Επαρχιακή Δανία, 1925. Δύο οικογένειες αντιμάχονται εξαιτίας των διαφορετικών θρησκευτικών τους πιστεύω. Όμως ένας θάνατος και ένα θαύμα (η ανάσταση της νεκρής) θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι ο αληθινός χριστιανισμός είναι αγάπη, λατρεία της ζωής και πίστη στον θείο λόγο.

Σκηνοθεσία:

Carl Theodor Dreyer

Κύριοι Ρόλοι:

Henrik Malberg … Morten Borgen

Emil Hass Christensen … Mikkel Borgen

Birgitte Federspiel … Inger Borgen

Preben Lerdorff Rye … Johannes Borgen

Cay Kristiansen … Anders Borgen

Ejner Federspiel … Peter Petersen

Gerda Nielsen … Anne Petersen

Sylvia Eckhausen … Kirstin Petersen

Ove Rud … ο πάστορας

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Carl Theodor Dreyer

Παραγωγή: Carl Theodor Dreyer, Erik Nielsen, Tage Nielsen

Μουσική: Poul Schierbeck

Φωτογραφία: Henning Bendtsen

Μοντάζ: Edith Schlussel

Σκηνικά: Erik Aaes

Κοστούμια: N. Sandt Jensen

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Ordet
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Λόγος
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Word

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: I Begyndelsen var Ordet του Kaj Munk.

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας.
  • Χρυσός Λέοντας στο φεστιβάλ Βενετίας.
  • Καλύτερη ταινία, αντρικός ρόλος (Emil Hass Christensen) και γυναικείος ρόλος (Birgitte Federspiel) στα Bodil, τα εθνικά βραβεία της Δανίας.

Παραλειπόμενα

  • Βασισμένο σε θεατρικό του λουθηρανού πάστορα και συγγραφέα Kaj Munk από το 1932, πρόκειται για τη μόνη ταινία του Carl Theodor Dreyer που συνδύασε την καλλιτεχνική επιτυχία με την εμπορική. Πλέον θεωρείται αριστούργημα, ίσως η σπουδαιότερη ταινία του δανού δημιουργού, και ορόσημο για τη θρησκευτική τέχνη.
  • Περνώντας 10 χρόνια μακριά από τα πλατό λόγω οικονομικών προβλημάτων, ο Dreyer ευεργετήθηκε από τη δανική κυβέρνηση με την παραχώρηση του ενοικίου μιας κινηματογραφικής αίθουσας τέχνης στην Κοπεγχάγη το 1952. Με τα κέρδη αυτά μπόρεσε να κλείσει συμφωνία με τα Palladium Studios. Το αφεντικό του στούντιο γνώριζε ήδη το θεατρικό από την εποχή της συγγραφής του το 1925, όταν το κρατικό Dansk Kulturfilm τού το είχε προτείνει. Στην παράσταση του 1932 βρίσκονταν και ο Dreyer, που μπόρεσε να κρατήσει σημειώσεις, πιστεύοντας ότι το 1933 θα μπορούσε να το φέρει στη μεγάλη οθόνη. Ο ίδιος ο Munk, βλέποντας την καθυστέρηση, έγραψε ένα σενάριο αλλά δεν μπόρεσε να το πουλήσει στη Nordisk Film. Εντέλει ήταν ο Gustaf Molander που το διασκεύασε το 1943 στη Σουηδία, με τον Victor Sjostrom στον κεντρικό ρόλο. Λόγω αυτής της ταινίας, η Palladium έπρεπε να περιμένει να λήξουν τα δικαιώματα της πάνω στο θεατρικό ως το 1954, και έπειτα να κυκλοφορήσει τη νέα εκδοχή.
  • Ο Dreyer προέβη σε αρκετές αλλαγές σε σχέση με το αυθεντικό υλικό, προσθέτοντας έναν πρόλογο και κόβοντας τα δύο τρίτα από τον ορίτζιναλ διάλογο. Παρέμεινε όμως πιστός στο πνεύμα του θεατρικού, παρότι ο συγγραφέας είχε φύγει από το ζωή το 1944 (δολοφονημένος από τους ναζί), και η μείωση του διαλόγου απλά έκανε μινιμαλιστική τη δημιουργία του.
  • Οι τέσσερις μήνες γυρισμάτων μοιράστηκαν ανάμεσα σε στούντιο και ένα χωριό στη Δυτική Ζουτλάνδη, όπου και είχε υπηρετήσει ως ιερέας ο Munk.
  • Το φιλμ χαρακτηρίζεται από μακρές λήψεις, που στο σύνολο τους είναι 112. Οι μισές όμως από αυτές ανήκουν στην πρώτη σκηνή και τις τελευταίες της ταινίας. Ο Dreyer γυρνούσε μόνο μία λήψη κάθε ημέρα, με τα πρωινά να σχεδιάζει τις κινήσεις των ηθοποιών, τις κάμερες, τους φωτισμούς, ενώ το καστ έκανε πρόβα. Καθημερινά αποφάσιζε επιτόπου πώς θα γίνει η λήψη του, και το απόγευμα χρειάζονταν μόνο 2 με 3 επαναλήψεις για να την πετύχει.
  • Ενώ το συνηθισμένο ήταν η χρήση ενός ή δύο προβολέων, ο Dreyer ήθελε στην υπηρεσία του 20. Επίσης, απεχθάνονταν τον αυτόματο συγχρονισμό στην ένταση του φωτός, έχοντας εμπιστοσύνη στα μάτια του, οδηγώντας τους ηλεκτρολόγους στο άνοιγμα και στο σβήσιμο αναλόγως.
  • Όπως και ο χαρακτήρας που υποδύθηκε, η Birgitte Federspiel ήταν έγκυος κατά τα γυρίσματα. Όταν γεννούσε, ενδιάμεσα των γυρισμάτων, επέτρεψε στον Dreyer να ηχογραφήσει το γεγονός σε κασέτα, και οι αληθινοί έτσι ήχοι της ακούγονται επί το φιλμ.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 11/7/2025

Ο « Λόγος» (1955) του Carl Theodor Dreyer δεν αποτελεί απλώς ένα κινηματογραφικό έργο, αλλά μια βαθιά φιλοσοφική και θεολογική πραγματεία γύρω από την ανθρώπινη πίστη, τη μισαλλοδοξία και την αλληλεπίδραση του υλικού με το πνευματικό βασίλειο. Βασισμένη σε θεατρικό έργο του λουθηρανού πάστορα Kaj Munk -ο οποίος έγινε εθνικό σύμβολο καθώς το 1944 εκτελέστηκε από τους ναζί-τοποθετείται σε μια απομονωμένη φάρμα της Γιουτλάνδης, στη Δανία του 1920. Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε ένα ασφυκτικά περιορισμένο χρονικό πλαίσιο -λιγότερο από δύο ημέρες-, γεγονός που εντείνει την αίσθηση κρίσης και πνευματικής αναζήτησης.

Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται η οικογένεια Borgen, με τον χήρο πατριάρχη Morten Borgen να κυριαρχεί ως αυστηρή, βαθιά θρησκευόμενη μορφή, εμφορούμενη από έναν συντηρητικό, παραδοσιακό Λουθηρανισμό. Η ταινία σκιαγραφεί μια «άγρια» συλλογή ανδρικών πορτρέτων, με τους δύο πατέρες-αρχηγούς, τον Morten και τον ράφτη Peter Petersen, να δεσπόζουν ως «οικιακοί τύραννοι». Η μεταξύ τους θρησκευτική διαμάχη, η οποία κορυφώνεται στην άρνηση του γάμου των παιδιών τους, Anders και Anna, αναδεικνύει την καταστροφική δύναμη της μισαλλοδοξίας και την υπονόμευση του κοινωνικού δεσμού.

Οι γιοι του Morten αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εκφάνσεις της θρησκευτικής και υπαρξιακής κρίσης: Ο Mikkel, πρωτότοκος γιος, είναι αθεϊστής · έχει χάσει ακόμη και την «πίστη στην πίστη», προσκολλημένος στον ορθολογισμό. Ο Johannes, ο μεσαίος, ζει μέσα σε μια μυστικιστική παραίσθηση, πεπεισμένος ότι είναι ο ίδιος ο Ιησούς. Η «τρέλα» του σχετίζεται με τη μελέτη του Søren Kierkegaard, δανού φιλοσόφου και οξυδερκούς επικριτή του κατεστημένου χριστιανισμού. Παρά την παραφορά του, ο Johannes εκφέρει «θεία σοφία» και εκπροσωπεί τη Μυστικιστική Σφαίρα: τον απρόβλεπτο, σκοτεινό χώρο των θαυμάτων και της προφητείας. Ο Anders, ο νεότερος, εγκλωβίζεται ανάμεσα στον έρωτά του για την Anna και την άρνηση των πατεράδων τους, αποκαλύπτοντας την αδυναμία του δόγματος να υπηρετήσει την αγάπη.

Ο κρατικός πάστορας, εκπρόσωπος μιας επιφανειακά συμφιλιωτικής αλλά χλιαρής πίστης, εντάσσεται στη Δογματική Θρησκευτική Σφαίρα και αδυνατεί να προσφέρει λύσεις στα πνευματικά αδιέξοδα. Ο Dreyer αποκαλύπτει την υποκρισία και τον φανατισμό των ανδρικών χαρακτήρων, οι οποίοι, παρά την εξωτερική θρησκευτικότητά τους, στερούνται αυθεντικής πίστης. Ο Morten έχει χάσει την ελπίδα στα θαύματα · ο Peter είναι άκαμπτος και σκληρός · ο Johannes βυθισμένος στη μυστικιστική του σύγχυση. Οι διαμάχες τους είναι τελικά περισσότερο κοινωνικές παρά δογματικές -σύγκρουση πλούσιου αγρότη με φτωχό ράφτη.

Μέσα σε αυτόν τον ανδροκρατούμενο κόσμο, η Inger -σύζυγος του Mikkel- αναδύεται ως η μοναδική θετική δύναμη, η προσωποποίηση της Σφαίρας της Αγάπης και της Ζωής. Η Inger ενσαρκώνει την ανθρωπιστική αξία της καλοσύνης και της αποδοχής, ανεξάρτητα από κοινωνικές ή ιδεολογικές διαφορές. Η παρουσία της λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος, αντίθετος προς τη διάσπαση που γεννά η δίψα για εξουσία και έλεγχο.

Ο Dreyer, ορφανός από μητέρα, φαίνεται να έλκεται από το μοτίβο της μητρικής ανάστασης. Η Inger αποτελεί ενσάρκωση της ζωοφόρου, μητρικής αγάπης · όπως και άλλες ηρωίδες του (Ζαν ντ’Αρκ, Γερτρούδη), εκπροσωπεί μια οδό προς τον Θεό που δεν απαιτεί θρησκευτική προσκόλληση, αλλά καρδιά και αποδοχή. Ο τραγικός θάνατός της κατά τον τοκετό γίνεται δοκιμασία για την πίστη όλων. Στην κηδεία, ο Johannes -νηφάλιος πλέον- επιστρέφει, και εμπνεόμενος από την αγνή πίστη της μικρής Maren, επιτελεί την ανάσταση της Inger, «στο όνομα του Ιησού Χριστού». Η σκηνή αυτή, σπαρακτικά ρεαλιστική και βαθιά ανοίκεια, αποτελεί μία από τις συγκλονιστικότερες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Ο τίτλος «Λόγος» αποκτά πολλαπλές σημασίες: δεν αναφέρεται απλώς στον λόγο ως έκφραση, αλλά στον θεϊκό Λόγο -τον δημιουργικό, σωτήριο Λόγο που «έγινε σάρκα». Συμβολίζει τη δύναμη της ζωής έναντι του θανάτου, την υπέρβαση του φόβου μέσω της πίστης. Η ανάσταση δεν είναι έκφανση «μαγικής πίστης», αλλά κάλεσμα για πνευματική αφύπνιση. Ο Dreyer δεν ευαγγελίζεται δόγματα · υποστηρίζει ότι η αληθινή πίστη αναδύεται μέσω της αγάπης και της αποδοχής, πέρα από λογικά ή κανονιστικά πλαίσια. Η τελική φράση της Inger, «Ζωή. Ναι… Ζωή. Ναι. Ζωή», συνοψίζει το μήνυμα του σκηνοθέτη: ο «Λόγος» είναι η βίωση της ζωής μέσω της αγάπης, μιας αγάπης που αγκαλιάζει ακόμη και τον «βέβηλο» έρωτα.

Η σκηνοθεσία του Carl Theodor Dreyer συνιστά μοναδικό επίτευγμα κινηματογραφικής λιτότητας και πνευματικής ανάτασης. Με λιτά σκηνικά, ελάχιστες λήψεις (μόλις 114), μακροσκελή πλάνα και αργές, ακριβείς κινήσεις κάμερας, ο Dreyer επιτυγχάνει μια ατμόσφαιρα που ισορροπεί ανάμεσα στον νατουραλισμό και το μεταφυσικό. Ο φωτισμός, που εξυψώνει τη λευκότητα των προσώπων και του χώρου, ενισχύει την πνευματικότητα της αφήγησης. Η κάμερα συχνά κινείται προτού συμβεί το γεγονός, σαν να έχει προορατική συνείδηση, προσδίδοντας σχεδόν θεϊκή οπτική.

Η «σιωπή» της ταινίας, ιδίως κατά τη σκηνή της ανάστασης, είναι ισοδύναμη του «Λόγου». Αυτή η σιωπή αναστέλλει τον χρόνο, την ανάσα του θεατή, μετατρέποντας τη σκηνή σε «θαύμα του κινηματογράφου». Η ερμηνευτική καθοδήγηση του Dreyer προσδίδει εξαιρετική ακρίβεια και συναισθηματικό βάθος σε κάθε χαρακτήρα.

Ο «Λόγος» δεν είναι μια ταινία περί αφηρημένου πνεύματος ή θείας χάριτος υπό την μπρεσονική έννοια, αλλά ένα απτό δράμα, ριζωμένο στο υλικό και ιδεολογικό σύμπαν της δανέζικης επαρχιακής μικροαστικής κοινωνίας. Ο Dreyer απορρίπτει τον δυτικό δυϊσμό φυσικού και υπερφυσικού: εδώ, το πνευματικό και το υλικό είναι αλληλοσυμπληρούμενα. Η πίστη στον Θεό δεν γελοιοποιείται, δεν ερμηνεύεται ψυχολογικά, αλλά προσεγγίζεται με σεβασμό και βαρύτητα.

Το συγκλονιστικό φινάλε επιστρέφει το βάρος της πίστης στον ίδιο τον θεατή. Ο Dreyer δεν επιτρέπει να κρατήσουμε τον Θεό σε απόσταση · επαναφέρει τη θεολογία της ανάστασης στο σώμα -με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του-, καταδεικνύοντας ότι η ενσάρκωση αφορά και την ίδια την υλικότητα. Η πίστη γίνεται σωματική εμπειρία · το πνεύμα εκφράζεται μέσω του σώματος.

Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή πραγματικότητα αποδομεί την υλικότητα, ο Dreyer επανατοποθετεί τον θεατή σε έναν στέρεο, χειροπιαστό κόσμο. Με κάθε καρέ, διακηρύσσει ότι το υπερφυσικό είναι παρόν και πραγματικό, είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι. Ο «Λόγος» αγγίζει τα πλέον ουσιώδη της ανθρώπινης εμπειρίας: τη ζωή, τον θάνατο, την πίστη και την αγάπη, προσφέροντας μια εμπειρία που κανείς δεν βγαίνει απ’ αυτήν αμετάβλητος. Δεν πρόκειται για σοβαροφανή ύμνο στη θρησκεία, αλλά για έναν ύμνο στη ζωή -με το χιούμορ, τη σωματικότητα και την τρυφερή της ευθραυστότητα.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

19 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *