της ταινίας, όπου μιλάει στους θεατές. Ειρωνικά, δίνει μια βίτσα στον Omero Antonutti, που παίζει τον πατέρα του.
  • Είναι ευρέως πιστευτό ότι το έργο κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα λόγω του ότι άρεσε πολύ στον πρόεδρο της επιτροπής Roberto Rossellini. Ο τελευταίος ήταν ο πρωτεργάτης του ιταλικού νεορεαλισμού, ενώ η ταινία των Taviani ανήκει κι αυτή σε ένα ρεύμα ρεαλισμού, του σοσιαλιστικού.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής 

Έκδοση Κειμένου: 25/4/2012

Οι αδελφοί Taviani αφήνουν τη στυγνή πολιτική και πιάνουν τη «λαϊκή πολιτική». Πιστοί στο κλίμα των ιταλών “νεο-νεορεαλιστών” της δεκαετίας του 1970, προσπαθούν να κάνουν ερασιτεχνικό σινεμά με ουσία επαγγελματισμού. Ένα σινεμά που εύκολα θεωρώ πως ξεπέφτει στη σινεφιλική επιτήδευση, αλλά εκείνες τις εποχές οι κινηματογραφιστές ήταν περισσότερο μαχητές παρά καλομαθημένοι, αποφεύγοντας έτσι κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Η ταινία σε αφομοιώνει μέσα της με την αγνότητα των χαρακτήρων και της φύσης που αντικαθιστά το ντεκόρ της. Ο νεαρός Γκαβίνο θυμίζει σε πολλούς τα παιδικά τους χρόνια (ειδικά τότε), ένα παιδί που υπόκειται σε σφάλματα γενεών, αλλά ανήκει σε αυτή τη γενεά που θέλει να μην τα επαναλάβει. Αλλιώς, η ταινία θα είχε ελάχιστο νόημα ύπαρξης.

Την κάθε σκηνή την περιβάλει μια εξαίσια κάμερα από την πλευρά των Taviani, που όμως αφήνουν τη φυσική ροή και εικόνα να επιβάλλεται αντί της παρουσίας τους. Κάποιες σκηνές σοκάρουν, αλλά ποτέ δεν ξεφεύγουν από την έννοια του πολιτικού διδακτισμού, όπως αυτός άκμαζε μετά τον ανακαθορισμό του πολιτικού σινεμά μετά τα 1960. Βέβαια, υπάρχει ένα σενάριο που κυλάει και δεν αφήνει πολλά κενά σημεία ενδιαφέροντος, αλλά η ταινία δεν αποφεύγει την ανισότητα από σημείο σε σημείο. Αυτό έγκειται στη δύναμη της εικόνας αντί αυτής του λόγου, πάντα όταν μιλάμε για κινηματογράφο. Υπάρχουν στο φιλμ οι σκηνές του βουκολικού μέρους που η εικόνα αφήνεται να δώσει τις εξετάσεις της, κι αυτές που το μήνυμα παραγίνεται ξεκάθαρο αποτυγχάνοντας να κερδίσει τη διαχρονικότητα. Από τους Χρυσούς Φοίνικες που έμειναν στην ιστορία, μέσα σε μια χρονιά που είχε δυνατούς αντιπάλους, μεταξύ αυτών και δύο Έλληνες (τους Κυνηγούς του Αγγελόπουλου και την Ιφιγένεια του Κακογιάννη). Μικρή, δε κι επί το σύνολο, η φθορά που έχει υποστεί από τον χρόνο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.