1975. Η πραγματική ιστορία της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπουργκ, μιας αγωνίστριας δικηγόρου και νέας μητέρας που αντιμετώπισε πολλές αντιξοότητες αλλά και μια σειρά από εμπόδια στον αγώνα της για ίσα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η Ρουθ αναλαμβάνει μια επαναστατική φορολογική υπόθεση μαζί με τον σύζυγό της δικηγόρο Μάρτιν Γκίνσμπουργκ, με την ελπίδα ότι θα αλλάξει ο τρόπος που τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν τις σεξουαλικές διακρίσεις, και η καριέρα της θα αλλάξει τελείως πορεία.

Σκηνοθεσία:

Mimi Leder

Κύριοι Ρόλοι:

Felicity Jones … Ruth Bader Ginsburg

Armie Hammer … Martin ‘Marty’ D. Ginsburg

Justin Theroux … Mel Wulf

Kathy Bates … Dorothy Kenyon

Sam Waterston … Erwin Griswold

Cailee Spaeny … Jane Ginsburg

Callum Shoniker … James Steven Ginsburg

Jack Reynor … Jim Bozarth

Stephen Root … καθηγητής Brown

Ronald Guttman … Gerald Gunther

Wendy Crewson … Harriet Griswold

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Daniel Stiepleman

Παραγωγή: Robert W. Cort, Jonathan King

Μουσική: Mychael Danna

Φωτογραφία: Michael Grady

Μοντάζ: Michelle Tesoro

Σκηνικά: Nelson Coates

Κοστούμια: Isis Mussenden

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: On the Basis of Sex

Ελληνικός Τίτλος: Η Αρχή της Ισότητας

Άμεσοι Σύνδεσμοι

RBG (2018)

Παραλειπόμενα

  • Η Natalie Portman ήταν η πρώτη υποψήφια για τον ρόλο της Ρουθ, και το όνομα της έφτασε να είναι βέβαιο κατά τα τέσσερα χρόνια που η παραγωγή καθυστερούσε να ξεκινήσει.
  • Η ζωή της Γκίνσμπουργκ παρουσιάστηκε και στο ντοκιμαντέρ RBG, μέσα στην ίδια χρονιά.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 26/7/2019

Δεν μπορεί να μη μου προκαλέσει απορία το γεγονός ότι η Mimi Leder, μια σκηνοθέτιδα ταινιών δράσης κι αγωνίας, αποτυγχάνει οικτρά στον μόνο τομέα που λογικά δεν θα είχε πρόβλημα. Κι αυτό αφορά την αναζωογόνηση του υλικού της, ώστε αυτό να βγάλει από μέσα του μια ένταση που θα ξυπνήσει τον θεατή. Γιατί ακόμα και η πλέον δραματική ταινία χρειάζεται μια ιδέα από «δράση», ώστε να τονώσει το συναίσθημα αυτού που την παρακολουθεί.

Η περίπτωση της Γκίνσμπουργκ είναι περισσότερο σημαντική για την ανθρώπινη ιστορία, από ό,τι ίσως υποψιαζόμαστε οι περισσότεροι, δυστυχώς ακόμα και μετά το πέρας της εν λόγω θέασης. Γιατί όσο αίμα κι αν χυθεί για έναν δίκαιο αγώνα, είναι αυτή η νομική επικύρωση που καθιερώνει ένα αποτέλεσμα, και αλλάζει-μεταλλάσσει για τα καλά μια κοινωνία-εξουσία. Έτσι, από μόνη της η επιλογή της ανάδειξης της περίφημης υπόθεσης που την έκανε διάσημη, κρίνεται απαραίτητη ως μήνυμα για να δώσει ένα έναυσμα στους σύγχρονους κατέχοντες παρόμοιων καρεκλών, ώστε να σηκωθούν από αυτές και να παλέψουν με τα δικά τους, πιο ισχυρά από ό,τι ίσως νομίζουν, όπλα για το καλό της ανθρωπότητας. Θα μου πείτε αυτό το έκανε με πιο ουσιαστικό ακόμα τρόπο το ντοκιμαντέρ RBG, που βγήκε μέσα στην ίδια χρονιά. Μα η απάντηση είναι τόσο απλή… Πόσοι είδαν το ντοκιμαντέρ και πόσοι την ταινία;

Τα βασικά λοιπόν που οδήγησαν αυτή τη μικρόσωμη γυναίκα στην ιδέα του «Δούρειου Ίππου» υπέρ της ισότητας των φύλων θα τα βρείτε μια χαρά κι εδώ. Αλλά το «εδώ» είναι και κινηματογράφος μυθοπλασίας, και αν μια ταινία φτάσει σε όρια να σε «αποκοιμίσει», έχουμε ένα θεματάκι. Η Leder παράγει ακαδημαϊσμό αγγλικού τύπου με αμερικανική φινέτσα. Ναι μεν δίνει μια υπόσταση στους χαρακτήρες της, ώστε να ξέρουμε πάνω-κάτω με τι ανθρώπους έχουμε να κάνουμε, αλλά δεν προκαλεί ποτέ εντάσεις. Δεν εκμεταλλεύεται, που θα ήταν το εύκολο, το τεταμένο κλίμα της τότε εποχής, δεν επιμένει ποτέ στην ανάδειξη των δυνάμεων που μάχονταν κι αυτοί με τη σειρά τους υπέρ της κατεστημένης αδικίας, ενώ «ξεπετάει» την κορύφωση της, την κρίσιμη δίκη δηλαδή, μέσα σε ένα τεταρτάκι. Μια δίκη που θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της το πεδίο δράσης μίας ολόκληρης ταινίας. Σκεφτείτε ότι από τον αντίδικο ακούμε σχεδόν πέντε προτάσεις μαζεμένες, κι ενώ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας διαχρονικός «κακός» που θα έβγαζε άφθονο υλικό έντασης. Δεν χρειάζονταν καν να παρθεί η ιστορία από τα νεανικά χρόνια της ηρωίδας, που τρώνε κάμποσο χρόνο, μια και η ουσία αφορούσε έναν ολόκληρο πλανήτη, και όχι μονάχα έναν άνθρωπο. Ποιο το νόημα να μιλάς για παραδείγματα προς μίμηση, αν δεν μπορείς να αναδείξεις το ότι είναι σημαντική η «μίμηση», και όχι το ίδιο το υποκείμενο-επίκεντρο του παραδείγματος. Με αυτά και με άλλα, έχουμε γίνει μια κοινωνία που λατρεύει τους υπερβατικούς υπερήρωες-ινδάλματα, ακριβώς επειδή δεν θέλει να παραδεχτεί ότι και ο πιο απλός άνθρωπος είναι ικανός να κάνει την τεράστια διαφορά, αρκεί να… κουραστεί για να το πετύχει.

Έτσι, έχουμε μια ταινία που αναδεικνύει μεν μια ιστορία που επιβάλλονταν να κοινωνηθεί, αλλά αυτό γίνεται εντέλει τόσο χαμηλόφωνα που λίγα αυτιά θα την ακούσουν, και ακόμα λιγότερα θα παραδειγματιστούν από αυτήν. Πιο πολύ μοιάζει με αποτυχημένη -παλιομοδίτικης κοπής- προσπάθεια για κάνα Όσκαρ, και ακόμα περισσότερο κρίνεται επιτακτικό να ξανα-ειπωθεί από άλλον δημιουργό. Εν κατακλείδι, έχουμε την πικρή περίπτωση μιας ενδιαφέρουσας μεν ταινίας, που μειονεκτεί όμως κατά πολύ του θέματος της, που την ήθελε τουλάχιστον συγκλονιστική.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 496 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.