
Το 1838, στο Βίσμποργκ της Γερμανίας, ο κτηματομεσίτης Κνοκ αναθέτει στον νεαρό υπάλληλό του, Τόμας Χούτερ, να ταξιδέψει στα Καρπάθια όρη, για να παραδώσει κάποια συμβόλαια στον μυστηριώδη κόμη Όρλοκ, ο οποίος ψάχνει για σπίτι στη γερμανική πόλη. Πριν ακόμη φτάσει στο κάστρο του κόμη, ο Χούτερ αντιλαμβάνεται τον τρόμο των κατοίκων του κοντινού χωριού. Κρυφά του δίνουν ένα βιβλίο σχετικά με τους βρικόλακες, που αρχικά βρίσκει διασκεδαστικό. Κάποια στιγμή θα συναντήσει τον κόμη, που στην εμφάνιση δεν έχει μεγάλη σχέση με το ανθρώπινο είδος, ο οποίος μάλιστα όταν θα δει το φυλακτό του Χούτερ με τη φωτογραφία της όμορφης συζύγου του, της Έλεν, θα υπογράψει αμέσως το συμβόλαιο. Σύντομα ο Χούτερ ανακαλύπτει ότι με το συμβόλαιο αυτό άνοιξε τον δρόμο στον ίδιο τον τρόμο να έρθει στην πόλη του…
Σκηνοθεσία:
F.W. Murnau
Κύριοι Ρόλοι:
Max Schreck … κόμης Orlok
Gustav von Wangenheim … Thomas Hutter
Greta Schroder … Ellen Hutter
Alexander Granach … Κος Knock
Georg H. Schnell … Κος Harding
Ruth Landshoff … Ruth
John Gottowt … καθηγητής Bulwer
Gustav Botz … καθηγητής Sievers
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Henrik Galeen
Παραγωγή: Enrico Dieckmann, Albin Grau
Μουσική: Hans Erdmann
Φωτογραφία: Fritz Arno Wagner
Σκηνικά: Albin Grau
Κοστούμια: Albin Grau
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Nosferatu, eine Symphonie des Grauens
- Ελληνικός Τίτλος: Νοσφεράτου, μια Συμφωνία Τρόμου
- Διεθνής Τίτλος: Nosferatu
- Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: Nosferatu. A Symphony of Horror
Άμεσοι Σύνδεσμοι
- Δράκουλας (1931)
- Δράκουλας, ο Βρικόλακας των Καρπαθίων (1958)
- Νοσφεράτου: Ο Δράκουλας της Νύχτας (1979)
- Κόμης Δράκουλας: Φυγή απ’ τα Καρπάθια (1979)
- Δράκουλας (1992)
- Στη Σκιά του Βρικόλακα (2000)
- Van Helsing (2004)
- Dracula Untold (2014)
- Ρένφιλντ (2023)
- Demeter: Η Αφύπνιση του Κακού (2023)
- Νοσφεράτου (2024)
- Dracula (2025)
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: Dracula του Bram Stoker.
Παραλειπόμενα
- Η εταιρία παραγωγής του κλασικότερου δείγματος γερμανικού τρόμου είναι η Prana Film. Αυτή ιδρύθηκε από τον Enrico Dieckmann και τον μυστικιστή καλλιτέχνη Albin Grau. Παρότι είχαν βλέψεις για τη δημιουργία μιας σειράς μεταφυσικών ταινιών, αυτή έμελλε να είναι η μόνη τους, μια και λίγο μετά την πρεμιέρα κήρυξαν πτώχευση, κι αυτό λόγω της οικονομικής αποτυχίας της ταινίας (ελέω χαμένης δίκης).
- Σύμφωνα πάντα με τον Grau, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο γνώρισε έναν σέρβο αγρότη που του είπε ότι ο πατέρας του ήταν ένας απέθαντος βρικόλακας. Αυτό αποτέλεσε την έμπνευση του για τη δημιουργία της ταινίας, όντας ο ίδιος μέλος “μαγικού τάγματος” με όνομα Fraternitas Saturni. Από τον Grau προέρχονται οι μυστικιστικές παρεμβάσεις στο φιλμ, όπως τα γράμματα στο συμβόλαιο (η γλώσσα τους ονομάζεται “ενόκιαν” και λέγεται ότι την έφτιαξαν οι άγγελοι) και διάσπαρτα σύμβολα. Ο ίδιος ανάλαβε και τα σκηνικά με τα κοστούμια, όπως και το μακιγιάζ, επηρεασμένος από τον σχεδιαστή Hugo Steiner-Prag.
- Diekmann και Grau απευθύνθηκαν στον Henrik Galeen για τη συγγραφή του σεναρίου, έναν μαθητή του πολυπράγμων καλλιτέχνη και φιλοσόφου Hanns Heinz Ewers. Ήδη είχε γράψει σενάρια για γνωστές βωβές ταινίες (Ο Σπουδαστής της Πράγας, Γκόλεμ) και είχε εκπαιδευτεί πάνω στον σκοτεινό ρομαντισμό. Μια και η εταιρία δεν είχε πάρει τα δικαιώματα του Δράκουλα από τη χήρα του Bram Stoker, επέλεξε να αλλάξει τα ονόματα, πλάθοντας μαζί αυτό της γερμανικής πόλης (ενώ το βιβλίο τοποθετείται στην Αγγλία) και την ιδέα να έρθει η πανούκλα μέσω των αρουραίων του καραβιού. Το ύφος του ήταν εξπρεσιονιστικό, αλλά με έναν ποιητικό ρυθμό που δεν θύμιζε άμεσα τον λογοτεχνικό εξπρεσιονισμό. Κάποιοι βέβαια αναφέρουν ότι μια και η ταινία ήταν γερμανική και πρόσβλεπε την απήχηση της μόνο εντός της χώρας της, ήταν φυσιολογικό να “γερμανοποιηθούν” τα ονόματα και ο τόπος δράσης.
- Για τη σκηνοθεσία προσλήφθηκε ο Frederich Wilhelm Murnau, που είχε ξεκινήσει να εργάζεται από το 1919, χωρίς να έχει ακόμα κάποια επιτυχία (οι περισσότερες δουλειές του από την πρώιμη του περίοδο θεωρούνται χαμένες). Στο πλάι του Grau έχτισε τις τελευταίες λεπτομέρειες σε όσα αφορούσαν τον Νοσφεράτου, και συμπλήρωσε 12 σελίδες στο σενάριο που αφορούσαν το φινάλε. Σε όσα όμως αφορούσαν τη σκηνοθεσία του, ακολούθησε πιστά όσα ήδη είχε γράψει αλλά και σκιτσάρει ο Hanns Heinz Ewers στο σενάριο (τοποθέτηση κάμερας, φωτισμοί, κ.α.). Για να μπορέσει να είναι πιστός σε αυτό, είχε πάντα μαζί του έναν μετρονόμο για να κρατάει τον ρυθμό στις κινήσεις των ηθοποιών.
- Τα κεντρικά γυρίσματα έλαβαν χώρα στο Βίσμαρ και την περιοχή του Λίμπεκ. Αυτά της Τρανσυλβανίας ήταν στη Σλοβακία, ενώ το λιμάνι του Ροστόκ αφορούσε τις παραθαλάσσιες λήψεις.
- Λόγω έλλειψης χρημάτων, υπήρχε μόνο μία κάμερα διαθέσιμη, άρα και ένα ορίτζιναλ αρνητικό του φιλμ.
- Η ταινία γυρίστηκε σε ασπρόμαυρο φιλμ, αλλά επειδή οι σκηνές του κόμη είχαν φόντο την ημέρα, πήραν μια μπλε απόχρωση για την προβολή.
- Το όνομα Νοσφεράτου είναι μια αρχαϊκή ρουμανική λέξη (από το Nesuferitu), που σημαίνει “αυτός που επιτίθεται” αλλά και “αυτός που δεν υποφέρεται”.
- Αφού προηγήθηκε πρεμιέρα στην Ολλανδία, ακολούθησε αυτή στον ζωολογικό κήπο του Βερολίνου. Συνοδεύονταν από ειδική εκδήλωση για τις ανώτερες τάξεις και είχε ως τίτλο Das Fest des Nosferatu. Οι καλεσμένοι έπρεπε να φορούν ενδυμασίες της περιόδου Μπρεντερμάιερ (1815-1848).
- Πολλοί θρύλοι συνοδεύουν τον ηθοποιό πίσω από τον κόμη Όρλοκ. Μεταξύ αυτών ότι τον βρήκε ο σκηνοθέτη κατά τύχη, αλλά και ότι ήταν κάποιος διάσημος γερμανός ηθοποιός με ψευδώνυμο (το “Schreck” μεταφράζεται ως τρόμος). Στην πραγματικότητα, ο Max Schreck ήταν ένας ήδη πετυχημένος στο θέατρο ηθοποιός και είχε εμφανιστεί σε ακόμα δύο ταινίες πριν από αυτήν, αλλά και αρκετές μεταγενέστερα.
- Παρά τις πολλές αλλαγές σε σχέση με το κλασικό έργο του 1897, ακόμα και στους ορίτζιναλ τίτλους γίνονταν φανερή η άμεση σχέση του με τον Δράκουλα. Η χήρα του Bram Stoker δεν άργησε να μάθει για την ταινία και κατέθεσε μήνυση. Το δικαστήριο ήταν υπέρ της, και διέταξε να καταστραφεί κάθε κόπια του φιλμ. Ευτυχώς βέβαια διασώθηκαν κάποιες από χώρες εκτός Γερμανίας, και για πολλούς ιστορικούς έθεσαν τις βάσεις για ολόκληρο το είδος των ταινιών τρόμου.
- Το 1930, στη Βιέννη εμφανίστηκε μια νέα κόπια με τίτλο Die Zwolfte Stunde – Eine Nacht des Grauens, και ήταν μια ομιλούσα εκδοχή χωρίς κανένα νομικό δικαίωμα. Το φινάλε ήταν διαφορετικό, όπως και τα ονόματα των χαρακτήρων. Και παρότι ο Murnau δεν γνώριζε τίποτα για αυτήν, υπήρχαν πλάνα του που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αυθεντική ταινία. Επιπλέον, όμως, υπήρχαν και κάποια νέα γυρισμένα με τον Gunther Krampf στην κάμερα και τον Waldemar Roger στη σκηνοθεσία. Η σπάνια αυτή εκδοχή προβλήθηκε ξανά το 1981 στη Γαλλία.
- Ο Werner Herzog δημιούργησε το 1979 ένα άμεσο ριμέικ, με τον Robert Eggers να προσθέτει ακόμα ένα το 2024.
- Στην ταινία Στη Σκιά του Βρικόλακα (2000), ο E. Elias Merhige δημιούργησε μια μυθοπλαστική εκδοχή των γυρισμάτων, με τον John Malkovich ως Murnau και τον Willem Dafoe ως Max Schreck.
- Από το 2019 η ταινία βρέθηκε δίχως δικαιώματα, σε ελεύθερη διάθεση. Αλλά και πριν από αυτή τη χρονιά, είχαν κάνει την εμφάνιση τους υπερβολικά πολλές παράνομες εκδοχές και κόπιες του.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Η μουσική της πρεμιέρας στο Βερολίνο άνηκε στον Hans Erdmann, αλλά σήμερα ελάχιστα σημεία της έχουν διασωθεί. Έκτοτε είναι πολλοί οι συνθέτες που έγραψαν συνοδευτική μουσική για τις προβολές της, όπως οι: James Bernard, James Duhamel (Wetfish), Gerard Hourbette, Richard O’Meara, Hans Posegga, Peter Schirmann, Robert Steadman, Didier Thunus (EverKent) και Thierry Zaboitzeff.
Κριτικός: Σταύρος Γανωτής
Έκδοση Κειμένου: 20/11/2012
Κάποιοι άνθρωποι ξέρουν να διαβάζουν πίσω από τις γραμμές και κάποιοι νομίζουν πως απλά δεν υπάρχει τίποτα από πίσω τους. Ένας από αυτούς τους καλούς «αναγνώστες» ήταν κι ο F.W. Murnau, μια ιδιοφυία που δεν πρόλαβε να αφήσει πολύ έργο πίσω της. Ο γερμανός δημιουργός ακολουθάει μια μακρά καλλιτεχνική παράδοση της χώρας του στη μυθολογία του τρόμου και του μεταφυσικού, ακόμα κι αν βρίσκει την τέλεια έκφραση σε έργο αγγλόφωνου συγγραφέα. Στον βαμπιρικό μύθο, ο Murnau κρύβει όλη την κατάσταση στη χώρα του από την εποχή του Βίζμαρκ κι έπειτα, με έπαρση στη μεταπολεμική περίοδο, όπου το αίμα του γερμανού πολίτη ρουφιόνταν ακόμα από τα επακόλουθα της ήττας (…αλλά και την ισπανική γρίπη). Με τεράστια διορατικότητα, έβλεπε πως αυτός ο εφιάλτης δεν έμελε να σταματήσει εύκολα, αφού το φάντασμα του γερμανικού επεκτατισμού -αλλά κι αυτό του αλληλοσπαραγμού διεθνώς- δεν έδειχνε πως είχε πεθάνει. Έπινε το αίμα ενός λιμοκτονούντος λαού, απέθαντο και έτοιμο να ξαναβγεί από το κάστρο του. Εντέλει βγήκε μέσα από μια μπυραρία…
Όλα αυτά βέβαια λίγο απασχολούν έναν σύγχρονο θεατή, αν και οι διαχρονικές συνθήκες θα μπορούσαν να βγάλουν ψεύτη την τελική σκηνή με τον θάνατο του Νοσφεράτου. Το κακό πεθαίνει ή απλά περιμένει την ώρα του να ξαναβγεί από το φέρετρο; Αυτό όμως που δεν μπορεί να αγνοήσει ένας θεατής οποιασδήποτε εποχής, είναι το ρίγος που εκπέμπουν οι εικόνες, μία προς μία ικανές να αποτελέσουν πίνακα εξπρεσιονιστικής τελειομανίας. Είπα όμως ρίγος; Αυτό λίγο απασχολεί τον Murnau που προτιμάει να κάνει πλάκα πάνω στο όλο ζήτημα, ίσως με αφορμή τη μάχη του επί των δικαιωμάτων με τη χήρα του Stoker. Μια μακάβρια σάτιρα, γιατί και μόνο που ο σκηνοθέτης βλέπει το απίστευτο πρόσωπο που ανακάλυψε για να παίξει τον Νοσφεράτου του, του προκαλεί μια τάση σαρκασμού.
Φαντάζει βαρύγδουπο να δηλώσει κανείς σήμερα πως είχαμε εν έτει 1922 μία από τις 2-3 καλύτερες ταινίες τρόμου όλων των ακόλουθων χρόνων. Αλλά όσο κλισέ κι αν ακούγεται, είναι η μοναδική αλήθεια.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 3/10/2026
Η λέξη «Νοσφεράτου» αντηχεί σαν ψίθυρος -σαν το κάλεσμα ενός πουλιού του θανάτου που διαπερνά τη σιωπή της νύχτας. Δεν είναι απλώς ένα όνομα · είναι ένας οιωνός, μια προειδοποίηση για κάτι αρχέγονο και αναπόφευκτο. Η κινηματογραφική μεταφορά του μύθου του Δράκουλα από τον F. W. Murnau δεν περιορίζεται σε μια απλή διασκευή του λογοτεχνικού έργου του Bram Stoker, αλλά μεταμορφώνει την αρχική αφήγηση σε κάτι πιο υπαρξιακό, σχεδόν καρμικό ως προς τη συνείδηση του θανάτου και της μοίρας. Το Nosferatu, eine Symphonie des Grauens αποτελεί μια ελεύθερη και ανεπίσημη παραλλαγή που, για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων, αναγκάστηκε να μετονομάσει τον εμβληματικό βρικόλακα σε κόμη Όρλοκ. Αυτή η αναγκαστική μεταβολή, ωστόσο, δεν αφαίρεσε τίποτα από τη δύναμη του πρωτοτύπου· αντίθετα, προσέδωσε στο έργο μια μοναδική, ονειρική αυτονομία, εγκαθιδρύοντας έναν τελετουργικό, αιματηρό γάμο ανάμεσα στον βαμπιρισμό και την έβδομη τέχνη.
Ο κόμης Όρλοκ, όπως ενσαρκώνεται συγκλονιστικά από τον Max Schreck, δεν φέρει κανένα ίχνος αριστοκρατικής γοητείας ή ρομαντικού πειρασμού. Αντιθέτως, παρουσιάζεται με το κρανίο ενός τρωκτικού, με άκαμπτο βάδισμα, γουρλωμένα μάτια και νυχοειδή δάχτυλα, αποτελώντας την απόλυτη ενσάρκωση της φθοράς, της ασθένειας και της πανούκλας. Ο Max Schreck -του οποίου το επώνυμο σημαίνει «φόβος» στα γερμανικά- προσφέρει μια βαθιά σωματική ερμηνεία, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ενός αυθεντικού, υπερφυσικού πλάσματος που στοιχειώνει την οθόνη.
Απέναντί του, ο ανυποψίαστος μεσίτης Hutter αντιμετωπίζει αρχικά την εμπειρία με αφελή περιέργεια και αλαζονική αδιαφορία. Διασκεδάζει με ένα βιβλίο αποκρυφισμού σαν να πρόκειται για φαντασιοπληξία, αγνοώντας επιδεικτικά τα σημάδια του πεπρωμένου. Η ειρωνική του απόσταση μετατρέπεται σε υπόγειο τρόμο μόνο όταν συνειδητοποιεί το αλλόκοτο, νοσηρό ενδιαφέρον του οικοδεσπότη για μια σταγόνα αίματος στο τραπέζι του δείπνου.
«Και όταν πέρασε τη γέφυρα, τα φαντάσματα ήρθαν να τον συναντήσουν».
Αυτός ο διάσημος μεσότιτλος σηματοδοτεί όχι μόνο το πέρασμα από το οικείο στο άγνωστο, αλλά και μια βαθύτερη εσωτερική μετάβαση: από τη λογική στην ονειρική κατάσταση, από τη συνείδηση στο υποσυνείδητο. Είναι μια σαφής αλληγορία της κινηματογραφικής εμπειρίας, όπου ο θεατής εγκαταλείπει την πραγματικότητα για να εισέλθει σε έναν κόσμο σκιών. Σε αυτό το σημείο, η φωτισμένη λογική της επιστήμης, την οποία προσωποποιεί ο καθηγητής στην πόλη, αποδεικνύεται παντελώς ανίσχυρη. Αν και ο ίδιος επιχειρεί να ερμηνεύσει τον βαμπιρισμό μέσω ορθολογικών αναλογιών, εξετάζοντας σαρκοφάγα φυτά και μικροσκοπικούς πολύποδες, η γνώση του παραμένει ανεπαρκής για να αναχαιτίσει την επερχόμενη μεταφυσική απειλή.
Στο επίκεντρο του δράματος βρίσκεται η σύζυγος του Hutter, η Ellen (ή Nina), μια ύπαρξη με λεπτή, σχεδόν προφητική ένταση που είναι βαθιά δεμένη με τη φύση. Η εικόνα της μέσα σε ένα μενταγιόν προκαλεί το ανατριχιαστικό σχόλιο του Orlok για τον όμορφο λαιμό της, αποκαλύπτοντας τον υπόγειο, σκοτεινό ερωτισμό του μύθου. Η ευαισθησία της Ellen λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας με το υπερφυσικό: τη στιγμή που ο σύζυγός της δέχεται επίθεση στο μακρινό κάστρο, εκείνη βυθίζεται σε μια υπνοβατική έκσταση, συντονιζόμενη τηλεπαθητικά με τον πόνο του. Η κραυγή της διαπερνά τον χώρο και αναχαιτίζει προσωρινά το τέρας, το οποίο κινείται με απόκοσμη ακαμψία, σαν να έχει αναστηθεί από τον τάφο.
Ο Murnau αξιοποιεί πρωτοποριακά τεχνάσματα, όπως η επιτάχυνση της κίνησης της άμαξας και η χρήση αρνητικού φιλμ που μεταμορφώνει το τοπίο σε έναν εφιάλτη με μαύρο ουρανό. Ωστόσο, η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας έγκειται στην ενσωμάτωση του ίδιου του φυσικού περιβάλλοντος. Τα δάση, η θάλασσα και οι σκιές γίνονται συμμέτοχοι στο δράμα, φορείς μιας αόρατης ενότητας. Η σύντομη διάλεξη για τα σαρκοφάγα φυτά λειτουργεί ως ειρωνικό σχόλιο, υποδηλώνοντας ότι η ίδια η φύση εμπεριέχει μηχανισμούς θανάτου. Αυτή η οργανική απειλή κορυφώνεται με το «ανίερο φορτίο» του πλοίου, όπου οι αρουραίοι ξεχύνονται ως φορείς πανούκλας, ενώ το σκάφος πλέει μόνο του, σαν φάντασμα, καθοδηγούμενο από μια αόρατη δύναμη προς την καταδίκη της πόλης.
Η διάσταση του τρόμου συμπληρώνεται από τον υπηρέτη του βρικόλακα, τον Knock, ένα πλάσμα γελοίο και ταυτόχρονα τραγικό. Η παράνοιά του στις στέγες αντανακλά την υστερία της πανούκλας, όμως η μετέπειτα θλίψη του μέσα στο κελί του ασύλου για τον χαμένο κύριό του αποκαλύπτει μια παράξενη, σπαρακτική ανθρωπιά μέσα στο τερατώδες. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται με γρήγορες εναλλαγές και παράλληλο μοντάζ, το μοτίβο του απειλούμενου ζευγαριού επανέρχεται ως ο βασικός άξονας. Η εμβληματική σκιά του νυχιού του Orlok, καθώς απλώνεται πάνω στο στήθος της ηρωίδας, συμβολίζει την αόρατη δύναμη που απειλεί να καταπιεί τη ζωή και την αγάπη.
Το τέλος της ιστορίας ανατρέπει τον μύθο της Πανδώρας, καθώς η καταστροφή δεν προέρχεται από απλή περιέργεια, αλλά από μια αναπόφευκτη μοίρα. Η σωτηρία δεν επέρχεται μέσω της λογικής, αλλά μέσω της απόλυτης, ανιδιοτελούς Αγάπης. Η Ellen, επιδεικνύοντας υπέρτατη αυτοθυσία, επιλέγει να παραδοθεί οικειοθελώς στον βρικόλακα, κρατώντας τον κοντά της μέχρι το πρώτο φως της αυγής. Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, το κακό διαλύεται και ο Orlok εξαφανίζεται σαν καπνός, αφήνοντας πίσω του τη λύτρωση.
«Όχι τόσο γρήγορα, νεαρέ φίλε. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του.»
Αυτή η φράση συμπυκνώνει ολόκληρη την υπαρξιακή φιλοσοφία του έργου: μια απαισιόδοξη αλλά βαθιά ποιητική θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου ο θάνατος δεν είναι απλώς το τέλος, αλλά μια δύναμη που διαπερνά τα πάντα από την αρχή. Με την υποβλητική φωτογραφία του Fritz Arno Wagner και την εξπρεσιονιστική αισθητική του, το Nosferatu, eine Symphonie des Grauens παραμένει ένα διαχρονικό αριστούργημα. Δεν είναι απλώς μια ταινία τρόμου, αλλά μια οπτική συμφωνία πάνω στη φθορά και το αναπόφευκτο της μοίρας, μια διαρκής υπενθύμιση ότι το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι το απόκοσμο τέρας, αλλά η ίδια η ζωή όταν αποκαλύπτει τη σκοτεινή, αρχέγονη πλευρά της.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός:
Κριτικός: 











