Απεγνωσμένα αιχμάλωτη σε έναν γάμο που καταρρέει, η Έλεν Μπρίντελ χάνει κάθε ελπίδα όταν νιώθει ότι την εγκατάλειψε ακόμα και ο Θεός. Αναζητά τη λύτρωση, και πιστεύει ότι τη βρήκε στο πρόσωπο του αναγνωρισμένου ψυχολόγου Έντουαρντ Ε. Γκλουκ. Αλλά ο χαρισματικός γιατρός έχει να πολεμήσει τους δικούς του δαίμονες. Μονάχα όταν αυτός και η Έλεν έρχονται σε αληθινή επαφή, ανακαλύπτουν ότι οι αντιθέσεις τους είναι που έλκουν τον έναν προς τον άλλον. Διστακτικά στην αρχή, ο ένας κινείται κοντύτερα στον άλλον και βρίσκονται σε έναν κόσμο όπου η αγάπη είναι τόσο μια δοκιμασία, όσο και μια υπόσχεση.

Σκηνοθεσία:

Sven Taddicken

Κύριοι Ρόλοι:

Martina Gedeck … Helene Brindel

Ulrich Tukur … Edward E. Gluck

Johannes Krisch … Helenes Ehemann

Hans-Michael Rehberg … Reitinger

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sven Taddicken, Stefanie Veith, Hendrik Holzemann

Παραγωγή: Manuel Bickenbach, Alexander Bickenback

Μουσική: Riad Abdel-Nabi, Wouter Verhulst

Φωτογραφία: Daniela Knapp

Μοντάζ: Andreas Wodraschke

Σκηνικά: Juliane Friedrich

Κοστούμια: Ute Paffendorf

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Gleissendes Gluck

Ελληνικός Τίτλος: Παράδοξη Ευτυχία

Διεθνής Τίτλος: Original Bliss

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Gleissendes Gluck της A.L. Kennedy.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 17/3/2017

Η Μαρτίνα Γκέντεκ προσθέτει μια αβίαστη λάμψη στο χαμηλών τόνων υπαρξιακό δράμα του Σβεν Τάντικεν, το οποίο επιχειρεί να παραθέσει έναν ενήλικο προβληματισμό, όχι τόσο πάνω στην έννοια της αγάπης, όσο επάνω στη σημασία του να νιώθεις ότι τελικά αξίζεις να αγαπηθείς.

Η δύναμη της «Παράδοξης Ευτυχίας» βρίσκεται ξεκάθαρα στις ερμηνείες. Και οι τρεις βασικοί (και σχεδόν μοναδικοί) χαρακτήρες της ταινίας, αναπόσπαστα συνδεδεμένοι μεταξύ τους, βρίσκονται έρμαια των εμμονών, των συναισθημάτων και των ανομολόγητων επιθυμιών, αναζητώντας παράλληλα τα αίτια της προσωπικής τους πνευματικής κρίσης και εξερευνώντας διακριτικά τον τρόπο με τον οποίο ερωτικές σχέσεις, βία και σεξουαλική διέγερση συσχετίζονται και αλληλεπιδρούν επάνω τους. Η μεγάλη κυρία του σύγχρονου γερμανικού σινεμά, Μαρτίνα Γκέντεκ («Οι Ζωές των Άλλων»), ωστόσο, αποτελεί αναμφισβήτητα τον παλλόμενο πυρήνα του φιλμ, παραδίδοντας μια τολμηρή κι άκρως σαγηνευτική ερμηνεία, αποτυπώνοντας παράλληλα στο παγωμένο της πρόσωπο τον εγκλωβισμό της κεντρικής ηρωίδας και το υπόκωφο δράμα ενός ανθρώπου που αισθάνεται μια τεράστια απόγνωση, κάτω από την επιφάνεια της φαινομενικής του απάθειας.

Ο σκηνοθέτης του «Οι Φίλοι της Έμμα», Σβεν Τάντικεν, αντλεί έμπνευση διασκευάζοντας τη διακεκριμένη ομότιτλη μικρή νουβέλα της σκοτσέζας συγγραφέως Α. Λ. Κένεντι, η οποία αφηγείται την ισοπεδωμένη καθημερινότητα μιας γυναίκας που εμφανίζει την αϋπνία ως το πιο εμφανές σύμπτωμα ενός αδιανόητου εσωτερικού ψυχικού μαρτυρίου. Η κομψή και λιτή κινηματογράφηση (εναλλασσόμενη με ένα κοφτό και ρυθμικό μοντάζ) αναπαριστά την Ελένε να ζει την έγγαμη ρουτίνα μέσα σε ένα άψογο σπίτι, το οποίο μοιάζει απλά να στεγάζει το σώμα, αλλά όχι τη χαμένη ψυχή της. Η ίδια δείχνει να βρίσκεται σε μια συναισθηματική κατατονία, έχοντας χάσει κάθε επαφή με το θρησκευτικό της παρελθόν, το οποίο γίνεται συχνά αντικείμενο χλευασμού από τον προκλητικά αδιάφορο και ενίοτε απρόσμενα βίαιο σύζυγό της. Μοναδική λύση μοιάζει η επαφή με τον συγγραφέα και διάσημο ψυχολόγο Δρ. Έντουαρντ Γκλουκ (ο Όυλριχ Τούκουρ της «Λευκής Κορδέλας» σε έναν λιγότερο πολύπλοκο, αλλά εξίσου ενδιαφέροντα ρόλο με αυτόν της συμπρωταγωνίστριάς του), τον οποίο τελικά και συναντά σε ένα συνέδριο. Δεν αργεί όμως να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που φαντάζει ως η τελευταία της ελπίδα για βοήθεια, είναι εξίσου πνιγμένο στις δικές του ανεξέλεγκτες παρορμήσεις.

Ο σκηνοθέτης επιχειρεί να αφηγηθεί, συχνά με όρους θεολογικής παραβολής, τον τρόπο με τον οποίο βρίσκουν κοινωνικά αποδεκτή διέξοδο οι πιο κρυφές επιθυμίες δύο ανθρώπων γεμάτων ακατέργαστα συναισθήματα. Το αδέξιο «παράνομο» ρομάντζο, που γεννιέται κυρίως μέσω δειλών προσπαθειών να βρει παρηγοριά ο ένας στις ψυχολογικές ανεπάρκειες του άλλου, αποδεικνύεται και το ισχυρότερο χαρτί της ταινίας, η οποία κατά τα αλλά παρουσιάζεται σε πολλές στιγμές θολή και άνευρη, μοιάζοντας να αναζητεί τα κίνητρα και τις αντιδράσεις (κυρίως της πρωταγωνίστριας) σε αφηρημένες υπαρξιακές ανησυχίες και όχι σε προφανή και από μόνα τους συγκλονιστικά γεγονότα. Η δε συνοχή της τίθεται πολλές φορές υπό αμφισβήτηση, αφού τα κεφάλαια στα οποία είναι χωρισμένη αφήνουν την αίσθηση περισσότερο μιας ελαφρώς αυτάρεσκης αναφοράς στη μυθιστορηματική της πρώτη ύλη, παρά μιας ουσιαστικής προσέγγισης στους πολύπλοκους νοηματικούς της υπαινιγμούς.

Η δύναμη της αντιστάθμισης των σχεδόν σουρεαλιστικών σκηνών βίας (κινηματογραφημένων είτε σε ανάστροφη αργή κίνηση, είτε με ισόχρονη ρεαλιστική έμφαση) με διακριτικές σεκάνς ενδοσκοπικής σιωπής, έχοντας ως σεναριακό κι ερμηνευτικό επίκεντρο την πολυσύνθετη αντανάκλαση μιας βαθιά δυστυχισμένης και καταπιεσμένης ύπαρξης, χαρίζουν στο φιλμ του Τάντικεν ένα ενδιαφέρον αφηγηματικό εξάρτημα, το οποίο παρότι δεν μπορεί να αντέξει από μόνο του το βάρος της δημιουργίας, δίνει ροή και τέμπο σε μια ταινία που μοιάζει να νιώθει μόνιμα άβολα με τον ίδιο της τον εαυτό. Αν και τελικά φαίνεται να αποσπά οριακά θετικό πρόσημο, δεν μπορεί να κανείς να μην τη συγκρίνει, έστω θεματολογικά, με το πρόσφατο «Εκείνη», αναπόφευκτα αντιλαμβανόμενος πόση μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά η φράση του Δρ. Γκλουκ «επιθυμούμε την ευτυχία ή επιθυμούμε την επιθυμία για ευτυχία;» κάτω από το αντισυμβατικό δημιουργικό πρίσμα του Πολ Βερχόφεν.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.