Νέα Υόρκη, δεκαετία του 1970. Ένας ηλικιωμένος, επικηρυγμένος από το οργανωμένο έγκλημα άντρας επιστρέφει στην πόλη. Πρόκειται για έναν γκάνγκστερ με το παρατσούκλι Νουντλς, που μεγάλωσε στην εβραϊκή συνοικία. Ανήλικος ακόμα, έγινε αρχηγός συμμορίας, και στα χρόνια που ακολούθησαν συνέδεσε το όνομά του με τη “χρυσή εποχή” των παρανόμων.

Σκηνοθεσία:

Sergio Leone

Κύριοι Ρόλοι:

Robert De Niro … David ‘Noodles’ Aaronson

James Woods … Maximilian ‘Max’ Bercovicz

Elizabeth McGovern … Deborah Gelly

Treat Williams … James ‘Jimmy’ Conway O`Donnell

Tuesday Weld … Carol

Burt Young … Joe Minaldi

Joe Pesci … Frankie Manoldi

Danny Aiello … αστυνόμος Vincent Aiello

William Forsythe … Philip ‘Cockeye’ Stein

James Hayden … Patrick ‘Patsy’ Goldberg

Darlanne Fluegel … Eve

Scott Tiler … Noodles (νεαρός)

Rusty Jacobs … Max (νεαρός)/David Bailey

Brian Bloom … Patsy (νεαρός)

Adrian Curran … Cockeye (νεαρός)

Jennifer Connelly … Deborah (νεαρή)

Όλγα Καρλάτου … ιδιοκτήτρια θεάτρου σκιών

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Leonardo Benvenuti, Piero De Bernardi, Enrico Medioli, Franco Arcalli, Franco Ferrini, Sergio Leone, Ernesto Gastaldi

Παραγωγή: Arnon Milchan

Μουσική: Ennio Morricone

Φωτογραφία: Tonino Delli Colli

Μοντάζ: Nino Baragli

Σκηνικά: Giovanni Natalucci

Κοστούμια: Gabriella Pescucci

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Once Upon a Time in America
  • Ελληνικός Τίτλος: Κάποτε στην Αμερική
  • Εναλλακτικός Τίτλος: C’era una Volta in America [Ιταλία]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Hoods του Harry Grey.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας και σεναρίου.
  • Βραβείο Bafta μουσικής και κοστουμιών. Υποψήφιο για σκηνοθεσία, δεύτερο γυναικείο ρόλο (Tuesday Weld) και φωτογραφία.

Παραλειπόμενα

  • Αφού είχε απορρίψει τον Νονό, ο Sergio Leone καταφέρνει το δικό του γκανγκστερικό έπος, που μέλει να είναι και η τελευταία του ταινία, αφού έφυγε από τη ζωή πέντε χρόνια αργότερα. Ήταν και η πρώτη του ταινία μετά από 13 χρόνια εκτός οθονών.
  • Με το πέρας των γυρισμάτων, ο σκηνοθέτης είχε υλικό 8 με 10 ωρών. Ο Leone αρχικά σχεδίαζε να γίνουν δύο τρίωρες ταινίες, μετά μία των 269 λεπτών, για να πιεστεί από τους παραγωγούς για την τελική εκδοχή των 229. Παρόλα αυτά, υπάρχει από το 2012 και το extended cut των 251 λεπτών (με τη βοήθεια του Martin Scorsese). Αυτό ήταν καθορισμένο να είναι το βασικό όραμα του σκηνοθέτη στα 269 λεπτά, αλλά υπήρχαν προβλήματα δικαιωμάτων για κάποιες σκηνές.
  • Η υποδοχή στις Κάνες ήταν τόσο ένθερμη, που την προβολή ακολούθησαν 15 λεπτά όρθιου χειροκροτήματος. Στο ίδιο φεστιβάλ έγινε και η παρουσίαση του extended cut το 2012.
  • Η Ευρώπη ευτύχησε να δει την ολοκληρωμένη εκδοχή, αντίθετα με τις ΗΠΑ που είδαν μια κατά πολύ συντομότερη (139 λεπτά), αντίθετα με τη θέληση του σκηνοθέτη. Κάποιοι ρίχνουν σε αυτό τα αίτια της αποτυχίας στις ΗΠΑ, όπου δεν είχε ούτε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Πόσο μάλλον όταν ο Ennio Morricone παρουσίαζε ένα από τα κλασικότερα σκορ του. Η εμπορική αποτυχία έφτασε σε τέτοιο επίπεδο, που ενώ το φιλμ κόστισε 30 εκατομμύρια δολάρια, έβγαλε μόλις 5,3.
  • Ο Leone είχε διαβάσει το The Hoods από τα μέσα των 1960, και αφού ολοκλήρωσε το Κάποτε στη Δύση, ξεκίνησε τις προσπάθειες να έρθει σε επαφή με τον συγγραφέα Harry Goldberg (που υπόγραφε με το ψευδώνυμο Harry Grey). Αφού του άρεσαν τα γουέστερν του ιταλού σκηνοθέτη, ο Goldberg συμφώνησε να βρεθούν σε μπαρ του Μανχάταν. Χρειάστηκαν αρκετές ακόμα συναντήσεις ώστε ο Leone να αντιληφθεί επακριβώς την οπτική του συγγραφέα πάνω στις ΗΠΑ.
  • Από το 1975, ήταν αρκετοί οι ηθοποιοί που προσεγγίστηκαν για κεντρικούς ρόλους. Ανάμεσα τους οι: Gerard Depardieu, Jean Gabin, Richard Dreyfuss, James Cagney, Tom Berenger, Paul Newman, Dustin Hoffman, Jon Voight, Harvey Keitel, John Malkovich, John Belushi και Brooke Shields. Η Claudia Cardinale ήθελε να γίνει η Κάρολ, αλλά ο δημιουργός φοβόταν ότι δεν θα έπειθε για Νεοϋορκέζα.
  • Το Κάποτε στη Δύση, το Κάτω τα Κεφάλια και αυτό συναποτελούν την Τριλογία Once Upon a Time, ακόμα κι αν δεν συνδέονται άμεσα.
  • Όπως και στην προηγούμενη του ταινία, ο Leone προσπάθησε να έχει στο πλάι του έναν δεύτερο σκηνοθέτη. Έτσι προσέγγισε τον John Milius, που ήθελε αλλά ήταν απασχολημένος.
  • Ο δημιουργός εμπνεύστηκε εικόνες από πίνακες των Reginald Marsh, Edward Hopper και Norman Rockwell, αλλά και φωτογραφίες του Jacob Riis. Ο Μεγάλος Γκάτσμπι του F. Scott Fitzgerald ήταν που επηρέασε τον σχεδιασμό του συνδέσμου ανάμεσα στον Νουντλς και την Ντέμπορα.
  • Τα περισσότερα από τα εξωτερικά γυρίσματα έγιναν στη Νέα Υόρκη, αλλά τα εσωτερικά στην Cinecitta στη Ρώμη.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Σε βασικά θέματα συνεργάστηκε ο ρουμάνος μουσικός Gheorghe Zamfir, που παίζει τη φλογέρα του Πάνα. Για τα φωνητικά, ο Morricone χρησιμοποίησε την Edda Dell’Orso.

Κριτικός: Σοφία Γουργουλιάνη

Έκδοση Κειμένου: 16/4/2020

Ο Σέρτζιο Λεόνε, έχοντας αφήσει στην άκρη τα καουμπόικα καπέλα και την αμερικάνικη έρημο, κρατάει την ίντριγκα, την προδοσία και την κυρίαρχα ωραία γυναίκα, μεταφέροντας τη δράση του στη Νέα Υόρκη. Και αφηγείται εδώ την ιστορία μιας φιλίας σφραγισμένης από την ιερότητα της μαφίας και την παιδική αθωότητα.

Με τον χρόνο να ελίσσεται σαν ακίνδυνο κινηματογραφικό ερπετό ανάμεσα σε πέντε δεκαετίες, η ιστορία μας ξεκινά πριν την ποταπαγόρευση, όταν τέσσερα παιδιά θα ενωθούν με τα αδιάσπαστα δεσμά των (μικρο-) εγκληματικών τάσεων και της παιδιάστικης ορκισμένης αφοσίωσης. Οι κλοπές ρολογιών και κομσημάτων θα μετατραπούν σε μια ιδιότυπη οικογένεια μαφιόζων με μοναδικό άγραφο νόμο ένα εφηβικό «για πάντα μαζί». Κι αν πιστεύετε στα «για πάντα», ο Λεόνε θα χασκογελάσει στα μούτρα σας και με τα σάλια από το βροντερό του γέλιο κάπου ανάμεσα στα μάτια και τη μύτη σας, θα βάλει στην τηλεόραση σας το κύκνειο άσμα του και θα φύγει καμαρωτός. Οι υποσχέσεις, λοιπόν, για αιωνιότητες περασμένες μέσα σε λιβάδια από πακτωλούς παράνομου χρήματος κι από χαμογελαστά μεθύσια, μετατρέπονται σε καμένη γη, σε μια αφήγηση που μετατρέπει τα αιώνια ποντίκια σε κουτοπόνηρες γάτες για να σου κλείσει το μάτι πονηρά μπλέκοντας θύτες με θύματα και προδότες με προδομένους.

Και έχοντας έναν Λεόνε που μοιάζει να κάθεται -χαμογελαστός και εν γνώσει του θριαμβευτής- στην καρέκλα του σκηνοθέτη πλάθοντας στην εντέλεια ένα σύμπαν παρακμής εν τη γενέσει, δημιουργεί μια ολόκληρη Αμερική-ατομική βόμβα έτοιμη να εκραγεί εκ των έσω. Και με έναν Ντε Νίρο σε ερμηνευτικό ρεσιτάλ να υποδύεται με χαρακτηριστική άνεση την ίδια την κάθοδο από τα ψηλά της μαφίας στα χαμηλά του βιοπορισμού, αλλά κι έναν Τζέιμς Γουντς στον ρόλο του άσπονδου πλην (ίσως) αφοσιωμένου, η ταινία μετατρέπεται με απόλυτη ερμηνευτική φυσικότητα στο πρόσωπο μιας Αμερικής που τρέφει τη σάρκα της με προδοσία κι εφήμερες «αγάπες».

Ο Λεόνε φύλαξε για το τέλος της καριέρας του και για την κινηματογραφική ιστορία την καλύτερη ταινία της ζωής του, ένα οδοιπορικό στην ίδια την ιστορία της Αμερικής, μια αναπόφευκτη καταδίκη στην πτώση, και ένα βροντόφωνο κατηγορώ σε ένα σύμπαν αιώνια προδομένων και πνιγμένων ονείρων.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

39 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *